Dead Man Down

Σκηνοθεσία: Νιλς Άρντεν Όπλεβ

Παίζουν: Κόλιν Φάρελ, Νούμι Ράπας, Ιζαμπέλ Ιπέρ, Ντόμινικ Κούπερ, Τέρενς Χάουαρντ

Διάρκεια: 110’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Η γεύση της εκδίκησης»

Σίγουρα δεν ήταν ο πρώτος και σάμπως μήπως θα είναι ο τελευταίος; Πολλοί σαν κι αυτόν πήραν τα τελευταία χρόνια την απόφαση να διαβούν τον Ρουβικώνα. Κάποιοι μάλιστα εξ αυτών πολύ πιο φορτωμένοι με σκηνοθετικά γαλόνια. Σε μπόλικους από αυτούς δεν βγήκε σε καλό. Είτε γιατί δεν είχαν τις ικανότητες και το ταλέντο που είχαν διαφανεί αρχικά είτε επειδή οι απαιτήσεις του θαυμαστού καινούργιου κόσμου δεν είχαν και πολύ χώρο για καλλιτεχνικά οράματα και δημιουργικές ελευθερίες. Σε ποιους αναφερόμαστε; Στους Ευρωπαίους (και περισσότερο Σκανδιναβούς εσχάτως) σκηνοθέτες, οι οποίοι μετά από κάποια σχετική επιτυχία στην Ευρώπη, ψαρεύονται από τους scouters του β’ κατηγορίας Χόλιγουντ για να δώσουν λίγη αρτιστίκ σπίθα σε προκάτ περιπέτειες. Ένα πρόσφατο παράδειγμα της κατηγορίας αυτής που μου έρχεται στο μυαλό είναι ο Ισλανδός Μπαλτάσαρ Κορμάκουρ, ο οποίος από το υπέροχο «101 Ρέικιαβικ» κατέληξε να σκηνοθετεί το παντελώς αδιάφορο «Contraband».

Το τελευταίο πάντως όνομα που κοσμεί τη σχετική λίστα είναι σίγουρα ο Δανός σκηνοθέτης Νιλς Άρντεν Όπλεβ. Το 2009, το -βασισμένο στο μυθιστόρημα του Σουηδού συγγραφέα Στιγκ Λάρσον- «Κορίτσι με το τατουάζ» έσπαγε τα ευρωπαϊκά ταμεία, χαρίζοντάς του διεθνή φήμη και καταξίωση. Ο Όπλεβ αποφάσισε να μην σκηνοθετήσει τα επόμενα δύο σκέλη της τριλογίας του Λάρσον (Millennium Trilogy), δηλώνοντας πως βρίσκει τα χρονοδιαγράμματα των παραγωγών εξοντωτικά. Τέσσερα χρόνια αργότερα μάλλον δεν φάνηκε και τόσο εκλεκτικός στις επιλογές του, για να το θέσουμε ευγενικά και ευπρεπώς. Αν πάλι το θέσουμε ακριβώς όπως το σκεφτόμαστε, απλώς θα αναρωτηθούμε αν ήταν μεθυσμένος ή μαστουρωμένος όταν δεχόταν να αναλάβει αυτό το ξεκούρδιστο και κακοφτιαγμένο project. Οι κακοτεχνίες της ταινίας διατρέχουν όλο της τον σκελετό, αλλά εκεί που πρέπει να σταθούμε πρωτίστως είναι η ανεκδιήγητη πλοκή.

Δράστης του σεναριακού τερατουργήματος ο Τζ.Χ. Γουάιμαν, ο οποίος μας είχε δώσει τα μαγικά του διαπιστευτήρια ήδη από το 2001, με το τραγελαφικό «The Mexican». Δυστυχώς τότε, οι οικείοι του δεν βρήκαν το κουράγιο να τον αποθαρρύνουν από την συγγραφή σεναρίων και να του προτείνουν κάποιες εναλλακτικές δραστηριότητες για να περνάει την ώρα του. Κι επειδή το κακό πρέπει να το προλαβαίνεις στη ρίζα, δώδεκα χρόνια αργότερα λοιπόν, ο Γουάιμαν ξεσάλωσε τελείως, ο Όπλεβ τον μιμήθηκε και μαζί τους κατρακύλησε στον κατήφορο και η ταινία. Με χαρακτήρες βουτηγμένους στην προχειρότητα. Με ένα διπλό ταμπλό εκδίκησης τόσο εξωφρενικό που κάνει τη λέξη «υπερβολή» να μοιάζει λίγη και τιποτένια. Με μπαλώματα του ποδαριού σε μαύρες τρύπες που προκύπτουν από το πουθενά και συνεχώς. Με μία μισό-γελοία, μισό-εκνευριστική πρεμούρα να χτιστεί ένα τάχα μου «σκοτεινό» μοτίβο. Δυστυχώς, χρειάζεται κάτι παραπάνω από να κλείσεις απλώς τον διακόπτη για να «σκοτεινιάσει» η ατμόσφαιρα. Με ένα λαβ στόρι που καταλήγει να προκαλεί μέχρι και ολίγη αντιπάθεια. Με κίνητρα, επιθυμίες, συμπτώσεις και ανατροπές που κινούνται μεταξύ του εξωπραγματικού και της καρικατούρας. Με μία κλιμάκωση δράσης που θυμίζει περίπου 3.459 άλλες ταινίες.

Αντί επιλόγου, δύο παρατηρήσεις – επισημάνσεις. Αρχικά, δυο κουβέντες για τον πρωταγωνιστή μας, τον Ιρλανδό Κόλιν Φάρελ. Σε νεαρή ηλικία, ο αγαπητός Κόλιν βρέθηκε που λέτε μπροστά σε ένα επαγγελματικό δίλημμα. Να γίνει ποδοσφαιριστής ή να ακολουθήσει την υποκριτική. Δεν είναι ποτέ αργά να αλλάξει κανείς ρότα πάντως. Αποκλείεται να αποδειχθεί πιο ατάλαντος εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου απ’ ότι στο κινηματογραφικό πλατό. Δεύτερον, η ταινία δίνει ένα δωρεάν πολύτιμο μάθημα σε όσους από εσάς έχουν στα σκαριά κάποιο πλάνο σύστασης εγκληματικής συμμορίας. Λοιπόν, δώστε βάση. Αν λοιπόν, ενώ έχετε όμορφα κι ωραία τη συμμορία σας, ξάφνου συμπέσουν χρονικά α) διάφορες απειλές για τη ζωή σας, β) το ξεπάστρεμα διάφορων από τα πρωτοπαλίκαρά σας και γ) η έλευση ενός νεοφερμένου μέλους, τότε άκουσον άκουσον πρέπει να υποπτευθείτε άμεσα το νεόκοπο μέλος! Ναι, ναι, γνωρίζω, είναι πραγματικά εξωφρενική αυτή η σκέψη και πού να πάει το μυαλό ενός ανθρώπου σε κάτι τόσο τραβηγμένο, αλλά έτσι είναι ζωή δυστυχώς. Από ταινία βγαλμένη.




One Response to Dead Man Down

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑