Reviews Hammett

7 Ιανουαρίου 2018 |

0

Hammett

Σκηνοθεσία : Βιμ Βέντερς

Με τους : Φρέντερικ Φόρεστ, Πήτερ Μπόϋλ, Μαριλού Χένερ

Ελληνικός τίτλος : Ιδιωτικός Ντετέκτιβ Χάμετ

Διάρκεια : 97’

Έτος παραγωγής : 1982

Χώρα παραγωγής : Η.Π.Α.

To Hammett είναι ο (αλκοολικός) κινηματογραφικός «λήθαργος» ενός ντετέκτιβ, που τον περιβάλλει ο ποιητικός/μαγικός ρεαλισμός της αριστουργηματικής φωτογραφίας του Joseph Biroc, τα ανυπέρβλητα σκηνικά της Zoetrope του Φ.Φ. Κόπολα (ενός ουτοπικού καταφυγίου για όλα τα είδη κινηματογραφιστών εκείνης της εποχής) και το μελαγχολικό, εξαίσια ατμοσφαιρικό (κυριαρχούν το πιάνο και το κλαρινέτο), «καπνισμένο» μουσικό θέμα του Τζων Μπάρι. Είναι η – βασισμένη σε νουβέλα του Joe Gores – (φανταστική) μετα-Πίνκερτον εποχή του (αληθινού) Χάμετ, περί τα τέλη της δεκαετίας του ’20, την εποχή που έγραφε στο Pulp Fiction και την «Μαύρη Μάσκα» για μια δεκάρα τη λέξη και η ανάμιξή του σε μια… τελευταία υπόθεση (ή μήπως πρόκειται για μια ακόμα hardboiled ιστορία που εξελίσσεται στο… κεφάλι του συγγραφέα;). Είναι και το υγρό, ομιχλώδες Όνειρο ενός θαυμαστή του νουάρ, όπως ο Βέντερς (επισκιασμένου – ως έναν βαθμό – από τον Βέρνερ Χέρτζογκ, στη διάρκεια της κινηματογραφικής τους ενηλικίωσης μέσα από το Γερμανικό νέο κύμα της δεκαετίας του ’70, αλλά εξίσου σημαντικού), με το εναρκτήριο screencap να παραθέτει – εν μέρει – την ατάκα του Τσάντλερ για τον Χάμετ, όπως αυτή διατυπώθηκε στην «Απλή Τέχνη του Φόνου» του πρώτου.

Είναι άκρως δελεαστικό να επιχειρήσει κανείς να εκλάβει το Hammett ως real life εκδοχή του «Αμερικάνου Φίλου» (τοποθετώντας τον Κόπολα στη θέση του … ριπλεϊκού Ντένις Χόπερ και τον Βέντερς στη θέση του «παγιδευμένου» Μπρούνο Γκανζ, που εξαπατάται και εξωθείται από τον πρώτο στο «έγκλημα» – όλα αυτά σε σχέση με την ανεπιτυχή προσπάθεια του Κόπολα να αναβιώσει το παλαιό σύστημα των στούντιο, μέσα από μια προβληματική εταιρία που δεν κατόρθωσε να στηρίξει ούτε καν τα δικά του σκηνοθετικά οράματα). Λίγα χρόνια μετά την «Κατάσταση των Πραγμάτων» (1977), ο Κόπολα προσκαλεί τον art-house Βέντερς στην Αμερική (υποσχόμενος πλήρη καλλιτεχνική ελευθερία, σε ένα φιλικό προς τον σκηνοθέτη περιβάλλον), για να υπογράψει ένα φιλμ που θα στηρίζεται στο υπαρκτό πρόσωπο του Σάμιουελ «Dashiell» – το «Dash» απ’ το παρατσούκλι που του ‘δωσε η ερωμένη του, Λίλιαν ΧέλμανΧάμετ (με …δόλωμα πως η υπόθεση θα εκτυλίσσεται την εποχή που ο συγγραφέας έγραφε – στην πραγματικότητα – τον «Κόκκινο Θερισμό»), αλλά θα εικονογραφεί μια φανταστική ιστορία. Το ζητούμενο είναι ένα τυπικό – σε ύφος – νουάρ, φορμαλιστικά σκηνοθετημένο (αλλά πιστό στο πνεύμα των έργων του τελευταίου), με κυνικούς ήρωες και τις αναμενόμενες ανατροπές. Τελικά, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο στο Hammett του Βέντερς θα αποδειχθεί η σκηνογραφία (μέγιστη εδώ η συμβολή του σχεδιασμού παραγωγής – δια χειρός Ντην Ταβουλάρη), χάρις στην οποία αναπαριστώνται τέλεια οι κακόφημες συνοικίες και το λιμάνι του Σαν Φρανσίσκο της δεκαετίας του ’20. Οι δημιουργοί επιτυγχάνουν μια εκπληκτική (γεμάτη απίστευτες λεπτομέρειες) ανασύσταση της πόλης που «κατοικείται» – ως φαίνεται – από μυριάδες extras.

Ο (έτερος πατριάρχης του νουάρ) Τσάντλερ περιέγραψε στη λογοτεχνία του το είδος του άντρα που ονειρευόταν να γίνει: ιπποτικός και φλεγματικός. Ο Χάμετ, εκείνον που φοβόταν πως θα καταντήσει : φιλύποπτος, διεφθαρμένος, ιντριγκαδόρος. Υπήρξε ντετέκτιβ ο ίδιος και μια φήμη – που έχει λάβει θρυλικές διαστάσεις – τον θέλει να αρνείται αμοιβή 5.000 δολαρίων για να δολοφονήσει κάποιον ενόσω εργαζόταν στο ιδιωτικό γραφείο ερευνών Πίνκερτον. Η εγκληματική πράξη διαφωνούσε με την ηθική του και αυτός ο θεμελιώδης διχασμός υπογράμμιζε όλη του την ύπαρξη. Ο ίδιος πολέμησε το έγκλημα χρησιμοποιώντας τα μέσα των αυτουργών του. Διετέλεσε ιδεαλιστής μαρξιστής παγιδευμένος σε ένα σύστημα ολοκληρωτικών μεθόδων επιβολής, εξαιτίας του οποίου μάλιστα υπέστη κατατρεγμό. Αγαπούσε τη δουλειά του και πίστευε πως ήταν σε θέση να πράξει το σωστό, παρότι η τελευταία τον υποχρέωνε να λοξοδρομεί προς τον αμοραλισμό.

Ο ηθικός του κώδικας, ο αυστηρός επαγγελματισμός ως στάση ζωής και κοινωνικής συμπεριφοράς, αποτελεί τη βάση συγκρότησης του έργου του, ενός έργου λιτού, αντικειμενικού, ψυχρά ρεαλιστικού με μόνιμη συναισθηματική απόσταση από πρόσωπα και καταστάσεις. Συγγραφέας της περιόδου του ’20 και του «μεγάλου κραχ», τοπιογράφος του Σαν Φρανσίσκο, το οποίο φιγουράρει στο σύνολο του έργου του, επινόησε το hard-boiled, εκλαΐκευσε το νουάρ, «παρέδωσε το έγκλημα στους ανθρώπους που έχουν λόγο να το διαπράττουν», σύμφωνα (και πάλι) με τον Τσάντλερ, «και δεν το κάνουν μόνο για να μας προμηθεύσουν κάποιο πτώμα. Που χρησιμοποιούν τα κατάλληλα μέσα κι όχι χειροποίητα πιστόλια μονομαχίας, φαρμακερά βέλη και τροπικά ψάρια. Ο Χάμετ παρουσίασε τους ανθρώπους του εγκλήματος όπως είναι και τους έβαλε να μιλάνε και να σκέπτονται στη γλώσσα που συνηθίζεται στις περιπτώσεις αυτές». Η συνεισφορά του στο είδος, επομένως, θεωρείται ανεκτίμητη…

Ο Φρέντερικ Φόρεστ φιγουράρει στον ρόλο-μπραβούρα του πότη, καπνιστή, φυματικού, πρόωρα γκριζαρισμένου, πρώην ντετέκτιβ. Ενός (σχεδόν) αξιοπρεπή τύπου σε έναν (σχεδόν) ανέντιμο κόσμο (ο Βέντερς ήθελε αρχικά τον Σαμ Σέπαρντ για το ρόλο, ο Κόπολα επέμενε για τον Φόρεστ – είχε πειστεί για δαύτον μετά το «Αποκάλυψη Τώρα», άσχετα που τον περίμεναν έναν ολόκληρο χρόνο να χάσει τα κιλά που είχε πάρει για το «One From The Heart» – που είχε συμβόλαιο με την εταιρία παραγωγής του : η επιλογή αποδείχθηκε εμπνευσμένη αλλά και ενδεικτική του πόσο θα «ξεμάκραινε» το φιλμ απ’ τις αρχικές του προθέσεις). Πλάι του η εξαίρετη Μαριλού Χένερ (πόσο ερωτευμένος μαζί της ο φακός) ως «γειτόνισσα» Κιτ Κόνγκερ (και ως «λογοτεχνική» Σου Αλαμπάμα) και η Λύντια Λέι (ως Κρύσταλ Λινγκ – η εντυπωσιακή femme fatale της ιστορίας) κι από κει και πέρα, ένα χορταστικό, πολυπληθές καστ που περιλαμβάνει από τον Πήτερ Μπόϋλ (του «The Friends of Eddie Coyle» και του «Ταξιτζή» – ίσως η μοναδική παραφωνία : έχοντας παίξει πολύ κωμωδία ο συγκεκριμένος κουβαλά εδώ έντονη (και κακή) επιτήδευση και τα λάθος «μπαγκάζια» στο ρόλο. Η αρχική επιλογή, ο Μπράϊαν Κηθ, θα έφερνε – στιλιστικά και υφολογικά – τον αέρα μιας εντελώς διαφορετικής κινηματογραφικής μνήμης), τον Ρόι Κινίαρ (του «The Deadly Affair») και τον Ντέιβιντ Πάτρικ Κέλι (σε ρόλο «εκτελεστή»), μέχρι τον Ελάϊσα Κουκ Τζούνιορ και την Σίλβια Σίντνεϊ (τους κινηματογραφικούς συνδέσμους με το σύμπαν του αληθινού Χάμετ), τον Μάικλ Τσόου (σε ρόλο «σοφιστικέ» Πήτερ Λόρε) τον Ρ.Τζ. Άρμστρονγκ, τον Τζακ Νανς (του «Eraserhead») και μια cameo εμφάνιση του τρισμέγιστου Σάμιουελ Φούλερ (που υπέδειξε την υποβλητική λήψη των πλάνων της γραφομηχανής, με τη θέση της κάμερας «κάτω» απ’ τα πλήκτρα της τελευταίας).

Ύστερα από καμιά σαρανταριά drafts σεναρίου κι αναρίθμητα νομικά προβλήματα με τους διαχειριστές των πνευματικών δικαιωμάτων του συγγραφέα που οδήγησαν στο να παραμείνει στα χέρια των δημιουργών ελάχιστο απ’ το αρχικό υλικό της νουβέλας του Gores (και σχεδόν τίποτα που να παραπέμπει στον «Κόκκινο Θερισμό»), ο Βέντερς έχει γυρίσει σχεδόν το 90% του φιλμ (εξ ολοκλήρου σε φυσικούς χώρους του Σαν Φρανσίσκο) όταν ένας ανικανοποίητος Κόπολα τον πείθει να μην προχωρήσει με το προγραμματισμένο φινάλε, πριν δουν μια «πρόχειρα» μονταρισμένη κόπια του υλικού ώστε να τσεκάρουν αν το φιλμ «περπατά» όπως το επιθυμούν – κι εκεί ο πρώτος διαπιστώνει πως έχουν στα χέρια τους ένα φιλμ χωρίς αρκετή δράση, αργό και κάπως «νωθρό», που αφορά περισσότερο τον Χάμετ συγγραφέα παρά τον Χάμετ ντετέκτιβ. Το αποτέλεσμα, όπως το εισέπραξε ο Βέντερς, διέθετε …«περισσότερη ιστορία και λιγότερη ψυχή» (ο Βέντερς θα ξαναγυρίσει το φιλμ, κάνοντας εκτενή χρήση του στούντιο αυτή τη φορά, κρατώντας ωστόσο τα «φανταστικά» στοιχεία του σεναρίου και επικεντρωμένος περισσότερο στον Χάμετ ντετέκτιβ. Άλλωστε, ο τελευταίος – στην πραγματικότητα – έγινε συγγραφέας εξ ανάγκης : ως φυματικός, αδυνατούσε πλέον να εργαστεί ως ντετέκτιβ. Αποφάσισε να αποτυπώσει στο χαρτί τις εμπειρίες του κι αυτή είναι – επί της ουσίας – κι η ιδέα στην οποία βασίστηκε το Hammett).

Η κριτική το υποδέχτηκε «εξασθενημένα» – τι εξασθενημένα δηλαδή, πες καλύτερα με «γδούπο» (φιγουράρισε και στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ των Κανών εκείνης της χρονιάς), το κοινό έμεινε μακριά απ’ τις αίθουσες. Δεν πρόκειται για αριστούργημα, δεν είναι – σίγουρα – το «Chinatown» (δεν βάζει καλλιτεχνική σφραγίδα στο είδος όπως το τελευταίο), είναι όμως πολύ καλύτερο απ’ αυτό που δείχνει αρχικά και δεν του αξίζει που έχει μείνει για τόσο μεγάλο διάστημα στην «αφάνεια». Ναι, η πρώτη φορά που θα το δεις μπορεί να επιφέρει – σε συγκεκριμένα σημεία – κάποιες αντιρρήσεις, είναι όμως η επαναλαμβανόμενη θέαση και η έμφαση στη λεπτομέρεια που συντελούν ώστε ο παθιασμένος σινεφίλ και λάτρης της αστυνομικής λογοτεχνίας να το θεωρήσει καθαρή απόλαυση. Το Hammett (που θα μπορούσε – υπό προϋποθέσεις – να αποτελέσει το απόλυτο mainstream αριστούργημα του σκηνοθέτη του) εξέπεσε – με την πάροδο των ετών – σε κείνη την γκρίζα ζώνη της κινηματογραφικής «παραφιλολογίας», όπου οι εικασίες κυριαρχούν ελλείψει αντικειμενικής πληροφόρησης. Ο «μύθος» θέλει τον Κόπολα να «παίρνει» το φιλμ από τον Βέντερς και να το ολοκληρώνει εκείνος (uncredited), κρατώντας μονάχα ένα 30% από το (αρχικό) υλικό που γύρισε ο Γερμανός σκηνοθέτης.

Στο δια ταύτα : Στο Σαν Φρανσίσκο του ‘28 ο συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών Ντάσιελ Χάμετ αναλαμβάνει να βρει την Κρύσταλ Λινγκ, μια νεαρή Κινέζα που ξέφυγε από τα κυκλώματα πορνείας της Τσάϊναταουν. Τα ίχνη καταλήγουν στον Φονγκ, δουλέμπορο που διατηρεί καζίνο και «εισάγει» κοπέλες από την Κίνα. Τα βήματα του ήρωα, θα τον οδηγήσουν σε ένα πορνογραφικό φιλμάκι με τίτλο… «Ο κος Λύκος έρχεται για επίσκεψη» και πρωταγωνίστρια μια ζουμπουρλούδικη Κινεζούλα που ξεφλουδίζει με χάρη – μπρος στο φακό – μια… μπανάνα, πριν υποδεχτεί τον «Λύκο» του τίτλου στο μπουντουάρ της. Μπρούτζινα κρεβάτια, λοξοί καθρέπτες σφηνωμένοι ανάμεσα σε κηροπήγια, τοίχοι-μπορντούρες, βαρυφορτωμένα ντεκόρ, «συνωστισμένα» στέκια ανομολόγητων διασκεδάσεων, άφθονο αλκοόλ που ρέει… Λίγο πριν το τέλος, η συνάντηση του πρωταγωνιστή με ένα… «Άτυπο Συμβούλιο» θυμίζει είσοδο σε Μασονική Στοά.

Ενώπιόν του βρίσκονται οι «ισχυροί» της πόλης (μιας πόλης που δεν ελέγχεται απ’ τους πολιτικούς, αλλά από κείνους που διαθέτουν το Χρήμα – γι’ αυτό και στην αίθουσα δεν βρίσκεται ούτε δήμαρχος, ούτε εισαγγελέας, παρά μόνο μπάτσοι – αυτοί δεν έχουν χρήμα αλλά χρηματίζονται – κακοποιοί και λεφτάδες), που τα «γούστα» τους εκτείνονται …απ’ την «Little Miss Muffet» μέχρι την… «Βοσκοπούλα», απ’ την «Σταχτοπούτα» μέχρι το…. «Κοριτσάκι του Μπαμπά» (αυτό κι αν έχει πλάκα) κι απ την «Βασίλισσα του Δημοτικού» μέχρι το…. «Κοριτσάκι με τα Σπίρτα» (δεν έχει μείνει και τίποτε άλλο, στο μεταξύ)! Οι αποκαλύψεις λαμβάνουν χώρα με την περιστρεφόμενη κάμερα να «κυκλώνει» το σκηνικό σαν σε παραζάλη, σαν να κάνεις τον «Γύρο του Θανάτου»… Η αληθινή ζωή εισδύει μέσα στο fiction, για να σου δείξει από πού αντλείται – τις περισσότερες φορές – η έμπνευση. Σ’ ολόκληρη τη διαδρομή, το φιλμ παίζει – και εναλλάσσεται – μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας (στοιχείο που ενισχύει ο τρόπος με τον οποίο έχει γυριστεί) και με την ιδέα του πως οι μυθοπλαστικοί χαρακτήρες ξεπηδούν μέσα από αληθινούς ανθρώπους. Όμως η ζωή δεν είναι ποτέ σαν τις νουβέλες. Μια (φανταστική) σκηνή σε μια αποβάθρα στην αρχή που επαναλαμβάνεται παραλλαγμένη στο τέλος κι ένα χειρόγραφο που «σκορπίζει» στα πέρατα και γίνεται τροφή για τους γλάρους… το επιβεβαιώνουν!

Ο Φόρεστ «βυθίζεται» στο ρόλο, γίνεται το ίδιο αλλόκοτος με τον πραγματικό Χάμετ (ωστόσο, παρά τον χαρισματικό χαρακτήρα που ενσαρκώνει, νιώθεις πως δεν σου δίνει πάντα εκείνο που χρειάζεσαι για να σε καθηλώσει και να αποσπάσει την προσοχή σου τις στιγμές που χάνεσαι στους δαιδαλώδεις λαβυρίνθους της πλοκής). Κι η επινοητική σκηνοθεσία του Βέντερς κάνει το φιλμ ατόφιο με την Εποχή του και όχι προϊόν μίμησης. Αισθητικά, αποτελεί αυθεντικό homage. Εδώ θα βρεις (παρά την χρωματιστή παλέτα) το εικονογραφικό tribute στο «Γεράκι της Μάλτας» αλλά και ένα θεματικό «γλίστρημα» προς τον «Μεγάλο Ύπνο» – ενδεχομένως και σε αρκετά άλλα απ’ τα νουάρ της Χρυσής Περιόδου. Δέσμες στιλιστικού οργασμού ξεπηδούν από παντού και κατακλύζουν την Οθόνη.

Θα βρεθούν ίσως και αρκετοί που θα αισθανθούν πως αυτή η ανασύσταση είναι τόσο «στενή», τόσο ασφυκτικά… «εκ του σύνεγγυς» που – ενδεχομένως (μέσα απ’ τον βαρυφορτωμένο κλασικισμό που εκπέμπει) – στερεί από το φιλμ (ή αποτυγχάνει να συλλάβει) την ανόθευτη γοητεία και χάρη εκείνων των πρώιμων νουάρ. Έχει όμως «χώρο» ακόμα και για εξαιρετικά γλυκές, τρυφερές στιγμές – όπως εκείνη όπου ο ήρωας ανακαλύπτει τα πιτσιρίκια της γειτονιάς να παίζουν «Κρυφτό» έξω απ’ το διαμέρισμά του. Το σενάριο (χωρίς να φείδεται ίντριγκας, πολυπλοκότητας, σαγήνης και hard-boiled διαλόγων) σπανίως θριαμβεύει επί της εικόνας. Είναι βλέπεις ένα φιλμ πολύ πιο ευχάριστο κι απολαυστικό απ’ όσο δικαιούται (με βάση τα προβλήματά του, που το κάνουν να φαντάζει ώρες-ώρες συναρπαστικό και άλλες στιγμές … ακατάστατο) κι ένα φιλμ που (παραδόξως) εύκολα αγαπάς!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • Cinedogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας των τελευταίων 5 ετών;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts