Reviews Deux Jours, Une Nuit

26 Νοεμβρίου 2014 |

0

Deux Jours, Une Nuit

Σκηνοθεσία: Ζαν-Πιερ και Λυκ Νταρντέν

Παίζουν: Μαριόν Κοτιγιάρ, Φαμπρίτσιο Ροντζιόνε

Διάρκεια: 95’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Δύο μέρες, μια νύχτα»

Η περίφημη «κρίση». Είναι πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα. Έχει λάβει διαστάσεις σχεδόν μεταφυσικές. Όλοι θέλουν να μιλήσουν γι’ αυτή. Όλοι θέλουν να πουν το μακρύ τους και το κοντό τους. Όλοι νιώθουν την ανάγκη να τη συμπεριλάβουν στη ρητορική τους. Οι καλλιτέχνες ιδίως, βιώνουν την άτυπη (ή και τυπική, ενίοτε..) υποχρέωση να την εξηγήσουν, να την απεικονίσουν, να τη στηλιτεύσουν, να την ξορκίσουν. Οι σκηνοθέτες, ίσως ακόμη πιο έντονα και εμφατικά. Οι ταινίες με θέμα την κρίση. Οι παγίδες πολλές, αμέτρητες σχεδόν (παγίδες στις οποίες βουτάνε με τα μούτρα πάμπολλες ελληνικές ταινίες, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Διδακτισμός, υπεραπλουστεύσεις, εκτονωτική οργή, αυταρέσκεια, ακατάσχετος μελοδραματισμός, πομπώδης και προφανής καταγγελτικότητα. Από παγίδες γενικά, άλλο τίποτα. Πώς είναι δυνατόν να γυρίσεις μια ταινία αποφεύγοντας τις παγίδες αυτές; Είναι πέρα για πέρα δυνατόν, όταν πρόκειται για τους Ζαν-Πιερ και Λυκ Νταρντέν.

Τα δύο αδέρφια από το Βέλγιο ανήκουν στην κατηγορία των δημιουργών που έχουν, αν μη τι άλλο, αφήσει τη δική τους ξεχωριστή στάμπα. Ξέχωρα από το ζήτημα των βραβείων, όπου συγκαταλέγονται στην ασφυκτικά κλειστή ελίτ των σκηνοθετών που έχουν κερδίσει δύο Χρυσούς Φοίνικες («Ροζέτα», το 1999 και «Το παιδί», το 2005), οι Νταρντέν έχουν κάθε δικαίωμα να περηφανευτούν πως έχουν υπηρετήσει πιστά και αταλάντευτα το προσωπικό τους όραμα περί κινηματογράφου. Κάθε είδους φτιασίδια, διάκοσμοι και περιττές φιοριτούρες έχουν πεταχτεί στο πυρ το εξώτερο. Back to the basics. Πίσω στην αρχική μαγιά, στην πρώτη ύλη. Αμεσότητα  τόσο αβίαστη, που δεν αποπνέει καμία χροιά πανικού. Σαν μία αίσθηση κατεπείγοντος που δεν σε ωθεί όμως να τρέξεις, αλλά να πάρεις τον χρόνο σου για να τη σκεφτείς και να την κατανοήσεις. Θεματικοί πυρήνες που δεν έχουν την παραμικρή ανάγκη να εντυπωσιάσουν με γαρνιτούρες γιατί διαθέτουν μία γεύση χορταστική. Το συναίσθημα θα αναδυθεί από μόνο του. Από τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους. Από τη ζεστασιά και τη σκληρότητα και τον τρόπο με τον οποίο θα εναλλαχθούν αυτές μεταξύ τους. Ένας νατουραλισμός, όπως είθισται να λέγεται για τους Νταρντέν, φροντισμένος και περιποιημένος μέσα στην τραχύτητά του. Κομψός και αγριωπός. Ευαίσθητος, αλλά χωρίς να χαρίζει τζάμπα ούτε μια στάλα ανακούφισης. Ένας κινηματογραφικός ρεαλισμός που πατά με τα δυο πόδια στη ζωή, έχοντας όμως πάντα κατά νου πως πρόκειται για σινεμά και όχι για τη ζωή την ίδια.

Οι Νταρντέν έχουν λοιπόν την αυτοπεποίθηση να στηρίξουν και τη νέα τους ταινία τους σε θεμέλια πάναπλα και προφανή, με τη βεβαιότητα πως αυτά είναι ισχυρά κι ανθεκτικά. Ένα Σαββατοκύριακο που κυλά με μορφή αντίστροφης μέτρησης. Μία προσπάθεια να αποτραπεί το μοιραίο. Η Σάντρα (Μαριόν Κοτιγιάρ) πρέπει να επισκεφθεί 14 συναδέλφους και να πείσει τουλάχιστον τους μισούς από αυτούς να αποποιηθούν του πριμ τους, ώστε να παραμείνει στη δουλειά. Το δίλημμα είναι άδικο και σκληρό, αλλά δεν τέθηκε από αυτή. Η Σάντρα πρέπει να χτυπήσει 14 διαφορετικές πόρτες, παρακαλώντας με αξιοπρέπεια. Πρέπει να έρθει στα συγκαλά της, διότι είναι εν γένει εύθραυστη και τρεμάμενη. Για δύο μέρες και μια νύχτα, πρέπει να δώσει τον τίμιο αγώνα κι όπου τη βγάλει. Οι Νταρντέν κατορθώνουν να χτίσουν ένα εσωτερικό φιλμικό ρυθμό σχεδόν από το τίποτα ποντάροντας σε μία συνεχή μονομαχία βλεμμάτων. Face to face, ο κάθε συνάδελφος θα πρέπει, είτε να φανεί σκληρός και ανυποχώρητος, είτε να βάλει την ανάγκη κάποιου άλλου πάνω από το δικό του όφελος. Ζόρικες στιγμές, ζόρικες αποφάσεις κι εξίσου ζόρικη και η σκηνοθετική τους διαχείριση. Με κοντινά πλάνα που ρουφάνε τους ανθρώπους και μια γύμνια που δεν φοβάται τη φύση της, οι Νταρντέν θα το πάνε μέχρι τέλους. Και θα  φτάσουν ως εκεί, επιδεικνύοντας ως συνήθως συγκινητική εμπιστοσύνη στους ηθοποιούς τους. Η αβάσταχτα όμορφη Μαριόν αφομοιώνεται πλήρως από το σύμπαν των Νταρντέν, διότι το σύμπαν αυτό είναι φιλόξενο και δεκτικό. Με τους ώμους σκυφτούς, με τα χέρια και τα πόδια να μοιάζουν εκτός θέσης, με τα μάτια κατάκοπα. Με το φινάλε να τη δείχνει να βαδίζει πιο σταθερά και ευθυτενώς απ’ ότι σε όλη την ταινία.

Πρόκειται λοιπόν, για το magnum opus των Νταρντέν, για την πιο πλήρη δημιουργία τους; Προσωπικά μιλώντας, απαντώ χωρίς δισταγμό: όχι. Όχι, γιατί ανατρέχω στο συναισθηματικό βάθος («Ροζέτα»). Στα καθηλωτικά ηθικά διλήμματα («Ο γιος»). Στο γλυκό γδάρσιμο των ματιών και του μυαλού («Το παιδί»). Ταινίες που ίσως έδωσαν το κάτι παραπάνω, που μεταμορφώνει τη βαθιά εκτίμηση σε απόλυτο σεβασμό. Ταινίες που ήταν ίσως ακόμη πιο δύσκολες και στριφνές στη δόμησή τους, χωρίς σε καμία περίπτωση αυτό να καθιστά το «Δύο μέρες, μια νύχτα» απλό και εύκολο. Το μόνο σίγουρο πάντως, είναι πως μοιάζει στους δημιουργούς του. Είναι βαθιά ανθρώπινο και ηθικά ακέραιο. Είναι λιτό και περιεκτικό. Και δίνει, μαζί με την πρωταγωνίστριά του, την ωραία και δύσκολη μάχη.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑