Reviews Deliverance

9 Σεπτεμβρίου 2018 |

0

Deliverance

Σκηνοθεσία: Τζον Μπούρμαν

Παίζουν: Γιον Βόιτ, Μπαρτ Ρέινολντς, Νεντ Μπίτι, Ρόνι Κοξ

Διάρκεια: 105’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Όταν ξέσπασε η βία»

Έτος παραγωγής: 1972

Μια παρέα τεσσάρων ανδρών ξεκινά για μια διήμερη εκδρομή φυσιοδιφίας και –φαινομενικά- ελεγχόμενης περιπέτειας. Θα διασχίσουν ένα ποτάμι με κανό, κάπου στην Πολιτεία της Τζόρτζια, στον αμερικάνικο Νότο, έχοντας προσλάβει διάφορους ντόπιους, ώστε να οδηγήσουν τα αμάξια τους στο σημείο τερματισμού της εκδρομής τους. Τέσσερις λευκοί καλοβαλμένοι μεσοαστοί από την Ατλάντα, δύο εξ αυτών με πείρα σε αντίστοιχες εξορμήσεις και δύο παντελώς άπειροι, που αναζητούν μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, μια φαντασιακή επιστροφή σε ένα χαμένο παράδεισο.

Αυτό το ειδυλλιακό μέρος, πάντως, πνέει τα λοίσθια, καθώς πολύ σύντομα θα εξαφανιστεί από τον χάρτη και θα θαφτεί από τα νερά ενός φράγματος που βρίσκεται υπό κατασκευή. Ο συγκεκριμένος παράδεισος δεν είναι απλώς χαμένος με την έννοια της παλιννόστησης σε μια κρυμμένη ουτοπία, αλλά είναι ήδη νεκρός. Μετρά μέρες, περιμένει καρτερικά το τέλος του, κρύβει μέσα του τον θάνατο και τον χαμό…

Αυτή η Εδέμ, λοιπόν, που διαθέτει ημερομηνία λήξης, είναι ταυτόχρονα γεμάτη με Πρωτόπλαστους που έχουν καταβροχθίσει όλους τους απαγορευμένους καρπούς. Κι είναι έτοιμοι κι αποφασισμένοι να φερθούν με σκληρότητα και ασύλληπτη βία σε όποιον επιχειρεί να διασαλεύσει την τάξη πραγμάτων στην οποία είναι ενταγμένοι. Σε μια εκπληκτική εμβόλιμη σκηνή, λίγο πριν ξεκινήσει η κατάβαση των τεσσάρων φίλων στην κόλαση, ο πιο ευαίσθητος της παρέας (που μάλλον όχι τυχαία έχει και το χρίσμα του μουσικού), θα εμπλακεί σε ένα μουσικό διάλογο με ένα ντόπιο παιδί, που πάσχει από κάποια διανοητική ασθένεια, αλλά είναι προικισμένο με εκπληκτική δεξιοτεχνία στο μπάντζο.

Πολύ σύντομα, ο διάλογος θα εξελιχθεί σε συνεργατικό ντουέτο, προτού εκτραπεί σε μια άτυπη μονομαχία. Ο τίτλος, εξάλλου, του μουσικού κομματιού, το οποίο ερμηνεύουν οι αστέρες της country μουσικής Έρικ Γουάισμπεργκ και Στιβ Μάντελ και το οποίο έκανε μάλιστα πάταγο στην Αμερική, στα early 70s, είναι πέρα για πέρα χαρακτηριστικός: Dueling Banjos (τα μπάντζο που μονομαχούν, ελληνιστί). Τόσο απλά, τόσο υποδόρια και υπαινικτικά (η τελική ατάκα του αστού οργανοπαίκτη είναι «I’m lost«), ο τόνος για τη συνέχεια έχει ήδη δοθεί. Αυτό που περιμένει τους τέσσερις φίλους στη διαδρομή δεν είναι η γαλήνη, αλλά μια ανηλεής μάχη μέχρι τελικής πτώσης.

To Όταν ξέσπασε η βία (μια εύηχη, περιεκτική, αλλά εν τέλει safe μετάφραση, σε σχέση με το περιπαικτικά και προβοκατόρικα διφορούμενο Deliverance του original τίτλου, που μεταφράζεται ως «απολύτρωση») αποτελεί τρόπον τινά διαλεκτικό ξαδερφάκι του Straw Dogs, του Σαμ Πέκινπα, το οποίο γυρίστηκε την ακριβώς προηγούμενη χρονιά (1972 και 1971, αντίστοιχα). Μόνο που σε σύγκριση με τον Διόσκουρό του, δεν αντιμετωπίστηκε -όταν βγήκε στις αίθουσες- με την ίδια αυστηρότητα και γλύτωσε τη στηλίτευση, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να προσελκύσει παρόμοιες κατηγορίες: τόσο για την ανόθευτη και προκλητική βία που απεικονίζει όσο για έναν εστέτ διαχωρισμό μεταξύ των ηρώων του ανάμεσα σε πολιτισμένους αστούς και βάρβαρους ορεσίβιους. Αντιθέτως, γνώρισε τεράστια εισπρακτική επιτυχία, ενώ τρύπωσε μέχρι και στις οσκαρικές υποψηφιότητες στις κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Μοντάζ.

Η αλήθεια είναι ότι η ταινία του Βρετανού Τζον Μπούρμαν, που βασίζεται στο ομότιτλο short story του ποιητή Τζέιμς Ντίκι (ο οποίος έγραψε το σενάριο και είχε εντονότατες διαφωνίες με τον Μπούρμαν, οι οποίες κατέληξαν σε τέσσερα σπασμένα δόντια του σκηνοθέτη, προτού επέλθει τελικά η συμφιλίωση) μπορεί να υπαχθεί σε πολλές κατηγορίες, καθώς χωρά σε μπόλικα κινηματογραφικά μοτίβο. Μια ταινία για το μόνο αληθινό ανθρώπινο παιχνίδι, αυτό της επιβίωσης, όπου ο μόνος κανόνας έγκειται στην έλλειψη κανόνων. Μια ταινία με ήρωες που βρίσκονται εκτός κανονιστικού πλαισίου αναφοράς, εκτός του γνώριμου βεληνεκούς.

Όντας έκθετοι στο απρόβλεπτο και το ακατάληπτο, είναι αναγκασμένοι να απεκδυθούν τον παλιό τους εαυτό, το μέχρι πρότινος αξιακό τους σύστημα, την πίστη τους στη λογική και τις δομές της οργανωμένης κοινωνίας, προκειμένου να ανταποκριθούν στις ζοφερές συνθήκες. Μια ταινία για την κατακερματισμένη και πολυσύνθετη Αμερική. Αυτή την αβαθή χοάνη που βρίσκει χώρο για τα πάντα, που δεν διαθέτει την αυτογνωσία να αναγνωρίσει τα χίλια κι ένα πρόσωπά της, να παραδεχτεί φωναχτά την άλυτη μάχη ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πτυχές της.

Όλα τα παραπάνω ισχύουν σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, αλλά πάνω απ’ όλα, το Deliverance απλώνει το δηλητήριό του μέσα από τον ευτελισμό και την στρέβλωση του πιο αρχετυπικού αμερικάνικου μύθου. Ενός μύθου που λειτούργησε ως θεμέλιος λίθος και πνευματικό καταστατικό στα γεννοφάσκια του Νέου Κόσμου, αλλά και ως Άγιο Δισκοπότηρο της σύγχρονης Αμερικής του 20ου αιώνα. Ένα ιερό αντικείμενο επίκλησης, κατά τρόπο παράδοξο, αλλά γοητευτικό, από κάθε συντηρητικό ή ριζοσπαστικό ρεύμα, από τους αμετανόητους rednecks του Νότου ώς τα Παιδιά των Λουλουδιών των late 60s.

Η εποποιία της εξερεύνησης και του αποικισμού μιας παρθένας ηπείρου. Το αταλάντευτο βήμα προς τα εμπρός των πιονέρων που ανοίγουν τον δρόμο. Η λυτρωτική επιστροφή στη φύση, είτε με την πατροπαράδοτη φιγούρα του κυνηγού και του καουμπόι (βλέπε συντηρητική Αμερική), είτε ως επανασύνδεση με τη φυσικότητα των ορμών και της ζωής, στο πλαίσιο ενός συλλογικού τριπαρίσματος αχαλίνωτης σεξουαλικής απελευθέρωσης (βλέπε χίπιζ, αντιπολεμικό κίνημα, γενιά του Γούντστοκ, του LSD, του ροκ).

Πλέον, στο σύμπαν του Deliverance, όλα τα παραπάνω έχουν καταρρεύσει ανεπιστρεπτί. Ο λευκός άποικος δεν κινδυνεύει πλέον να χάσει το σκαλπ του από κάποιον «απολίτιστο» ερυθρόδερμο, αλλά να πέσει θύμα σοδομικού και εξευτελιστικού βιασμού. Δράστης δεν είναι πλέον ο ταξινομημένος ως «άγριος», αλλά η ανθρώπινη χωματερή των ομοίων του, και γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, ο αφανισμός του «αντιπάλου» δεν είναι μέσα στις διαθέσιμες επιλογές. Οι πιονέροι δεν είναι ενδεδυμένοι με τον παραμικρό ηρωισμό, με κανένα υψηλότερο ιδανικό, δεν ενσαρκώνουν κανένα πρότυπου αρρενωπού αρσενικού ήρωα.

Η φύση δεν τους περιμένει υποτακτικά και πρόθυμα, αντίθετα τους λαβώνει διαρκώς, οι ίδιοι μπορεί να χρησιμοποιούν όπλα, αλλά είναι τόσο ανεξοικείωτοι που καταλήγουν να αυτό-τραυματίζονται. Θα πρέπει να σταθμίσουν τις επιλογές του, να φανούν σκληροί, να αφήσουν πίσω άκλαυτους και άταφους συνοδοιπόρους, να χάσουν αμετάκλητα τον ανδρισμό τους, να ορκιστούν πως δεν πρόκειται να επιχειρήσουν ποτέ ξανά οτιδήποτε παρόμοιο. Σε ένα κόσμο σκληρό και αδυσώπητο, δεν υφίσταται πια κανένα αποκούμπι οποιασδήποτε μελιστάλαχτης «επιστροφής». Το μόνο που απομένει είναι ένας κάθιδρος εφιάλτης, μέσα στην άγρια νυχτιά.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑