Devil’s Knot

Σκηνοθεσία: Ατόμ Εγκογιάν

Παίζουν: Ρις Γουίδερσπουν, Κόλιν Φερθ,

Διάρκεια: 114’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Τα δεσμά του διαβόλου»

Στις 6 Μαΐου 1993, τρία οκτάχρονα αγόρια από την επαρχιακή πόλη Γουέστ Μέμφις της πολιτείας του Άρκανσο, βρέθηκαν νεκρά, 24 περίπου ώρες μετά την επίσημη δήλωση της εξαφάνισής τους. Η βιαιότητα των χτυπημάτων που είχαν δεχτεί, καθώς και το συνολικό παρουσιαστικό των πτωμάτων τους, οδήγησε τάχιστα στην κυκλοφορία φημών πως τα τρία αγόρια είχαν πέσει θύμα κάποιας σατανιστικής αίρεσης. Η βαθιά θρησκευόμενη τοπική κοινότητα διόγκωσε τις ανυπόστατες αυτές φήμες και ζητούσε μανιασμένα την (εφ)εύρεση των ενόχων προκειμένου να ανακουφιστεί το συλλογικό αίσθημα φρίκης. Ένα μήνα αργότερα, τρεις περιθωριακοί έφηβοι βρέθηκαν κατηγορούμενοι, με κυριότερο αποδεικτικό στοιχείο την ομολογία ενός εξ αυτών. Ο 17χρονος βέβαια που ομολόγησε την πράξη αφενός έπασχε από χρόνια προβλήματα νοητικής υστέρησης, αφετέρου ομολόγησε κατόπιν τετράωρης βασανιστικής ανάκρισης. Παρά τη συνολική οφθαλμοφανή έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων και κατά παραβίαση της αρχής του “reasonable doubt”, οι δύο κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε ισόβια, ενώ στον τρίτο επιβλήθηκε η θανατική ποινή. Οι καταδικασθέντες και οι συγγενείς τους κυνήγησαν μέχρι τέλους την υπόθεση και δικαιώθηκαν μετά τον εντοπισμό στα πτώματα και στη σκηνή του εγκλήματος γενετικού υλικού, το οποίο δεν αντιστοιχούσε σε κανένα από τους καταδικασθέντες. Στις 11 Αυγούστου 2011 και αφότου είχαν περάσει 18 χρόνια στη φυλακή, οι επονομαζόμενοι και ως “The West Memphis Three” αφέθηκαν ελεύθεροι.

Αντλώντας υλικό από το βιβλίο της ντόπιας δημοσιογράφου Mara Leveritt, “Dark Spell, Surviving the Sentence”, ο Καναδό-Αρμένιος σκηνοθέτης καταπιάνεται με μία ιστορία που φαινομενικά τουλάχιστον ταιριάζει γάντι στη διαχρονική του οπτική. Η ανθρώπινη αφοπλιστική αμηχανία μπροστά στην ανεξήγητη φρίκη και την ακατανόητη τραγωδία. Η αγωνία για την απονομή δικαιοσύνης που εκτρέπεται σε παράλογη υστερία, σχεδόν εξίσου βίαιη όσο και το αρχικό έγκλημα. Η ατελείωτη οδύνη της απώλειας, η συνεχής επανάληψη του πόνου. Η περιγραφή μιας κατάστασης που δεν μπορεί να διορθωθεί με κανένα τρόπο, που έχει συντελεστεί τελεσίδικα. Η ανθρωποκεντρική προσέγγιση του πώς ένα αποτρόπαιο κεντρικό γεγονός επιδρά σε όλες τις επιμέρους μεμονωμένες ψυχολογίες μιας κοινωνικής δομής. Η εκ των πραγμάτων ανεπαρκής διαχείριση οριακών συνθηκών και η αναγκαιότητα επούλωσης ομαδικών και ατομικών τραυμάτων που δεν λένε να κλείσουν. Όλα τα παραπάνω στοιχεία υπάρχουν όντως και στην προτελευταία (ναι, προτελευταία, καθότι η τελευταία, με τον τίτλο “The Captive”, έκανε πρεμιέρα στο πρόσφατο Φεστιβάλ των Καννών) ταινία του Ατόμ Εγκογιάν, αλλά μονάχα σε θεωρητικό ή έστω σε πρωταρχικό επίπεδο.

Μακριά από τη τρυφερή συναισθηματική οδύνη του “Exotica” (1994) και την υπέροχη μεστότητα του “The Sweet Hereafter” (1997), ο Εγκογιάν μοιάζει δυστυχώς απόμακρος και ψυχρός. Είναι φανερό πως έχει και πάλι την πρόθεση να σκάψει σε βάθος, αλλά αυτή τη φορά περιορίζεται εν τέλει στην επιφάνεια της ιστορίας του. Δεν διεισδύει σε κανένα κόσμο, μήτε των «θυτών» μήτε του περιγύρου των θυμάτων. Κι αν στην περίπτωση των πρώτων, μπορούμε να το δεχτούμε ως συνειδητή δραματουργική επιλογή, σε αυτή των δεύτερων, δεν υπάρχει κανένα ελαφρυντικό. Καθώς εκτυλίσσεται η πλοκή, περιμένουμε υπομονετικά να νιώσουμε την απόγνωση που περιβάλλει τους ήρωές του. Περιμένουμε να αφεθούμε στη βασανιστική αίσθηση μίας κατάστασης που ρέπει αναγκαστικά προς το ανικανοποίητο και το λειψό. Παρόλα αυτά, τα όσα βλέπουμε στην οθόνη μας διατηρούν σε μία ανεπιθύμητη απόσταση ασφαλείας. Δεν συμπάσχουμε με την ανάγκη για λύτρωση, δεν ταυτιζόμαστε με τη δίψα για αλήθεια. Ο Εγκογιάν πιστοποιεί πως έχει μάλλον εισέλθει σε μία δημιουργική κάμψη, δείχνοντας πιο «τακτοποιημένος» και συμβατικός σε σχέση με την παλιά του φιλμογραφία. Αν πάντως υπάρχει κάποιο σημείο όπου η κάμψη αυτή είναι εμφανής, είναι μάλλον στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Κόλιν Φερθ μοιάζει με ιδανική επιλογή για τον ρόλο του ντετέκτιβ που αντιτίθεται στην καταδίκη και βασανίζεται από μία εσωτερική μοναξιά. Εντούτοις, δείχνει άχρωμος, άοσμος και ασαφής από την αρχή ως το τέλος. Και μας κάνει να αναπολούμε τις παλιές πρωταγωνιστικές φιγούρες του Εγκογιάν, όπως την υπέροχα νοσηρή περσόνα του Ηλία Κοτέα στο σκοτεινότατο “The Adjuster” (1991).




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest