Hunger

Σκηνοθεσία: Στιβ ΜακΚουίν

Παίζουν: Μάικλ Φασμπέντερ, Λίαμ Κάνιγχαμ, Λίαμ ΜακΜέιχον

Διάρκεια: 96’

Ένας άνδρας βυθίζει τις παλάμες του στο νερό, σε έναν νιπτήρα μπάνιου, προσπαθώντας να ανακουφιστεί από τις πληγές. Αμέσως μετά, μια αλυσίδα από μικρά στιγμιότυπα καθημερινότητας. Το πρωινό, που σερβίρει η σύζυγός του στην κουζίνα, οι ετοιμασίες, τα ρούχα, η στολή. Μια σιωπηλή διαδρομή με το αμάξι, γεμάτη βουβή περισυλλογή και θλίψη, αφού έχει προηγηθεί ένας έλεγχος (;) του οχήματος.

Ο κύκλος της εναρκτήριας σκηνής θα κλείσει με ένα πανομοιότυπο στιγμιότυπο: ένας γεμάτος νιπτήρας και τα ματωμένα χέρια που βυθίζονται στο νερό. Μόνο που αυτή τη φορά, οι πληγές είναι ολόφρεσκες. Χωρίς την παραμικρή φλυαρία, λιτά και δωρικά, η ταινία μας εισάγει σε ένα κόσμο όπου η βία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, κάτι σαν αντανακλαστική συνήθεια της ρουτίνας. Ο φύλακας, που ελέγχει κάθε πρωί το αυτοκίνητό του για εκρηκτικούς μηχανισμούς, ζει, αναπνέει και κοιμάται παρέα με την αποκτήνωση και την εκμηδένιση της ανθρώπινης ζωής.

Ο Στιβ ΜακΚουίν, στο τολμηρό ντεμπούτο του, μας μεταφέρει in media res ενός περιβάλλοντος ασφυξίας, απόγνωσης και άγριας καταστολής. Στις φυλακές υψίστης ασφαλείας Maze της Βορείου Ιρλανδίας, ο χρόνος έχει καταστρατηγηθεί. Το χτες τιμωρείται βάναυσα, το αύριο, που είχε ούτως ή άλλως εκλείψει από τον ορίζοντα, έχει πλέον εργαλειοποιηθεί, βαδίζοντας προς μια αναπόδραστη μοίρα. Και το μόνο που απομένει είναι ένα ατελείωτο τώρα. Το οποίο, πέρα από επαναλαμβανόμενα μαρτυρικό, είναι και ολοκληρωτικά αδιέξοδο.

Το Hunger, ήδη από τον δωρικό και θεοσκότεινο τίτλο του, βυθίζεται σε μια κατάσταση προδιαγεγραμμένης τραγικής κατάληξης, η οποία κατορθώνει να συγκεράσει δύο αντικρουόμενες δυνάμεις: το σχεδόν υπερβατικό σθένος της αυτοθυσίας ως μέσο προάσπισης ενός σκοπού, αλλά και την ταυτόχρονη εξαΰλωση οποιασδήποτε υπόνοιας μεγαλείου. Το Hunger αποτυπώνει μια πνιγηρή αίσθηση ματαιότητας, χτίζοντας σπιθαμή προς σπιθαμή, μέσα από κάδρα-συνθέσεις, τον πόνο, τον φόβο, την οργή, το μίσος την ασάλευτη στασιμότητα.

Η (δεύτερη) απεργία πείνας των φυλακισμένων του ΙRA (που ζητούν την επαναφορά της ιδιότητας του «πολιτικού κρατούμενου», την οποία τους είχε αφαιρέσει η Μάργκαρετ Θάτσερ) την άνοιξη του 1981, σχεδόν προέκυψε ως φυσική απόρροια (ευφυής και τρομακτικά σύνθετη η υπόνοια της ταινίας, η οποία «σωματοποιεί» την ιδεολογία, τις ανθρώπινες αποφάσεις και τα ενδόμυχα αισθήματα) της “no wash protest”, που είχε προηγηθεί. Οι κρατούμενοι του IRA αρνούνται να φορέσουν στολές φυλακής, να πλυθούν ή να κουρευτούν, ενώ γεμίζουν τους τοίχους των κελιών τους με περιττώματα και ούρα.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα πλαίσιο αναφοράς όπου το σώμα λειτουργεί ως ένα έσχατο και πανίσχυρο όπλο αντίστασης. Η εξαθλίωση του σώματος μεταμορφώνει τον παθόντα σε ενεργό υποκείμενο, σε μια πλήρη αντιστροφή της τάξης πραγμάτων, η οποία στην ουσία σαμποτάρει τον νούμερο ένα στόχο κάθε μορφής σωφρονισμού: τη συμμόρφωση προς ένα καταστατικό κανόνων. Κατά τρόπο παράδοξο, αλλά εντέλει πλήρως εξηγήσιμο, οι δεσμοφύλακες καταλήγουν να καθαρίζουν με μανία τα κελιά και να πλένουν δια της βίας τους κρατούμενους, θέλοντας να εξαφανίσουν όλη τη δυσωδία, που λειτουργεί ως υπενθύμιση μιας άρνησης υπακοής.

Η διάσημη, εξαιρετικά παρατεταμένη και υποδειγματικά ζυγοσταθμισμένη διαλογική σκηνή ανάμεσα στον Μπόμπι Σαντς, τον αρχηγό των κρατουμένων του ΙRA εντός των τειχών της φυλακής, και τον Καθολικό ιερέα συμπυκνώνει όλες τις ετερόκλητες, αντιφατικές και συγκεχυμένες συνιστώσες ενός ζητήματος που είναι καταδικασμένο να μείνει άλυτο. Η αυτοχειρία, παρότι αμαρτία στο επίσημο καταστατικό της Καθολικής Εκκλησίας, γίνεται αντικείμενο επίγειας και όχι επουράνιας κριτικής από τον καθ’ ύλην αρμόδιο, ο οποίος αντιπαραθέτει μια σωρεία επιχειρημάτων απέναντι στην ειλημμένη απόφαση του Σαντς.

Η φιλαυτία και ο πειρασμός της αγιοποίησης, η αμφίβολη εργαλειακή χρησιμότητα, η ανεπίτρεπτη περιφρόνηση της ζωής, η αντιστροφή της επαγωγικής διαδικασίας (η απεργία πείνας, τούτη τη φορά, υποστηρίζει ο παπάς, δεν έρχεται ως αντίδραση σε μια συνθήκη, αλλά ως προαποφασισμένο τέλος, στην ουσία δηλαδή δεν υπάρχει στόχος επιτυχίας, αλλά στόχος αποτυχίας, που θα επισφραγιστεί με τον θάνατο), η αντιπαραβολή των οφελών μιας εναλλακτικής δράσης, η υπόνοια ότι η απόφαση ελήφθη σε καθεστώς μειωμένου καταλογισμού σε ένα βάρβαρο περιβάλλον, πέφτουν με πάθος στο τραπέζι και με εξίσου βροντερό κρότο καταλήγουν στο κενό. Διότι τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στον ανίκητο συνδυασμό απελπισίας, θάρρους και σκοπού.

Κατά βάθος, λοιπόν, το Hunger είναι αυτό ακριβώς: μια ταινία απογυμνωμένη, που στραγγίζει όλες τις πτυχές μιας κολοσσιαίας απόφασης, τις αμφιβολίες, τα αντικρουόμενα αισθήματα, τις επιπλοκές που ξεφεύγουν από το δικό της βεληνεκές. Ο ΜακΚουίν, σχεδόν μεγαλοφυώς, ακριβώς μετά από αυτή την εξοντωτική διαλογική σκηνή, που κλείνει με ένα αλληγορικό μονόλογο από τον Μάικλ Φασμπέντερ (μια αντιστροφή της διαδικασίας, καθώς ο ιερέας πλέον ακούει με ευλάβεια μπαίνοντας στη θέση του πιστού), αντιπαραβάλει μια εικόνα πένθιμης επαναληψιμότητας. Μια σκούπα, σε ένα διάδρομο γεμάτο από ούρα, που αφήνει ήχους στο δάπεδο και έρχεται με πολύ αργούς ρυθμούς προς το μέρος μας. Η επικύρωση μιας μοίρας, ατομικής και συλλογικής, που έχει ήδη σφραγιστεί.

Η στυγερή δολοφονία του φύλακα στα χέρια της μητέρας του, η επίσκεψη του ετοιμοθάνατου Σαντς από τη νεαρή εκδοχή του εαυτού του, σε ένα στιγμιότυπο που μάλλον επιτείνει την επιθανάτια αγωνία παρά προσφέρει κάποια υπόνοια ανακούφισης, η απεικόνιση της σοκαριστικής αποσύνθεσης του σώματος, από το οποίο η ψυχή λαχταρά να διαφύγει αγκομαχώντας, απλώς επικυρώνουν αυτό που ήδη γνωρίζαμε, αυτό που είχε υπονοηθεί από το περίγραμμα μιας μαύρης τρύπας, καμωμένης από περιττώματα, στον τοίχο ενός κελιού: ο θάνατος είναι καιρό πολέμου είναι πάντα βρώμικος και άδικος.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑