Reviews Deep Crimson

6 Απριλίου 2019 |

0

Deep Crimson

Σκηνοθεσία : Αρτούρο Ριπστάιν

Με τους : Ρεγγίνα Ορόσκο, Ντανιέλ Χιμένες Κάτσο, Μαρίσα Παρέδες, Βερόνικα Μερτσάντ

Διάρκεια : 114’ (Μεξικό, 1996)

Η Κοράλ (Ρεγγίνα Ορόσκο), μεγαλόσωμη κι ευτραφής-υπέρβαρη νοσοκόμα (σαν αυτές που ξεπηδούν απ’ το φελινικό σύμπαν) που φροντίζει κατ’ οίκον ανίατους (σε τελικό στάδιο) ηλικιωμένους πασχίζοντας να τα φέρει βόλτα για την ίδια και τα δύο μικρά της παιδιά, ζει σε ένα (στερητικό) φανταστικό σύμπαν κι ονειρεύεται σωσία του… Σαρλ Μπουαγιέ να καταφτάνει για να την γλυτώσει απ’ τη μιζέρια της. Η ευκαιρία παρουσιάζεται όταν απαντά – μέσω αισθηματικού περιοδικού – στην αγγελία (υποτιθέμενου) Ισπανού τζέντλεμαν που αναζητεί συντροφιά. O Νίκολας (ο γνωστός – απ’ το βωβό, ασπρόμαυρο Blancanieves και το πρόσφατο ZamaΝτανιέλ Χιμένες Κάτσο) δεν είναι ούτε Ισπανός, ούτε τζέντλεμαν.

Κερδίζει τα προς το ζην παγιδεύοντας και …ξεκοκαλίζοντας αφελείς, ευκολόπιστες (ή απελπισμένες) γυναίκες που γυρεύουν σύζυγο. Προκειμένου να βρεθεί στο πλάι του η Κοράλ εγκαταλείπει τα παιδιά της σε ορφανοτροφείο και μαζί ξεκινούν την ιδιόμορφη, παράδοξη σχέση τους σαν περιοδεύον ντουέτο σε road movie, μετακινούμενοι απ’ το ένα μέρος στο άλλο, απαντώντας σε αγγελίες υποψήφιων στόχων, εκμεταλλευόμενοι χήρες και ευκατάστατες, μοναχικές ψυχές. Εξαιτίας της ζηλιάρας Κοράλ, όλες οι απόπειρες εξαπάτησης των θυμάτων καταλήγουν στο έγκλημα…

Ο Αρτούρο Ριπστάιν θεωρείται ο κατεξοχήν Μεξικανός σκηνοθέτης των δύο τελευταίων δεκαετιών του εικοστού αιώνα κι ένας απ’ τους ελάχιστους με συνεχή, σταθερή παρουσία παρά την ανεξάρτητη δράση του (εκτός μεγάλων στούντιο και χολιγουντιανού κυκλώματος εν γένει – σε αντίθεση π.χ. με περιπτώσεις αναδυόμενων συμπατριωτών του όπως οι Ντελ Τόρο και Ινιάριτου). Έχοντας πετύχει συγχρόνως εμφατική διεθνή αναγνώριση, ιδίως σε Γαλλία και Ισπανία. Το Βαθύ Κόκκινο είναι η αριστοτεχνική κορύφωση της πορείας του, ενσωματώνοντας (και συμπυκνώνοντας) όλες τις θεματικές και αισθητικές-στιλιστικές του σταθερές.

Τον βρίσκει και πάλι να συνεργάζεται στο σενάριο με την Paz Alicia Garciadiego (συνεργασία που ξεκινάει το ’86 με τα Γυρίσματα της Τύχης – βασισμένα σε ιστορία του σπουδαίου Χουάν Ρούλφο – για να αποφέρει εν συνεχεία και στους δύο την διάκριση εκτός συνόρων). Το φιλμ βασίζεται στην αληθινή ιστορία των Μάρθα Μπεκ και Ρέϋμοντ Φερνάντεζ, γνωστών και ως «Δολοφόνων Μοναχικών Καρδιών» (The Lonely Hearts Killers), εγκληματικών εραστών που παρίσταναν μεταξύ τους τα αδέρφια και ξεπάστρεψαν σωρεία από χήρες στην μεταπολεμική Αμερική. Η ίδια ιστορία ενέπνευσε και το πολυσυζητημένο cult The Honeymoon Killers (1970) του Λέοναρντ Καστλ, φτηνιάρικο ασπρόμαυρο φιλμάκι που, ωστόσο, δεν υπέπεσε στην παγίδα μιας ακόμη (χλωμής) απομίμησης του Bonnie and Clyde, βασιζόμενο σε μια ωμότερη, απογυμνωμένη προσέγγιση που συνδύαζε και υπόγειους τόνους μαύρου χιούμορ.

Το φιλμ του Ριπστάιν δεν αποτελεί ριμέικ εκείνου του Καστλ : το ενδιαφέρον του πρώτου για την συγκεκριμένη ιστορία χρονολογείται από παλιά. Παρέα με τη σεναριογράφο του ανέτρεξε επισταμένα στα πραγματικά γεγονότα που την συνθέτουν αλλά γίνεται αντιληπτό πως η ανασυγκρότησή της διαθέτει (ξεκάθαρα) προσωπικό ύφος, βλέμμα και βάθος που την απομακρύνει απ’ το (τυπικό) σίριαλ-κίλερ αφηγηματικό μοτίβο.

Θυμίζει περισσότερο στρεβλό, αρρωστημένο love story που στροβιλίζεται γύρω απ’ τις ακρότητες μιας υπερβολικά δυσάρεστης, καταδικασμένης αγάπης (σχέση δεν το λες εύκολα τούτο), έτσι όπως την υπαγορεύει η σουρεαλιστική πεμπτουσία του amour fou. Κι αυτό είναι το σημείο τομής του Μεξικανού με το κινηματογραφικό σύμπαν του Μπουνιουέλ (ο Ριπστάιν υπήρξε – αν και πιτσιρικάς – βοηθός σκηνοθέτη στον Εξολοθρευτή Άγγελο και ο θαυμασμός του για τον ισπανό auteur λογίζεται δεδομένος) : οι συγγένειες με την Εγκληματική ζωή του Αρτσιμπάλντο Ντε Λα Κρούζ και το Él είναι προφανείς.

Στα συγκεκριμένα φιλμ ο Μπουνιουέλ εξερευνά πώς συνδέονται κι αλληλεπιδρούν η ερωτική επιθυμία, η διαστροφή, η παραφροσύνη και (τελικά) το έγκλημα. O Ριπστάιν κινείται και χαρτογραφεί σε παρόμοιο έδαφος. Η Κοράλ σκιαγραφείται ευθύς εξαρχής όχι ως θύμα αλλά ως γυναίκα με διεστραμμένες, ανικανοποίητες τάσεις (θωπεύει ή μάλλον εξαναγκάζει σε θώπευμα-χούφτωμα τον ανήμπορο γέροντα που κουράρει, δεν ενοχλείται να κάνουν τα παιδιά της – αγόρι, κορίτσι – μπάνιο γυμνά μαζί, η λαγνεία της για τον ηθοποιό Μπουαγιέ είναι ξεκάθαρα φετιχιστική). Είναι ο δυνατός κρίκος του διδύμου, οδηγώντας μόνιμα και σταθερά τις (αρχικώς) ανώδυνες εξαπατήσεις του Νίκολας στην εξαχρείωση και εγκληματική εκτροπή.

Ο τελευταίος παρουσιάζεται αδύναμος, κατακλυσμένος από ψύχωση για το αποσπώμενο περουκίνι που προδίδει το σαγηνευτικό του παρουσιαστικό και πάσχων από εξουθενωτικές ημικρανίες. Αφού… ξαφρίσει και την ίδια στην πρώτη τους συνεύρεση, παραδίδεται (άνευ όρων και σχεδόν αμαχητί) στον βασανισμένο, εμμονικό της έρωτα, κολακευμένος απ’ το γεγονός ότι εγκαταλείπει τα παιδιά της για να τον ακολουθήσει ή πως δεν νοιάζεται (διόλου) για τη φαλακρίτσα του, τα ψέματα περί ισπανικών του καταβολών ή την πιθανότητα να έχει όντως δολοφονήσει την πρώην γυναίκα του.

Τίποτε απ’ όλα τούτα δεν μοιάζει ικανό να αναχαιτίσει το τρελό πάθος της για κείνον (παρά μόνο να το εκτροχιάσει). Σαν καταλύτης ή κινητήριος μοχλός που πυροδοτεί κι επιταχύνει ραγδαία τους πειραγμένους της σφυγμούς. Στις συναντήσεις με τα θύματά τους, ο Νίκολας υποδύεται με επιτυχία τον ζιγκολό-ξελογιαστή. Μολαταύτα, τούτο ξυπνά (κατά κανόνα) την οργή και το φθόνο της Κοράλ, που (πάντα) κορυφώνεται με το ξεπάστρεμα του θύματος!

Στο πρώτο μισό του φιλμ επικρατεί το ενδιαφέρον για την ερωτική, χιουμοριστική (και παράλογη, παράδοξη) πλευρά της ιστορίας, προοδευτικά όμως το ύφος του μετατοπίζεται σε πιο σκοτεινό και τρομακτικό έδαφος – χωρίς να φοβάται να κινηθεί σε μονοπάτια που (ομολογουμένως) ελάχιστα φιλμ αποτολμούν. O τελευταίος φόνος είναι ιδιαζόντως ειδεχθής: η Κοράλ πραγματοποιεί στο θύμα μια άμβλωση-σφαγείο με στόχο να το αφήσει να αιμορραγήσει μέχρι θανάτου κι αφού δεν τα καταφέρνει, μαζί με τον Νίκολας το μαχαιρώνουν βάναυσα, κτηνωδώς. Ακολούθως, το παιδί του θύματος θα έχει κι αυτό παρόμοια τύχη.

Το επιμύθιο του Ριπστάιν είναι πως ο παράφορος έρωτας (παν)εύκολα οδηγεί σε αληθινή παραφροσύνη. Οι δύο πρωταγωνιστές είναι πειστικότατοι ως βασανισμένοι εραστές, αλλά και το υπόλοιπο καστ διαθέτει εξαίρετη παρουσία και ομοιόμορφη δυναμική (ξεχωρίζει η αλμοδοβαρική βετεράνος Μαρίσα Παρέδες). Η υποβλητική φωτογραφία του Γκιγιέρμο Γκρανίλο (θυμίζει πίνακα ζωγραφικής) συνδυάζει γήινους και υπέρυθρους τόνους σε ένα (σχεδόν) ονειρικό-υπνωτικό-ληθαργικό φόντο, απόλυτα ταιριαστό με την αρμονία-συμμετρία των κάδρων και το αναβλύζον μπαρόκ των πλάνων. Αλλά τι να πεις και για την μουσική του Ντέιβιντ Μάνσφιλντ (που πιτσιρικάς έντυσε με τις νότες του την Πύλη της Δύσεως του Τσιμίνο) : μελαγχολική, ρομαντική, εντυπωτική, εντελώς ιδιαίτερη (σαν μείγμα Μπακάλοφ με Πιατσόλα). Βραβείο σεναρίου, μουσικής και σχεδιασμού παραγωγής στη Μόστρα της Βενετίας, ειδική μνεία στο Σάντανς…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest