Reviews Gone Girl

28 Αυγούστου 2016 |

0

Gone Girl

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Φίντσερ

Παίζουν: Μπλεν Άφλεκ, Ρόζαμουντ Πάικ, Νιλ Πάτρικ Χάρις, Τάιλερ Πέρι, Κάρι Γκουν, Έμιλι Ρατακόφσκι

Διάρκεια: 149′

Μεταφρασμένος τίτλος: «Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε»

Η πραγματικά μεγάλη τέχνη οφείλει να είναι η κακή συνείδηση της εποχής της. Να μην την αφήνει να κλείσει μάτι, να την αναγκάζει να στριφογυρνά στο κρεβάτι ενοχλημένη, να τη γεμίζει ενοχές για τα πεπραγμένα της. Η μεγάλη τέχνη, επίσης, πρέπει να αποφεύγει τον σκόπελο του διδακτισμού. Κανένα είδος κριτικής δεν έχει αποτέλεσμα όταν γίνεται με το δάχτυλο τεντωμένο και ύφος βλοσυρό. Είναι εύκολο να την αγνοήσεις έτσι. Κανείς δεν χωνεύει τους ξερόλες «καθηγητάδες» που ρητορεύουν με στόμφο. Στην περίπτωση του κινηματογράφου, το ίδιο το μέσο, με τη μαζική του απήχηση (αλλά και με τις μάζες στο στόχαστρό του), προσφέρει και τις δυο δυνατότητες.

Να στηλιτεύσεις χωρίς κηρύγματα, να γίνεις καυστικός χωρίς να το αντιληφθεί αυτός που κοιμάται βαθιά. Με λίγα λόγια, να επιτεθείς στον άλλο (στον οποιοδήποτε άλλο) την ώρα που νομίζει ότι τον διασκεδάζεις (βοηθάει και η επικρατούσα αντίληψη που θέλει τον κινηματογράφο τέχνη της «απόδρασης» από τα προβλήματα). Και όταν πραγματικά και με συνέπεια τον διασκεδάζεις την ώρα που του δείχνεις ένα κομμάτι του που έχει σαπίσει, τότε μπορείς να λέγεσαι μεγάλος δημιουργός.

Fincher

Σ’ αυτό ο Ντέιβιντ Φίντσερ δεν είναι απλώς μάστορας, είναι κυρίαρχος. Κυρίαρχος μιας τέχνης ειρωνικής, σκοτεινής, ανυποχώρητα σκληρής και επικριτικής, αλλά ταυτόχρονα ψυχαγωγικής, τέλεια συναρπαστικής και -γιατί όχι;- μαζικής! Ο Φίντσερ απευθύνεται στις μάζες, τις «κατσαδιάζει» αλλά ταυτόχρονα (κι εκεί είναι η μαγκιά του) τις κάνει να περνούν καλά. Ποιος δεν πέρασε καλά με το Seven; Ποιος δυσανασχέτησε με το Fight Club; To Zodiac (το κορυφαίο του έργο) μπορεί να ήταν λίγο πιο στρυφνό για τον μέσο θεατή, αλλά ποτέ δεν γινόταν διανοουμενίστικο.

Την ίδια στιγμή οι ταινίες αυτές, παρότι προσιτές με την πιο θετική έννοια, γέμιζαν το συλλογικό ασυνείδητο με δαίμονες. Ο κόσμος έχει σαπίσει, θέλει πέταμα. Κι ο Φίντσερ θα στο πει σαν να σου διηγείται μια συναρπαστική ιστορία με κατάμαυρες χιουμοριστικές ανάσες. Μετά αρκεί να κοιτάξεις γύρω σου (αν όχι μέσα σου) για να αντιληφθείς ότι δεν επρόκειτο για αφήγηση φανταστικών περιστατικών αλλά για την ίδια την Ιστορία που κινείται σε δρόμους απρόβλεπτους, κακοτράχαλους και επικίνδυνους, μέσα στην οποία κινείσαι κι εσύ ανεπαίσθητα, χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι ίσως, αλλά, σίγουρα αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι της. Θες κι εσύ πέταμα λοιπόν. Πρέπει να αλλάξεις. Αυτό είναι το επιμύθιο.

Gone Girl 2

Το Gone Girl σημειολογικά βρίσκεται ανάμεσα στο Fight Club και το Zodiac. Μιλάει κι αυτό για έναν κόσμο απόλυτα παραδομένο στη λατρεία της επιφάνειας, βιαστικό στις κρίσεις του και επιπόλαιο, ενώ ταυτόχρονα θέτει υπό αμφισβήτηση τις έννοιες της Αλήθειας και της λογικής αιτιοκρατίας που πάνω τους θεμελιώθηκε, κουτσά στραβά, ο δυτικός πολιτισμός. Παράλληλα γελάει με τα σύγχρονα χάλια μας ακροβατώντας στο λεπτό σκοινί μεταξύ μαύρης κωμωδίας και απροκάλυπτης σάτιρας νεωτερικών ηθών. Σ’ αυτό μοιάζει πολύ με το Fight Club. Από το Zodiac δανείζεται την αμφισημία και την αίσθηση της διαρκούς εκκρεμότητας.

Από το Seven το «θριλερικό» στοιχείο κι από το Social Network την παραδοχή ότι ζούμε σε μια ψευδοκοινωνία των social media. Μόνο που εδώ ο Φίντσερ μοιάζει λυσσαλέος στον τρόπο που παρωδεί την εποχή μας. Δεν συγκρατεί το υλικό του πριν προσκρούσει (εκεί προς το φινάλε) στη γραφικότητα. Αυτή τη γραφικότητα την επιθυμεί, στη φορμαλιστική της διάσταση -ποτέ σε επίπεδο περιεχομένου- γιατί το γκροτέσκο χαρακτηρίζει τον κόσμο μας κι ο Φίντσερ κάνει πάντα ταινίες για το Τώρα. Γι’ αυτό, όσοι περίμεναν ένα αυθεντικό ψυχολογικό/αστυνομικό θρίλερ, αποπροσανατολίστηκαν και δεν ήξεραν πού να ακουμπήσουν για να κατατάξουν την τελευταία του ταινία.

Gone Girl 4

Πράγματι το Gone Girl διαφεύγει απ’ την εύκολη κατηγοριοποίηση. Παίζει με τα είδη, τα μεταχειρίζεται ανάλογα με το πού θέλει να δώσει βαρύτητα τη δεδομένη στιγμή. Κι αυτό λειτουργεί δραματουργικά, χάρη στην αποστομωτική σκηνοθετική δεινότητα του Φίντσερ που καταφέρνει να κρατάει τις ισορροπίες ανάμεσα στις τόσες εναλλαγές τόνου, ατμόσφαιρας, ρυθμού, σφραγίζοντας τα πάντα με ύφος ενιαίο και το χαρακτηριστικό του στιλιζάρισμα. Μόνο όταν το whodunit μυστήριο μετατρέπεται σε αφηνιασμένη σάτιρα, ρέπει προς την υπερβολή (δικαιολογημένα, αυτό έκανε και το Fight Club), γι’ αυτό κάποιοι το χαρακτηρίζουν μη ρεαλιστικό. Είναι, όμως, στ’ αλήθεια τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά η καρικατούρα της μισητής ξανθιάς παρουσιάστριας που καταδικάζει τον Νικ πριν καν θεωρηθεί ύποπτος απ’ την αστυνομία; Πόσο πιο καρικατούρα είναι από την εγχώρια Τατιάνα Στεφανίδου;

Και η τραγελαφική χαζογκόμενα που τραβάει «selfie» με τον σύζυγο της αγνοούμενης ανήκει σε κάποιον άλλο κόσμο απ’ τον δικό μας; Αρκεί να ανοίξει κανείς το Facebook του για να τον κατακλείσει η αποφορά των καμένων εγκεφαλικών κυττάρων της. Μήπως η βλαμμένη έγκυος γειτόνισσα που, όπως πολύ σωστά λέει η Έιμι, έχει τον σεβασμό ολόκληρης της κοινωνίας απλά και μόνο επειδή άνοιξε τα πόδια, είναι ένα πρόσωπο που δεν συναντάμε στην καθημερινή μας εμπειρία; Αν το Gone Girl είναι λιγότερο «σοβαρό» από το Zodiac, για παράδειγμα (που καθόλου δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, πρόκειται για μια θανατερά σοβαρή ταινία), αυτό οφείλεται στο ότι καθρεφτίζει μια γελοία εποχή.

Gone Girl 3

Ο Φίντσερ λοιπόν εναντιώνεται στην κοινωνία, στην τηλεοπτικοποιημένη πραγματικότητα, στη βλακώδη δημόσια σφαίρα, στις απαίδευτες, ευκολόπιστες μάζες που λατρεύουν και μισούν χαζεύοντας οθόνες, που σκέφτονται, δρουν, καταδικάζουν και αθωώνουν δια αντιπροσώπου. Πρωτίστως όμως, τα έχει βάλει με την Οικογένεια. Η Οικογένεια είναι το πρώτο κοινωνικό κύτταρο όπως μας έμαθαν. Άρα η Οικογένεια ευθύνεται για την κατάντια του κόσμου, αφού εκεί μέσα διαπλάθεται το άτομο. Αν, λοιπόν, είμαστε διαρκώς υπόλογοι στη δικτατορία της κοινής γνώμης και των ηλίθιων αντιπροσώπων της, γι’ αυτό ευθύνεται ο μηχανισμός που παράγει ανόητους συστηματικά. Και τι προηγείται αυτού του συστήματος κατασκευής αναλώσιμων ανδρείκελων χωρίς κρίση; Ο Γάμος.

Έτσι ξεφτιλίζει ένα θεσμό που δεν διαθέτει πια λόγο ύπαρξης, μια καταπιεστική κοινωνική σύμβαση άνευ περιεχομένου. Άνθρωποι που έπαψαν να αγαπιούνται, απονευρωμένοι απ’ τη συνήθεια, παθητικοί, γεμάτοι από αποπνικτική οργή για τα λάθη τους, μνησίκακοι, να ποιοι ετοιμάζουν τους «ανθούς» της κοινωνίας, σου λέει ο Φίντσερ. Πώς να μην φορτωθούν οι απόγονοι τον όγκο των διαψευσμένων ελπίδων τους; Πώς να μην αποτύχουν με τη σειρά τους; Πώς να μην συσπειρωθούν σε μια ελαττωματική συλλογικότητα που θα αναπληρώσει τη χαμένη αίσθηση του ατομικού σκοπού; Το κοινωνικό είναι άμεση απόρροια του προσωπικού. Εδώ, και τα δύο «ξυλοκοπούνται» μέχρι τέλους.

Gone Girl 6

Πριν από τον γάμο, όμως, είναι ο Έρωτας. Μα για τον Έρωτα τι να πεις; Τον Γάμο τον καταδίκασαν και τον καταδικάζουν τόσα μεγάλα μυαλά, συνεπώς δεν πρωτοτυπείς όταν καταφέρεσαι εναντίον του. Τον Έρωτα όμως, τον ύμνησαν οι ποιητές, τον καθαγίασαν οι καλλιτέχνες, τον τίμησαν οι φιλόσοφοι. Ε, για τον Έρωτα ο Φίντσερ έχει φυλάξει τα πιο δηλητηριώδη βέλη του. Γι’ αυτό που νομίζουμε ότι είναι Έρωτας δηλαδή, τυφλωμένοι από τον εγωισμό, τα γενετήσια ένστικτα και τη ματαιοδοξία μας. Βιωματικά ο καθένας ξέρει ότι το «ονειρεμένο κορίτσι», η ερωτεύσιμη, γλυκιά, έξυπνη, τρυφερή, ολόλαμπρη μέσα στην αχλή μυστηρίου που την τυλίγει, κορασίδα, θα εξελιχθεί με τον καιρό σε “manipulative bitch”.

Gone Girl 8

Ότι εκείνος που ενσάρκωσε κάποτε τον «πρίγκιπα του παραμυθιού» (χρήζει διερεύνησης αυτό το αγαπημένο στερεότυπο των γυναικών: οι απαρχές του πρέπει να βρίσκονται στην ιπποτική λογοτεχνία που, ως γνωστών, κατασκεύασε, την περίοδο της φεουδαρχίας, το αστικό πρότυπο για τον ρομαντικό έρωτα), πριν προλάβει η βέρα να αφήσει σημάδι στο δάχτυλό του, θα μετατραπεί σε «άπιστο γουρούνι» και θα αναζητήσει αλλού σεξουαλικές, και άλλες, συγκινήσεις. Όλοι όμως θέλουν από το σινεμά να τους λέει ψέματα. Να συντηρεί την ψευδαίσθηση. Κι έτσι λένε τον Φίντσερ μισάνθρωπο ή μηδενιστή. Όμως μηδενιστικά είναι τα εκατοντάδες φιλμάκια της πλάκας που παρουσιάζουν ιδανικές ιστορίες, ακατόρθωτων και ανορθόδοξων και εξωπραγματικά πρωτότυπων ερώτων. Αυτά τα κατασκευασμένα προς λαϊκή κατανάλωση, πλαστικά σε όλα τους, άρλεκιν της κακιάς ώρας που κολακεύουν την αφέλεια των πολλών, πλαστογραφώντας τη βασική αλήθεια: ότι ο Έρωτας είναι, πρωτίστως, πόλεμος μέχρις εσχάτων που δεν τελειώνει πριν την οριστική επικράτηση του ενός από τους δυο αντιπάλους. Και φυσικά την εξόντωση (ή εξαφάνιση) του άλλου.

Gone Girl 9

Πάνω σ’ αυτή την προβληματική αναπτύσσεται το Gone Girl και, φυσικά, δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο διάβα του. Έρωτας, Γάμος, Οικογένεια, Κοινωνία. Όλα καταρρέουν σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα, όπως κατέρρεε η έννοια της «ιερής» ατομικότητας στο Fight Club, ο Θεός στο Seven, η Αλήθεια στο Zodiac. Αν το δεις σφαιρικά, αυτές είναι και οι κλασσικές, αστικές αξίες πάνω στις οποίες χτίστηκε το σύγχρονο Υποκείμενο. Αυτό που ερωτεύεται στερεοτυπικά (τα χαζά άρλεκιν που λέγαμε), παντρεύεται επειδή αυτό προστάζει η νόρμα, κάνει παιδιά μπας και σωθεί απ’ την πλήξη και στο τέλος, τοποθετείται μπροστά από μια οθόνη, μουδιασμένο, κενό, χωρίς ενέργεια, χωρίς παλμό, πνευματικά στείρο, συναισθηματικά παροπλισμένο, και αφήνεται να ζήσει μέσα απ’ αυτήν.

Το Gone Girl, σαν δαιμονισμένο αριστούργημα που είναι, θέλει να γίνει η κακή συνείδηση αυτού του σύγχρονου Υποκειμένου κι αυτής της κωμικοτραγικής, μικρόψυχης εποχής. Τα καταφέρνει απόλυτα. Ακόμα κι αυτοί που θα νομίζουν ότι απλώς το διασκέδασαν, δεν υπάρχει περίπτωση μετά να μην ρίξουν ένα βλέμμα καχυποψίας, στον «άνθρωπο της ζωής τους» κι έπειτα, ίσως, στον καθρέφτη τους. Αυτό που πέτυχε ο Φίντσερ εδώ, μόνο με τα μεγάλα κατορθώματα του Χίτσκοκ μπορεί να συγκριθεί. Έφτιαξε ένα έργο ανεξάντλητο σημειολογικά, δουλεμένο με απίστευτο περφεξιονισμό, πλούσιο σε πτυχές, υποστρώματα και διαστάσεις που μπορεί παράλληλα να λειτουργεί έξοχα και σαν φιλμ μεγάλου κοινού. Μάλλον η ταινία των καιρών μας. Γενικότερα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑