Festivals The Goat Horn (Kozijat rog)

5 Νοεμβρίου 2017 |

0

The Goat Horn (Kozijat rog)

Ματιές στα Βαλκάνια: Από τις λέξεις στις εικόνες – Βαλκανική λογοτεχνία και κινηματογράφος

Σκηνοθεσία : Μετόντι Αντόνοφ

Παίζουν : Άντον Γκόρτσεφ, Κάτια Πασκάλεβα, Νεβένα Αντόνοβα

Ελληνικός τίτλος : Το κέρας της κατσίκας

Διάρκεια : 105’

Έτος παραγωγής : 1972

Χώρα παραγωγής : Βουλγαρία

Ένα από τα πιο σπουδαία Βουλγάρικα φιλμ που γυρίστηκαν ποτέ (μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία) και ίσως το πιο γνωστό εκτός των συνόρων της χώρας. Βασισμένο σε έναν παλιό, λαϊκό μύθο, που αρχικά ανασυστάθηκε και εν συνεχεία μετατράπηκε σε σύντομη ιστορία από τον Νικολάι Χάϊτοφ, ο οποίος εμφανίστηκε στη δεκαετία του ’60 για να αναδειχθεί σε έναν από τους πλέον δημοφιλείς συγγραφείς της χώρας, μένοντας κυρίως γνωστός για τις περιγραφές του γύρω από τους ανθρώπους και τις παραδόσεις της απομονωμένης και κάπως «άγριας» περιοχής των βουνών της Ροδόπης, στο νότιο τμήμα της χώρας.

Το σενάριο, ωστόσο, ξεμακραίνει πέρα από την όποια ιστορική και ψυχολογική ακρίβεια, σε αναζήτηση μιας ακόμη μεγαλύτερης αλήθειας, που είναι αυτή μιας συγκλονιστικής ανθρώπινης τραγωδίας. Ο εισαγωγικός του τίτλος («Αυτή η αιματοβαμμένη ιστορία συνέβη τον 17ο αιώνα. Αρχινά με μια πράξη βίας…») καθιστά – προφανώς – σκόπιμη την μετάθεση από το (σπάνιας δύναμης) αρχικό (και αρχετυπικό) αφήγημα της αιματηρής εκδίκησης σε μια πιο φιλόδοξη σπουδή γύρω από τις καταστροφικές, αλυσιδωτές επιπτώσεις της βίας στην ψυχή του ανθρώπου, που – σταδιακά – γίνεται και το κυρίαρχο θέμα της ταινίας.

Παράλληλα με την θεματική, υπάρχει και μια φορμαλιστική εξέλιξη : η ταινία απορρίπτει την πιο κινηματογραφική δραματοποίηση που θα της εξασφάλιζαν τα φλας μπακ και το χτίσιμο μιας αγωνιώδους έντασης μέσα από το βαθμιαίο ξεδίπλωμα της ίντριγκας, για χάρη μιας ευθύγραμμης και απλής αφήγησης, με εξαιρετικά αραιό διάλογο και μια περισσότερο προβλέψιμη – αλλά εξίσου συγκινητική – πλοκή. Στον διπλό ρόλο της συζύγου του βοσκού Καραϊβάν (Άντον Γκόρτσεφ) που βιάζεται και τελικά δολοφονείται από μια ομάδα Τούρκων και της κόρης τους Μαρίας (μπρος στα παιδικά μάτια της οποίας εξελίσσεται το αποτρόπαιο φονικό), η οποία ανατρέφεται από τον πατέρα της στα βουνά σαν αρσενικό αγρίμι και εκπαιδεύεται ως μελλοντικός εκδικητής των αυτουργών, φονιάδων της μάνας της (τους οποίους ξεπαστρεύει χρησιμοποιώντας για όπλο ένα κέρας αίγας), αλλά ερωτεύεται και αυτοκτονεί όταν ο Καραϊβάν δολοφονεί τον εραστή της, η Κάτια Πασκάλεβα (μια από τις σημαντικότερες ηθοποιούς που έβγαλε η γειτονική χώρα, η οποία δεν σε κατακτά ως γυαλιστερή ομορφιά, αλλά ως φιγούρα που διαθέτει την μελαγχολική χάρη μιας Μαντόνας) παραδίδει μια αλησμόνητη ερμηνεία.

Τολμηρή (για την εποχή και το πολιτικό καθεστώς της συγκεκριμένης χώρας) χρήση του σεξ και της βίας (αλλά και ένας γενικότερος βαθμός ελευθερίας της καλλιτεχνικής έκφρασης), εξαιρετικός σκηνοθετικός ρυθμός, σκληρή και επιβλητική ασπρόμαυρη φωτογραφία και ένα βαθύ, εγγενές φολκλόρ που ακουμπάει στις ρίζες μιας ιδιαίτερης παράδοσης και κληρονομιάς και ανυψώνει στιλιστικά το φιλμ μέσα από την σύλληψη μιας μοναδικής (ιστορικής και λαογραφικής) ατμόσφαιρας. Αγγίζει, αναμφίβολα, μια πολύ οικεία και ευαίσθητη χορδή της συλλογικής συνείδησης μιας χώρας που τα τελευταία εκατό χρόνια της ανεξαρτησίας της δοκιμάστηκαν άγρια (αν δεν κυριαρχήθηκαν κιόλας) από τις συνέπειες μιας σκληρής οθωμανικής καταπίεσης, απειλώντας – κατά καιρούς – ακόμα και την ίδια την ύπαρξή της.

Το τραγούδι της ηρωίδας (ένα μελαγχολικό, γλυκόπικρο, υπνωτιστικό μουρμούρισμα, στο οποίο προστέθηκαν στίχοι για τις ανάγκες του έργου) γνώρισε μεγάλη επιτυχία, ενώ δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του φιλμ, η ιστορία του Χάϊτοφ μετατρέπεται και σε μπαλέτο και ανεβαίνει στην Εθνική Όπερα της Σόφιας. Έργο ορόσημο, όχι μόνο για τον σκηνοθέτη του (ο πρόωρος θάνατος του οποίου το 1974, έθεσε τέλος σε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα), αλλά και για το ίδιο το Βουλγάρικο σινεμά, προσδίδοντάς του γόητρο και ανατρέφοντας μελλοντικές γενιές σινεφίλ και δημιουργών, ωθώντας τους να φέρουν στο προσκήνιο τον σύγχρονο πολιτισμό της χώρας τους.

Αληθινό masterpiece. Από αυτά που …απαγορεύεται να μην έχεις δει. Μια ιστορία που βαθμιαία μετατρέπεται (και γιγαντώνεται) σε ένα «μοιρολόι» για την προσωπική ελευθερία, την αγάπη και το ανθρώπινο πνεύμα. Οι λέξεις σπανίζουν μέσα του, οι δυνατές εικόνες και οι αξέχαστες στιγμές αφθονούν. Οι σιωπές κρύβουν σκέψεις και τα βλέμματα συναισθήματα και ταραγμένες ψυχές. Συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά ενός κινηματογραφικού μεγαλείου : μια ιστορία που διαθέτει δραματουργικό βάθος εφάμιλλο κλασικής τραγωδίας, ένα οπτικά λιτό (εντούτοις συγκλονιστικό) αφηγηματικό στυλ που το κάνει μνημειώδες και λυρικό συνάμα, ερμηνείες τόσο καλές που αγγίζουν σχεδόν τα (νεο)ρεαλιστικά όρια και ένα τραγούδι που είναι αδύνατον να ξεχάσεις.

Απόλυτη αρμονία ανάμεσα στους ηθοποιούς και το φυσικό σκηνικό, που εκτελεί χρέη πρωταγωνιστή. Ωδή στην απλότητα, μέσα από πλάνα που μετατρέπουν το πρωτόγονο ένστικτο σε συναίσθημα και την τραχύτητα του τοπίου σε λυρικό εναγκαλισμό. Οι ήχοι του βουνού, από το κελάρισμα του νερού στις ρεματιές μέχρι το νυχτερινό τραγούδι ενός γκιώνη, πλαισιώνουν την γεμάτη (εν)συναίσθηση, άκρως δημιουργική (και ουδέποτε ενοχλητική) δουλειά της κάμερας, που παραδίδει πλάνα μοναδικής δύναμης και γοητείας. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τη δράση σε ένα σκηνικό σπαρτιάτικης ποιμαντικής απλότητας, που αρχικά φαντάζει κάπως απωθητικό μέσα στην ωμότητα, την τραχύτητα και την απογυμνωμένη αγριότητα που το περιβάλλει. Το γεγονός πως κατορθώνει μέσα σε αυτό να υφάνει έναν αφηγηματικό ιστό που οδηγεί σταδιακά τον θεατή να γίνεται δέκτης στιγμών υψηλότατης κινηματογραφικής ποίησης, δείχνει το μεγαλείο και το ταλέντο του…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑