Gone

Σκηνοθεσία: Έιτορ Ντάλια

Παίζουν: Αμάντα Ζίφριντ, Τζένιφερ Κάρπεντερ, Ντάνιελ Σαντζάτα, Γουές Μπέντλεϊ

Διάρκεια: 94’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Μυστηριώδης εξαφάνιση»

 

Ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης Έιτορ Ντάλια έχει γυρίσει τέσσερις μεγάλου μήκους ταινίες στην ως τώρα σταδιοδρομία του. Οι προηγούμενες τρεις αποκόμισαν φεστιβαλικές δάφνες και πιο συγκεκριμένα, βραβεύσεις στα φεστιβάλ της Μόσχας και του Sundance, καθώς μία συμμετοχή στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» του Φεστιβάλ των Καννών, αν τις πάρουμε κατά χρονική σειρά. Με διαπιστευτήρια λοιπόν συμπαθή και μη συμβατικά, ο Ντάλια μετακόμισε στην κινηματογραφική Γη της Επαγγελίας, για το πρώτο του χολιγουντιανό πόνημα. Στα ιερά χώματα της κινηματογραφικής βιομηχανίας, ο Ντάλια δεν έλαβε τις κατάλληλες προφυλάξεις και προσεβλήθη από τη νόσο που έχει θερίσει τόσους και τόσους σκηνοθέτες πριν από αυτόν. Η νόσος αυτή κάνει την εμφάνισή της σε νέους και φιλόδοξους σκηνοθέτες που πραγματοποιούν το μεγάλο βήμα κατόπιν πρόσκλησης, εξαργυρώνοντας τις καλές εντυπώσεις των πρώτων τους ταινιών. Τα συμπτώματα της νόσου είναι εμφανέστατα και σοβαρότατα και η μόνη αποτελεσματική θεραπευτική αγωγή είναι η καραντίνα, ήτοι η δια παντός απομάκρυνση του σκηνοθέτη από τα χολιγουντιανά πλατό.

Σε περίπτωση λοιπόν που σκηνοθετείτε την πρώτη σας ακριβή παραγωγή με τον βούρδουλα των παραγωγών πάνω από το κεφάλι σας και διαπιστώσετε ότι η ταινία σας πάσχει από α)βαρετή πλοκή, β) ανούσια και πλαδαρή ανάπτυξη χαρακτήρων, γ)μηδενική ένταση και δ)τεχνάσματα της πλάκας που πασχίζουν μάταια να ανεβάσουν το volume της ανύπαρκτης έντασης, να ανησυχήσετε άμεσα. Το αποτέλεσμα που είδαν τα ταλαίπωρα ματάκια μας ήταν ένα νερόβραστο (ο Θεός να το κάνει) θρίλερ, το οποίο αδυνατεί να σε τρομάξει όσο φοβητσιάρικη διάθεση κι αν έχεις. Επιπλέον, βαυκαλίζεται πως θα ταλαιπωρήσει το μυαλό σου με τα δυσεπίλυτα ερωτήματα που θέτει, ενώ σου έχει στραγγίξει από πολύ νωρίς το οποιοδήποτε ενδιαφέρον για οποιοδήποτε κενό ή θολό του σημείο. Στην ουσία, πολύ σύντομα αναρωτιέσαι προς τι ο λόγος για τόση φασαρία, για τόσες φωνές, για τόσο θόρυβο, για τόση τρεχάλα. Πολύ κακό για το απολύτως τίποτα.

Η ομορφούλα Αμάντα Ζίφριντ βάζει τα δυνατά της να δώσει ορμή και πνοή σε ένα ρόλο ξεψυχισμένο και ανιαρό. Ένα χειροκρότημα για την Αμάντα, τόσο για τον ζήλο και τη διάθεσή της όσο και για το ότι κατόρθωσε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να παίξει σε ακόμη χειρότερη ταινία από το πρόσφατο «Little Red Riding Hood». Πρόκειται για ένα αληθινό κατόρθωμα, δείχνει μία ηθοποιό που διαλέγει με άκρα επιμέλεια τους ρόλους της. Επειδή λοιπόν η Αμάντα προσπαθεί με τόση ένταση και πάθος να μετατρέψει αυτή την καρικατούρα που υποδύεται σε χαρακτήρα ταινίας, καταλήγει να κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Ο πανικός είναι μία αύρα κακόβουλη που αγκαλιάζει το σώμα, την ψυχή και τον νου. Είναι οξύτερος από οποιονδήποτε πόνο, είναι πιο επίμονος από κάθε εμμονή. Καταπίνει τη λογική, καταβροχθίζει τον εγκέφαλο, ωθεί το μυαλό και το σώμα να κινούνται δίχως κανόνες και όρια. Ο πανικός είναι όλα τα παραπάνω και σίγουρα δεν είναι τίποτα από τα παρακάτω. Δεν είναι μάτια που πετάγονται γελοιωδώς από τις κόγχες τους, δεν είναι ένα επιτηδευμένο τρέμουλο φωνής, δεν είναι τούφες ανάκατων μαλλιών. Δεν χάνουμε πίστη όμως και ευελπιστούμε πως η Αμάντα θα διοχετεύσει το πάθος της σε έναν από τους επόμενους ρόλους της και πιο συγκεκριμένα στην ταινία «Lovelace», όπου και θα υποδυθεί την Linda Lovelace, πρωταγωνίστρια της θρυλικής ταινίας εκπαιδευτικού περιεχομένου, «Το βαθύ λαρύγγι».

Ας αφήσουμε όμως τη φερέλπιδα πρωταγωνίστριά μας και ας προχωρήσουμε στην κυρίως ιστορία που μας αφήνει με το στόμα αγκυλωμένο από τα χασμουρητά. Θεωρώ βέβαιο πως αν επιλέξετε ποτέ να δείτε την ταινία σε κάποιο βράδυ οικιακής ραστώνης, σίγουρα θα βρεθείτε να κάνετε κάποιες άλλες δουλειές ταυτόχρονα, όπως να απλώσετε τα ρούχα ή να στρώσετε το κρεβάτι. Όσο περνούν τα λεπτά που μοιάζουν με ώρες, οι «αποκαλύψεις» αφήνουν ξεσκέπαστες και έκθετες όλες τις υποθέσεις και τις βάσεις στις οποίες στηρίχτηκε το στόρι. Η ταινία περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το ερώτημα «είναι για δεν είναι τρελή η κοπέλα;» αδυνατώντας να ξετρυπώσει κάποιο Plan B, το οποίο κρίνεται αναγκαίο καθότι το αρχικό ερώτημα χάνεται σε ένα πέλαγος βαριεστιμάρας… Η κοινή λογική πάει πολύ μακρινό περίπατο, η εξιχνίαση του μυστηρίου είναι τρύπια σαν σουρωτήρι και μπάζει από παντού, ενώ το γκραν φινάλε έχει διττό και καίριο ρόλο. Να καταστήσει όσα προηγήθηκαν και αδιάφορα και αυθαίρετα. Να προσθέσουμε επίσης πως οι αστυνομικές αρχές της πόλης του Πόρτλαντ μπορούν κάλλιστα να μηνύσουν τους παραγωγούς της ταινίας διεκδικώντας αποζημιώσεις, καθότι δύσκολα βλέπει κανείς τόσο αργόστροφους μπάτσους σε χολιγουντιανή ταινία. Αγγίζει τα όρια της εμπάθειας αυτή η απεικόνιση! Εν κατακλείδι, ένα μέτριο επεισόδιο του «Criminal Minds» είναι σαφώς συναρπαστικότερο.

Δείτε παρακάτω το τρέιλερ της ταινίας:




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑