Reviews I Wish (Kiseki)

12 Ιανουαρίου 2020 |

0

I Wish (Kiseki)

Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-έντα

Με τους: Κόκι Μαέντα, Οσίρο Μαέντα, Νένε Οτσούκα, Ισάο Χασιζούμε, Κίριν Κίκι

128’ (Ιαπωνία, 2011)

Είναι (πλέον) αποδεδειγμένο πως τα παιδιά κατέχουν σημαίνουσα θέση (και διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο) στη δραματουργία του Χιροκάζου Κόρε-έντα (απ’ το Nobody Knows στο Like Father, Like Son κι από κει στο Our Little Sister ή το After the Storm και πάει λέγοντας). Ο ίδιος μοιάζει αποφασισμένος να αποδώσει την κινηματογραφική – τρόπον τινά – «δικαιοσύνη» που αρμόζει στον κόσμο τους και στην δική τους, ξεχωριστή πραγματικότητα.

Το I Wish είναι μια (τέτοια) χαρακτηριστική περίπτωση, τόσο σε επίπεδο πρίσματος όσο και διαχείρισης. Στο επίκεντρο δεσπόζει η ιστορία δύο μικρών αδελφών (τους υποδύονται τα αληθινά αδέλφια Μαέντα) που ζουν χώρια (και σε διαφορετικές πόλεις), αφού οι γονείς τους είναι διαζευγμένοι. Ο μεγαλύτερος, ο Κόιτσι, μένει με τη μητέρα και τους παππούδες σε ένα (αντικειμενικά) πιο ασφαλές-σταθερό οικογενειακό περιβάλλον, ενώ ο μικρότερος Ρίου ζει (πιο ξέγνοιαστα κι απελευθερωμένα, μποέμικα σχεδόν) με τον πατέρα σ’ ένα υποβαθμισμένο διαμέρισμα που ο τελευταίος μοιράζεται με άλλους μεροκαματιάρηδες-επίδοξους μουσικούς σαν και ελόγου του.

Οι συνθήκες της καθημερινότητάς τους (ακόμη και στα σχολεία που φοιτούν) είναι – εμφανώς – διαφορετικές. Με την πάροδο του χρόνου η λαχτάρα του Κόιτσι για οικογενειακή επανένωση φθίνει και απομακρύνεται ολοένα (και την θέση της καταλαμβάνει το αίσθημα της αναπότρεπτης, οριστικής απώλειας που τον κατευθύνει στην επικείμενη εφηβεία), έως ότου μαθαίνει πως τη στιγμή που δυο τρένα διασταυρώνονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα (απελευθερώνοντας ανυπολόγιστη ενέργεια) …κάτι συμπαντικό, κάτι μαγικό συμβαίνει και οι επιθυμίες (δηλαδή οι ευχές που κάνεις) εκπληρώνονται. Τα δυο αδέλφια, παρέα με τους φίλους τους, αποφασίζουν να τεστάρουν αυτή τη θεωρία και να ταξιδέψουν μόνα τους μέχρι το κομβικό σημείο όπου δυο τέτοιες υπερταχείες σμίγουν.

Η αφήγηση του Κόρε-έντα καθοδηγείται (δυναμικά και αφοπλιστικά) από τις ερμηνείες των μικρών του πρωταγωνιστών. Με αεικίνητη κάμερα και δάνεια της τεχνικής του ντοκιμαντέρ, ο ιάπωνας auteur σε κάνει να στέκεις αναποφάσιστος για το εάν και κατά πόσο οι νεαροί ηθοποιοί του υποδύονται ρόλους ή απλά τον εαυτό τους. Γεμίζουν τα πλάνα με την ενέργεια και τις προσδοκίες της παιδικής τους ηλικίας, τα χαμόγελά τους είναι φευγαλέα και πλατιά, αβίαστα και ανεπιτήδευτα, ενώ τρέχουν ασταμάτητα (λες και δεν έμαθαν ποτέ τους να επιβραδύνουν και να περπατάνε). Η κάμερα του σκηνοθέτη μοιάζει να αιχμαλωτίζει (σαν σε κάποιο υπερβατικό timing) τις εκφράσεις και αντιδράσεις τους ή και να προσαρμόζεται (ακόμη πιο δύσκολο) σε αυτές.

Ο φακός του μαθαίνει (και αναπόφευκτα πειθαρχεί στο) να παρατηρεί. Υιοθετεί (ακόμη και) το ρίσκο καταγραφής του απροσδόκητου, επιτρέποντας (μ’ αυτό τον τρόπο) να αναδυθεί ο εσωτερικός κόσμος και η υποκειμενικότητα κάθε χαρακτήρα. Αυτός ο εναγκαλισμός με το αβέβαιο αντανακλάται περαιτέρω τόσο στην mise-en-scène όσο και στην αφήγηση. Ένα ηφαίστειο στον ορίζοντα ξερνά βουβά τις στάχτες του στον αέρα, υπενθυμίζοντας πως ανά πάσα στιγμή μια πιθανή έκρηξη θα έθετε σε κίνδυνο χιλιάδες ζωές: την ίδια τη Ζωή (εν προκειμένω), που απλώς συνεχίζεται και συνεχίζει τον κύκλο της (όχι όμως και για τον Κόιτσι, που η σχετική ιδέα του έχει γίνει εμμονή – ποντάροντας και ευελπιστώντας πως ένα τέτοιο ενδεχόμενο μπορεί και να οδηγούσε εκ νέου στο σμίξιμο της οικογένειας και στην επιστροφή στην παλιά, κοινή τους ζωή στην Οσάκα).

Οι μικροί ήρωες ταξιδεύουν μέχρι το σημείο του ανταμώματος των τρένων (εντελώς) ασυνόδευτοι, ρισκάροντας πολλά αλλά και επιβραβεύοντας τον θεατή με μια απ’ τις πιο τρυφερές σεκάνς στο μέρος όπου καταλύουν για διανυκτέρευση. Ενώ ο παππούς των δύο αγοριών επιχειρεί να ανανεώσει την συνταγή του (παλιομοδίτικου) κλασικού του κέικ και να την προσαρμόσει στις σύγχρονες γευστικές επιταγές (ευελπιστώντας να βγάλει κάτι παραπάνω από την πενιχρή του σύνταξη ώστε να βοηθήσει κάπως την οικογένεια), ρισκάροντας με τους πειραματισμούς να χάσει ακόμη και τους παραδοσιακούς του καταναλωτές.

Ο (πιθανός) κίνδυνος – μικρότερος ή μεγαλύτερος – για το άγνωστο διαποτίζει ολόκληρο το φιλμ και ενθυλακώνεται στον τίτλο του ( Kiseki στα γιαπωνέζικα σημαίνει «θαύμα»), αφού πολύ απλά κάθε επιθυμία μας, κάθε επίκληση σε ένα θαύμα περικλείει μέσα της τον κίνδυνο που με τη σειρά του αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ίδιας της ζωής. Και καθώς οι αμαξοστοιχίες διασταυρώνονται (για μια φευγαλέα στιγμή στο χρόνο), το φιλμ του Κόρε-έντα ολοκληρώνεται μέσα σε μια συμβολική ηφαιστειακή έκρηξη που αναμειγνύει (και γεφυρώνει) πραγματικότητες και υποκειμενικότητες του παιδικού κόσμου με τις (αληθινές) επιθυμίες όλων των χαρακτήρων να ζωγραφίσουν, να τρέξουν, να χορέψουν, να παίξουν θέατρο, να φτιάξουν γλυκίσματα, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, να ζήσουν και να νιώσουν ζωντανοί…

Μια γλυκιά και τρυφερή περιπέτεια ενηλικίωσης (σε ένα σύμπαν που φαντάζει μονίμως βιαστικό – λες κι ο χρόνος πιέζει ακατάπαυστα – και στο οποίο δεν υπάρχει η πολυτέλεια για νερόβραστους συναισθηματισμούς) κι ένας θρίαμβος της ελπίδας απέναντι στην προσμονή. Η κάμερα σπανίως εγκαταλείπει τους μικρούς της ήρωες, εξερευνώντας την (ακλόνητη) πίστη τους (ακόμη κι όταν όλα συνηγορούν για το αντίθετο) σ’ εκείνη την (μαγική) δύναμη που μεταβάλλει μέχρι και το αναπόφευκτο.

Το μεγαλείο της ζωής είναι εδώ, σε όλη την επιπόλαιη ή ασυνάρτητη δόξα του, αλλά οι (ανιδιοτελείς) δεσμοί φιλίας και αλληλεγγύης των παιδιών είναι αυτοί που κατοικούν στις επάλξεις. Άλλωστε, η πίστη στα θαύματα δεν είναι παρά μια πρώτης τάξεως ευκαιρία (όταν πάψει να αποτελεί υπεκφυγή) να έρθεις αντιμέτωπος (εδώ και τώρα) με την σκληρή αλήθεια και να προσπαθήσεις να αποφασίσεις για τα (μικρά έστω) πρώτα βήματά σου προς το μέλλον που σου γνέφει…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Ποια είναι η αγαπημένη σας (παραδοσιακή) χριστουγεννιάτικη ταινία όλων των εποχών;
  • FB Cinedogs

  • Latest