Reviews The Geographer Drank His Globe Away (Geograf globus propil)

11 Φεβρουαρίου 2018 |

0

The Geographer Drank His Globe Away (Geograf globus propil)

Σκηνοθεσία : Αλεξάντρ Βελεντίνσκι

Με τους : Κονσταντίν Καμπένσκι, Έλενα Λιάντοβα, Αλεξάντρ Ρόμπακ, Ανφίσα Τσέρνιουκ, Ευγενία Μπρικ

Πρωτότυπος τίτλος : Geograf globus propil

Διάρκεια : 120’

Έτος Παραγωγής : 2013

Χώρα Παραγωγής : Ρωσία

[…Με την ιδέα πως μονάχα η δικιά σου ζωή είναι δικιά σου, μόνο ο δικός σου ο εαυτός είναι ο εαυτός σου, μπορείς ν’ απαλλαγείς απ’ την τυραννία των μεγάλων (με την ίδια ιδέα απαλλάξου από κάθε λατρεία στον ηρωισμό για το αύριο και στη θυσία για ότι μελλοντικό…) Δεν υπάρχουν «μεγάλοι». Άνθρωποι μόνο υπάρχουν. Κι αν εγώ δεν μπορώ να γράφω τον « Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, μητ’ εκείνος όμως θα μπορούσε να γράψει αυτό το γράμμα, όσο ασήμαντο κι αν είναι. Κι αυτό γιατί κανένας άνθρωπος σ’ όλον το χώρο δεν μπορεί να κάνει ή να ζήσει ότι κάνει κι όπως ζει ένας άλλος. (Όσο για το αντικειμενικό βάρος, τη λεγόμενη «αξία», όλων μαζί των υπαρκτών το βάρος ισούται με το μηδέν). Πράξε πάντοτε έτσι που, πεθαίνοντας, να χεις το δικαίωμα να φωνάξεις : τόσο μου ήταν δοσμένο!…] (Ρένος Αποστολίδης : Πυραμίδα 67)

Το «επικό» υπήρξε συνώνυμο με το ρώσικο σινεμά των πρώιμων αλλά και των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών (βασικά δεν έπαψε ποτέ να το αποπνέει ως διάσταση). Αυτή η μεγάλη παράδοση συνεχίζεται εδώ, με τούτη την σαρωτική, υπέροχα κωμικοτραγική και πολύχρωμη απεικόνιση της ζωής σε μια βιομηχανική πόλη στις όχθες του ποταμού Κάμα, στη σκιά των μεγαλοπρεπών Ουραλίων, στην ευρωπαϊκή μεριά της Ρωσίας. Κεντρικός χαρακτήρας ένας αδιόριστος βιολόγος (ο ανυπέρβλητος Κονσταντίν Καμπένσκι – γνωστός στη Δύση από τον ρόλο του «Εξολοθρευτή» στο Wanted (2008) και του Πολιακόφ στο Tinker Tailor Soldier Spy (2011) – κουβαλάει στους ώμους του όλο το φιλμ) που δέχεται – απρόθυμα μεν, εξαιτίας της ανέχειας δε – να διδάξει σε Λύκειο το μάθημα της Γεωγραφίας.

Η ανεπάρκεια, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται το μεγαλύτερο πρόβλημα απέναντι στους μαθητές του. Θα πλακώσει στο ξύλο μερικούς από δαύτους, θα φλερτάρει με άλλους, θα πιεί, θα καπνίσει, θα παίξει χαρτιά μαζί τους και στο τέλος, θα θέσει τις ζωές τους σε κίνδυνο – μέσα από ένα ταξίδι στην άγρια φύση (ανεπανάληπτα κινηματογραφημένο και ασύλληπτα καθηλωτικό), για το οποίο κανείς τους δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένος. Ποιος είπε πως η διαδικασία της μάθησης δεν μπορεί να είναι μια ενδιαφέρουσα …μυητική εμπειρία; O ήρωας, ο Βίκτορ Σλούσκιν, δεν επιζητεί την φθηνή αποδοχή των μαθητών του. Δεν πιστεύει στα οφέλη του μαστίγιου και του καρότου. Ούτε εξερευνά την σαδομαζοχιστική πλευρά της διοχέτευσης της γνώσης. Εδώ, καλά-καλά, δεν είναι σίγουρος για το ποιος ανακάλυψε τον …Βόρειο Πόλο. Η έλλειψη εμπειρίας αλλά και ενθουσιασμού δεν τον βοηθούν, το ίδιο κι οι απείθαρχοι μαθητές του που διαρκώς τον προκαλούν – τη μια δωρίζοντάς του στα γενέθλια πυξίδα (για να βρει το δρόμο του στη ζωή), την άλλη ουρώντας στο σφουγγάρι του μαυροπίνακα. Κι εσύ τον αντιμετωπίζεις με συμπάθεια όταν εξαπολύει εναντίον τους έναν πλήρως απαξιωτικό Φιλιππικό!

Οι χαρακτήρες γύρω του τον θέτουν σε διαρκή δοκιμασία : η εξουθενωμένη και αποκαρδιωμένη από μια περιοριστική ζωή γυναίκα του (εξαιρετική σ’ αυτό το λίγο που σου δίνει – κυρίως μέσα από βλέμματα και σιωπές – η Έλενα Λιάντοβα) που τον πετάει απ’ το κρεβάτι της, ο καλοβαλμένος επιχειρηματίας – παλιόφιλος του τελευταίου (Αλεξάντρ Ρόμπακ) που την καλοβλέπει (κι ο ήρωας… παραμερίζει απέναντι στο φλερτ αυτό), οι υποψήφιες ερωμένες που εμφανίζονται βλέποντας τα προβλήματα στο γάμο του (μια παλιά συμμαθήτρια που ακόμα τον λαχταρά και μια συνάδελφος με πολυτελές διαμέρισμα και οξυδερκή ματιά για τους άντρες σε κρίση – απολαυστική στο ρόλο της τελευταίας η Ευγενία Μπρικ). Εκεί κι ο κλόουν και ψευτονταής της τάξης, εκεί και η έφηβη Μάσα (ακατέργαστης, αρχετυπικής ομορφιάς το σμίλευμα της νεαρής Ανφίσα Τσέρνιουκ) που τον ερωτεύεται, εκεί κι ο επίδοξος μνηστήρας της τελευταίας που νιώθει να απειλείται απ την παρουσία του ήρωα και τη γοητεία που της ασκεί.

Και στη μέση ο Σλούσκιν του Καμπένσκι, ένας τύπος που είναι σαν να ‘χεις ανακατέψει στο μπλέντερ τον δικό μας Καφετζόπουλο με τον Ντελόν του La prima notte di quiete! Που θα επιθυμούσε να ζει – με κοσμικούς όρους – τη ζωή ενός σύγχρονου αγίου. Κανενός η ευτυχία να μην εξαρτάται από κείνον, ούτε η δική του από κάποιον άλλον. Που θα εξακολουθούσε να αγαπά τους ανθρώπους κι εκείνοι αυτόν. Μια τέλεια αγάπη. Με κεφαλαίο Α. Τι είναι επιτέλους αυτός ο χαρακτήρας; Αδιάφορος για τα πάντα και τους πάντες, συμπεριλαμβανομένων της γυναίκας και της κόρης του; Απρόθυμος να συνεισφέρει; Ανώτερος όλων; Φυγόπονος; Ανεύθυνος; Ελεύθερο πνεύμα; Ή απλώς ένας κυνικός; Και πως μια φιγούρα τόσο ισοπεδωτική, παραμένει εξαίσια γοητευτική για τον θεατή;

Η απάντηση έρχεται μέσα από το ίδιο το φιλμ, που δεν είναι παρά ένα πικρό σχόλιο για την σύνθλιψη της ρωσικής ιντελιγκέντσιας στη μετα-σοβιετική εποχή : η γενιά του Σλούσκιν είναι μια γενιά που δεν μπορεί πλέον να διδάξει τίποτα και σε κανέναν. Απέναντι στην αδιάκριτη μάζα των οργίλων εφήβων (που νοιάζονται μόνο για τα κινητά, το πορνό και τους μπάφους), ο ήρωας στέκει ως άλλος Άμλετ. Η μετατόπιση από τη λατρεία της εκπαίδευσης στη λατρεία του χρήματος σηματοδοτεί την οικτρή αποτυχία ενός προγράμματος Διαφωτισμού, για το οποίο η διανόηση υπήρξε υπεύθυνη στη σοβιετική κοινωνία.

Οι εκπρόσωποί της, είτε κατέληξαν σαν τον Σλούσκιν, είτε μετετράπησαν σε θλιβερούς μικροαστούς. Δεν δυσκολεύεσαι να καταλάβεις τι έχει συμβεί : ο ήρωας, πρώην επιστήμων, άνεργος μετά το κλείσιμο διαφόρων ινστιτούτων και το «πάγωμα» των ερευνητικών προγραμμάτων, «παραιτημένος», με χαμένη – σε περίοδο πολιτικών ανακατατάξεων και κοινωνικοοικονομικού κατακλυσμού – ταυτότητα και προσανατολισμό. Κι ο θεατής αδιάψευστος μάρτυρας της τραγωδίας ενός ανθρώπου.

Βέβαια, επειδή η δράση τοποθετείται στο σήμερα (κι όχι 20 χρόνια πίσω, όπως στη νουβέλα στην οποία βασίζεται), δεν ανιχνεύει κανείς εύκολα τα λογικά ή προφανή κίνητρα πίσω απ’ τις συμπεριφορές ή τις πράξεις του : τον θεωρεί εγωιστή, αιώνιο παιδί, αντιήρωα, τύπο που δεν υπολογίζει κανέναν πέρα απ’ τον εαυτό του. Όλα αυτά δεν τα φωνάζει το σενάριο – είναι η διακριτική, σχεδόν «αόρατη» παρουσία τους στο φόντο της ιστορίας, που λειτουργεί καθοριστικά για τον θετικό αντίκτυπο και τη γοητεία που σου ασκεί η φιγούρα του τελευταίου – επιθυμώντας να απεικονίσει την «ήττα» της γενιάς του Σλούσκιν ως νίκη του αληθινού ανθρώπου. Σαν αυτή που προδίδει το μικρό του όνομα. Βίκτορ!

Γι’ αυτό κι ο τελευταίος ανυψώνεται στη θέση κάποιου που – εν τέλει – δεν προδίδει τον εαυτό του, παραμένει αληθινός και ανθρώπινος μέχρι τέλους, ένας ανόητος (και αμετανόητος) «άγιος», ένας νέος Μίσκιν (σαν τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι), κι ας παραμένει ολίγον ασαφές ποιες αξίες και ποιες πράξεις είναι εκείνες που συνεπάγονται τη νίκη του. Έτσι οφείλει να συμβαίνει με το σινεμά – τα γοητευτικά πράγματα δεν πρέπει να επεξηγούνται πλήρως. Κι ο Σλούσκιν του Καμπένσκι, είναι απ’ τα πιο γοητευτικά πλάσματα που θα συναντήσεις ποτέ σου στο σελιλόιντ!

Ως δάσκαλος, είναι μια αποτυχία. Είναι όμως απόλυτα αληθινός. Δεν διδάσκει μέσα από την παιδαγωγική, αλλά μέσα απ’ την ίδια του την ύπαρξη. Δεν βρίσκεται σε σύγχυση ούτε σε ότι αφορά τη σχέση του με τις γυναίκες, ούτε με τη ζωή γενικότερα. Δεν θα πατήσει επί πτωμάτων για να επιτύχει, δεν θα προδώσει, δεν είναι αλαζόνας. Δεν είναι αλκοολικός, πίνει μονάχα όταν έχει να κάνει κάτι άβολο, να εκτελέσει μια μικρή καθημερινή ευτέλεια (που μπορεί και να ανακούφιζε κάπως τη ζωή του). Όταν πίνει, η ευτέλεια αντικαθίσταται από ανάρμοστη συμπεριφορά. Εντελώς απροσάρμοστος στα κοσμικά ήθη και την υποκρισία. Που αρνείται να ακολουθήσει τον συρμό. Η καλοσύνη του απροσμέτρητη. Η ανιδιοτέλειά του εντελώς ξένη (και απειλητική) για τους άλλους.

Ο πλήρης ορισμός του πολιτισμένου ανθρώπου, του ουμανισμού και ενός μελλοντικού κόσμου. Ένας γελωτοποιός, που μέσα απ την αντισυμβατική συμπεριφορά του, εκθέτει τις ανεπάρκειες των υπολοίπων. Σαν καθρέφτης που αντανακλά την ίδια την κοινωνία. Για την (ίδια την) σημερινή Ρωσία μπορεί να μην ανακαλύπτεις και πολλά μέσα απ’ το φιλμ, σίγουρα όμως οι Ρώσοι θα βρήκαν στο πρόσωπο του Σλούσκιν έναν … ήρωα του καιρού τους. Σαν τον πρωταγωνιστή του αριστουργήματος του Λέρμοντοφ, τον Πετσόριν, έτσι κι ο Σλούσκιν αγαπάει την περιπέτεια, λατρεύει τη φύση και τις γυναίκες μ’ έναν τρόπο δικό του – λεπτό, εξευγενισμένο, βαθιά ανθρώπινο. Χαρακτηριστικό του η ειρωνεία – δίχως κακία ή μίσος, ειρωνεία γεμάτη συμπάθεια, τρυφερότητα, ανθρωπιά. Ζει και χαίρεται ανέμελος, αδέσμευτος. Κλαίει και γελάει μαζί στην προσπάθεια να βρει λύση στις απορίες του…

Ο Καμπένσκι ζωγραφίζει με την ερμηνεία του σε όλο το φιλμ : απολαυστικός στην έναρξη όταν παριστάνει τον κωφάλαλο για να γλυτώσει το εισιτήριο του τρένου. Κι ύστερα, με το ταλάντεμά του σε μια παιδική κούνια ή την «εξαφάνισή» του απ’ το μπαλκόνι στην τελευταία σκηνή. Μα πάνω απ’ όλα με την κατάληξη του ειδυλλίου του με την νεαρή Μάσα, όμοια με εκείνη στο American Beauty του Μέντες : ακόμα και το (επαναλαμβανόμενο) πλάνο ενός ερωτικού γράμματος που βουλιάζει στο νερό, θυμίζει εκείνο της ιπτάμενης πλαστικής σακούλας στο φιλμ του τελευταίου. Η ψυχική διάθεση του Σλούσκιν είναι παρόμοια με εκείνη των μαθητών του – κανείς τους δεν βιάζεται να «μεγαλώσει» (πλην της Μάσα, για προφανείς λόγους).

Το μάθημα που τους διδάσκει απευθύνεται και στον ίδιον. Και το ταξίδι θα γίνει ένα επιπλέον μάθημα αυτογνωσίας για όλους. Στον θεατή μένει να καθορίσει ποιος ωφελείται περισσότερο. Θα μπορούσε, βέβαια, να μετατραπεί και σε εξαίρετο μάθημα ιστορίας – με το τοπίο και τα απομεινάρια του να χρησιμεύουν ως εφαλτήριο καταβύθισης από την ξεχασμένη ζωή των πρωτόγονων, ιθαγενών φύλων μέχρι τα γκούλαγκ, αντί να περιορίζεται στην ανεύρεση … απολιθωμένων περιττωμάτων των μαμούθ (αφού το κάνεις που το κάνεις, κάντο σωστά). Αλλά μην είμαστε και πλεονέκτες.

Το αισιόδοξο μήνυμα που θα ‘θελε να μεταφέρει το φιλμ (και ίσως – με δεδομένη την χρονική απόσταση – να είναι και το μήνυμα της νουβέλας) είναι αυτό μιας οικονομικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένης ιντελιγκέντσιας που εκδηλώνοντας τη θέλησή της για ελευθερία, επιχειρεί να διδάξει την επόμενη γενιά πώς να την διεκδικήσει. Το τελικό του μήνυμα παραμένει πιο πεσιμιστικό, παρά την ατμόσφαιρα και το γλυκόπικρο χιούμορ που το διαπνέει. Ίσως επειδή η ελευθερία του ήρωα φαντάζει εντελώς αποκομμένη από τον ισοπεδωτικό κυνισμό και την αδιαφορία των μαθητών του.

Ίσως επειδή κι η σκηνοθεσία αναλώνεται τόσο να (αυτο)θαυμάζει την κινηματογραφική φιγούρα που δημιουργεί. Αντί να εξερευνά τα αίτια αποτυχίας αυτής της γενιάς, υποκαθιστά (με τρόπο κολακευτικό και παρήγορα επιεική για εκείνην) τη φιγούρα μιας (επί της ουσίας στατικής) μη-οντότητας με έναν ιδεαλιστή, που η ευχάριστη ασάφεια και ασυμμετρία του σε προσκαλούν να καθρεφτίσεις τις δικές σου ανασφάλειες πάνω του. Εν τούτοις, και εδώ είναι το καθόλα άξιο του εγχειρήματος, σου απεικονίζει απτά, ολοζώντανα, το πλέον απαισιόδοξο σύμπτωμα της ήττας της μετα-σοβιετικής ιντελιγκέντσιας : εκείνο της Άρνησης.

Ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα σκηνικό που συνιστά μάθημα …γεωγραφίας από μόνο του. Βασισμένο – ως επί το πλείστον – στο (διαθέσιμο) φυσικό φως, το χειμερινό τοπίο καθηλώνει με μια ολοζώντανα ψυχρή παλέτα που ανακατεύει το μπλε με το γκρίζο. Το παγωμένο Περμ στέκει θλιμμένα γοητευτικό, ρυπαρό, βουτηγμένο στην αταραξία και την μελαγχολική μιζέρια του αστικού του περιγράμματος, με τα γερασμένα κτίρια (τα τόσο χαρακτηριστικά της παλιάς Ρωσίας) των στριμωγμένων τετραγωνικών, των ξεφλουδισμένων σοβάδων και των απλωμένων ρούχων στα σχοινιά. Αυτή τη θέα όμως, απ’ το μπαλκόνι του ήρωα, που είναι σαν να τη βλέπεις μέσα απ’ τα μάτια του, αργείς πολύ να την αποβάλλεις!

Το Περμ υπήρξε κάποτε πείραμα για μια ριζοσπαστικού τύπου πολιτιστική αναγέννηση. Ωστόσο, μόνο το γλυπτό σλόγκαν … «η ευτυχία δεν είναι πίσω απ’ τα βουνά» απομένει πλέον εκεί για να στο θυμίζει. Μετά έρχεται η ηλιοφάνεια της Άνοιξης, που δένει με τις σκηνές στο σχολείο. Και στη συνέχεια, η καθηλωτική κινηματογράφηση του ταξιδιού στα Ουράλια, το τοπίο, οι εικόνες, οι ήχοι που σε τρελαίνουν. Οι διαρκείς αντανακλάσεις και μεταθέσεις του σκηνικού, του φωτός και των χρωμάτων. Το κοντράστ με την πρότερη, ζοφερή καθημερινότητα των χαρακτήρων. Και εκεί, επιτέλους, μια φύση που παντρεύεται με την οικουμενικότητα του φιλμικού θέματος.

Εκεί που το Στον Κύριό μας με Αγάπη συναντά το Deliverance (του Μπούρμαν) σε ένα μοραλιστικό, πνευματικό και σωματικό ταξίδι που αφουγκράζεσαι με κάθε πόρο σου για όσο διαρκεί και όχι μόνο! Κι έπειτα, η περιπλάνηση της Μάσα και του Σλούσκιν στο μεθυστικό δάσος με τα έλατα και τις σημύδες, η απογοήτευση της ανακάλυψης του εγκαταλειμμένου χωριού (στη νουβέλα ήταν στρατόπεδο εργασίας), η περιπέτεια κάτω απ’ την καταρρακτώδη βροχή και η αγωνία της αναζήτησης καταφυγίου.

Η επιβλητικότητα της πέτρας, λες και τα Ζαγοροχώρια χώθηκαν μες στα Ουράλια, και τα μουσκεμένα, γυμνά σώματα που έρχονται κοντά για να στεγνώσουν γύρω απ’ τη φωτιά που σιγοκαίει σ’ ένα τζάκι (την ώρα που «μάχονται» τις πιο μύχιες επιθυμίες τους), θυμίζοντας τους ήρωες του 41ου του Τσουχράι. Αυτός ο … «Γεωγράφος (έτσι τον φωνάζουν οι μαθητές του) που έπνιξε την Υδρόγειό του στο πιοτό», είναι μια απ τις ομορφότερες κινηματογραφικές εμπειρίες που θα ζήσεις ποτέ!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑