Reviews Cutter’s Way

3 Σεπτεμβρίου 2017 |

0

Cutter’s Way

Σκηνοθεσία: Ιβάν Πάσερ

Με τους: Τζεφ Μπρίτζες, Τζων Χερντ, Λίζα Έϊκχορν, Αν Ντούσενμπερι, Στήβεν Έλιοτ κ.α.

Διάρκεια: 109’

Χρονιά: 1981

Χρειάστηκε να περάσουν τριάντα χρόνια (κάπου εκεί στις αρχές τις δεκαετίας που διανύουμε) από την αρχική του κυκλοφορία στις αίθουσες, για να ανασυρθεί – αργά αλλά εμφατικά – απ’ το σκοτάδι της cult, λατρευτικής αφάνειάς του τούτο το κομψό, ηλιόλουστο, στιλιστικά και υφολογικά εκθαμβωτικό (αλλά και ταλαιπωρημένο – με έναν αρχικό σχεδιασμό που περιελάμβανε τον Ρόμπερτ Μάλιγκαν στο σκηνοθετικό τιμόνι και τον Ντάστιν Χόφμαν στο ρόλο του ομώνυμου ήρωα) νεο-νουάρ του εκπατρισμένου, αυτοεξόριστου (κι απ’ τους πρωτοπόρους του τσέχικου νέου κύματος, που τα βήματά του – μετά την σοβιετική εισβολή που σήμανε το τέλος της Άνοιξης της Πράγας – θα τον οδηγήσουν στο Χόλυγουντ, ωστόσο δεν θα καταφέρει ποτέ να γίνει Όνομα, παραμένοντας ένα ακόμη ανεκμετάλλευτο ταλέντο στους κόλπους του τελευταίου) Ιβάν Πάσερ. Ένα αβάσταχτα μελαγχολικό buddy movie κι ένας ελεγειακός θρήνος – φόρος τιμής για το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.

Μπορεί να κυκλοφόρησε το 1981, όμως το «Cutters Way» μοιάζει λες και πρόκειται για το τελευταίο, εκπεσόν χολιγουντιανό φιλμ των ‘60s (ή καλύτερα ένα από κείνα τα θρυλικά περιθωριακά των ‘70s που αργότερα θα αποτελούσαν το νέο αμερικανικό κύμα), στο οποίο οι φιλοδοξίες, τα ιδανικά και τα ανεκπλήρωτα όνειρα αυτής της τόσο μακρινής (έτσι όπως φαντάζει πλέον στις αρχές των ‘80s) δεκαετίας μοιάζουν να καταφέρνουν το (ολοκληρωτικά) αποφασιστικό και αμετάκλητα συντριπτικό χτύπημα στους παραζαλισμένους, τσακισμένους επιζώντες της (κείνους τους συμπαθείς μα και θλιβερούς, αυτοκαταστροφικούς αντιήρωες, πρόθυμους να τα βάλουν με όλους και όλα, αγνοώντας το γεγονός πως οι πιθανότητες κάθε άλλο παρά είναι με το μέρος τους). Είναι το φιλμ που μαζί με το «Wholl Stop the Rain» (Σκυλίσια καταδίωξη, 1978) του Κάρελ Ράιζ (το τέλειο double bill για να τα δεις μαζί, back to back) αλλά και το «Night Moves» (Επτά αινίγματα για τον ντετέκτιβ Χάρυ, 1975) του Άρθουρ Πεν, συνθέτουν την ιδανική τρόικα ενός κινηματογραφικού οράματος για την ληθαργική, απογοητευμένη και «λοβοτομημένη» Αμερική της μετα-Βιετνάμ, μετα-Γουώτεργκεητ περιπέτειας.

Το «Cutters Way» ξεκινά με την σκηνή του πτώματος μιας έφηβης να πετιέται σ’ έναν κάδο απορριμμάτων, σ’ ένα (βυθισμένο στη βροχή) σοκάκι της Σάντα Μπάρμπαρα, μάρτυρας (και μετέπειτα ύποπτος για τον ειδεχθή φόνο) της οποίας γίνεται ένας τριαντάχρονος πωλητής σκαφών και (περιστασιακός) ζιγκολό, ο Ρίτσαρντ Μπόουν (Τζεφ Μπρίτζες). Ο Μπόουν δεν είναι σίγουρος για το τι ακριβώς είδε, όμως ο μονόφθαλμος, χωλός και μονόχειρας βετεράνος του Βιετνάμ και κολλητός του απ’ το γυμνάσιο Άλεξ Κάτερ (Τζων Χερντ), στον οποίο στρέφεται για βοήθεια, παρακινημένος από άσβεστη οργή για τα (πολλαπλά) «τραύματά» του και αποφασισμένος να κάνει (επιτέλους) κάποιον – οποιονδήποτε – να πληρώσει, βρίσκει στην αναζήτηση του (πραγματικού) ενόχου τον στόχο που έλειπε από την σακατεμένη του ζωή και ο (υπερβάλλων) ζήλος και η (απερίσκεπτη) συμπεριφορά του βάζουν τους ίδιους (και τους γύρω τους) σε θανάσιμο κίνδυνο : συμμαχώντας με την αδελφή του θύματος (Αν Ντούσενμπερι) – και κόντρα στη θέληση του φίλου του – αποφασίζει να αποδώσει δικαιοσύνη και …«αποφαίνεται» πως δολοφόνος είναι ο ντόπιος μεγιστάνας πετρελαίου και βασικός ύποπτος της υπόθεσης (Στήβεν Έλιοτ), τον οποίο ο νόμος δεν μπορεί (ή δεν θέλει) να αγγίξει.

Έτσι, ένας άνθρωπος ασταθής, κλονισμένος εσωτερικά και σε αναζήτηση νοήματος (Μπρίτζες) και ένας άλλος σχεδόν ερειπωμένος, «κατεδαφισμένος» από τον πόλεμο (Χερντ), ενώνουν τις δυνάμεις τους για να κυνηγήσουν την τεράστια «λευκή φάλαινα», τον αδίστακτο, στυγνό καπιταλιστή. O Κάτερ είναι ένας παράφρων Αχαάβ (ε, άνοιξε και καμιά Παλαιά Διαθήκη – όλα εγώ θα στα πω;) ενώ ο άστατος, αρρενωπός και ευέλικτος με τις γυναίκες Μπόουν (ο Κάτερ τον αποκαλεί « …the fastest dick on the beach») θυμίζει σουλατσαδόρικο παγώνι! Οι δυο τους προσπαθούν να συνθέσουν απ’ τα ανθρώπινα συντρίμμια τους το αδιανόητο δίδυμο μιας (ψευτο)παλικαρίσιας, (μισο)ηρωικής απομίμησης κι έτσι τα πάντα καταλήγουν στο …«Φως» – της λάμψης μιας ισοπεδωτικής έκρηξης, ενός πάλλευκου (σε φρενήρη καλπασμό) αλόγου, μιας θρυμματισμένης, αστραφτερής τζαμαρίας – και σε δυο ζευγάρια χέρια που σημαδεύουν κρατώντας το ίδιο όπλο!

Όπως και το «Wholl Stop the Rain», έτσι και το «Cutters Way» (βασισμένο στη νουβέλα «Cutter and Bone» του Νιούτον Θόρνμπουργκ, που κυκλοφόρησε το 1976 – ένα χρόνο μετά τη λήξη του Πολέμου στο Βιετνάμ) είναι δομημένο γύρω από μια βαθιά δυσλειτουργική (ερμηνευτικά άψογη) τριπλέτα χαρακτήρων, απόλυτα καθοριστική για την αποτελεσματικότητα του φιλμ ως (καταδικασμένου) ερωτικού τριγώνου ανάμεσα σ’ αυτές τις περιθωριακές φιγούρες που βρέθηκαν (άθελά τους) αντιμέτωπες (σ’ έναν άνισο αγώνα) με το φάντασμα της σήψης και της διαφθοράς. Ο (σχεδόν άγνωστος τότε και προσφάτως εκλιπών) Χερντ μπολιάζει τον Κάτερ με μια επιδεικτική (μες στην τραγικότητά της), θορυβώδη, πυρετική (ενίοτε παραληρηματική) αύρα, περιφέροντας (σχεδόν στροβιλίζοντας) μανιασμένα το ακρωτηριασμένο του κορμί και πασχίζοντας (μάταια) να επουλώσει τα σωματικά και ψυχικά τραύματα που του άφησε ο πόλεμος, μέσα από την προσπάθεια να ξεδιαλύνει έναν γρίφο με αβέβαιη έκβαση, εκδικούμενος έτσι ένα… σύστημα που του στέρησε τα πάντα, ενώ ο Μπρίτζες (σε μια πιο θλιμμένη εκδοχή του Dude απ’ τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι») διαχειρίζεται υποδειγματικά τον χαμηλότονο (αλλά και πιο δύσκολο) ρόλο ενός Μπόουν που αρνείται πεισματικά να ενηλικιωθεί, αποστρεφόμενος την ιδέα (και μόνο) οιασδήποτε δέσμευσης, επαγγελματικής ή προσωπικής, παλινδρομώντας ανάμεσα στην καμπίνα του σκάφους του και στα δωμάτια ξενοδοχείων, όπου παριστάνει τον (ερασιτέχνη) πλεϊμπόι.

Όμως η (πραγματικά) αλησμόνητη ερμηνεία του έργου παραδίδεται από την Λίζα Έϊκχορν στο ρόλο της καταθλιπτικής Μο, της ταλαίπωρης, αλκοολικής (που βρίσκει παρηγοριά στο πιοτό) και παραιτημένης γυναίκας του Κάτερ, της (αληθινής) ψυχής του φιλμ, με το βαθύ, θλιμμένο βλέμμα και την λεπτή, ραγισμένη φωνή που εκστομίζει ατάκες όπως εκείνη η αμίμητη στον Μπρίτζες : «…Home so early, Rich? You couldn’t find a matron with a taste for gutter squalor?». Οι διάλογοι διαθέτουν μια νοσηρή λάμψη που δεν τους εγκαταλείπει ως το τέλος και, ειλικρινά, δύσκολα θα βρεις πιο παραγνωρισμένη και υποτιμημένη ερμηνεία σ’ ολόκληρα τα ‘80s απ’ αυτήν που καταθέτει εδώ η Έικχορν – που αποτελεί το συναισθηματικό αντίβαρο (του φιλμ) και βασικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε δύο φίλους που (ίσως) δεν έχουν πια τίποτε κοινό, αλλά και το μεγάλο θύμα μιας μάχης που δεν έχει νικητές, παρά μόνο ηττημένους.

Το «Cutters Way» είναι ένα φιλμ που – δίχως υπερβολή – αρχίζει να σου αποκαλύπτει τους αληθινούς, καλά κρυμμένους θησαυρούς του μετά την δεύτερη-τρίτη προβολή : γι’ αυτό, όσες φορές και να το δεις – και σε αντίθεση με τους τρεις, (υπέροχα) κατεστραμμένους ήρωές του – θα κατορθώνεις πάντα να μην πιάνεις ο ίδιος πάτο, όσο θα ανακαλύπτεις διαρκώς καινούργια πράγματα που θα σε συναρπάζουν ή θα σε καθηλώνουν. Η λέξη ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ (για τούτο το χαμένο, εγκληματικά παραγνωρισμένο διαμάντι που δυστυχώς γεννήθηκε σε λάθος καιρό, όταν η Αμερική επιζητούσε πλέον τη λήθη για τα καταστροφικά σφάλματα δεκαετιών, και καταποντίστηκε απ’ την εμμονή του να καταπιαστεί με μια εκτός τόπου και χρόνου θεματική και ατμόσφαιρα – είναι και το «άβολο», (επι)κριτικό σκηνοθετικό βλέμμα του ξένου, του outlander, όπως εκείνο του Καζάν που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ, που ενισχύει την πιθανή δυσθυμία του γηγενούς θεατή) φαντάζει – επιτέλους – στην περίπτωσή του τόσο ανακουφιστικά, παρήγορα και δικαιολογημένα επιβεβλημένη.

Από την slow motion παρέλαση της ονειρικής σεκάνς των (εναρκτήριων) ζενερίκ μέχρι το απόκοσμο μουσικό σκορ του Τζακ Νίτσε και το (σχεδόν) υπερβατικό φινάλε, το «Cutters Way» ξεχειλίζει από μια πυκνή, (βαριά) υπνωτιστική ατμόσφαιρα μυστηρίου. Παρά την λουσμένη στο (ληθαργικά) εκτυφλωτικό καλιφορνέζικο φως – και (ξέπνοα) αποχρωματισμένη – φωτογραφία, η ταινία φλερτάρει έντονα με τους κανόνες και το (αφηγηματικό και αισθητικό) ύφος του νουάρ, ενώ η αντιπαράθεση των ηρώων με το (σχεδόν) απρόσωπο κακό – που τους απειλεί διαρκώς χωρίς εκείνοι να μπορούν πραγματικά να το αγγίξουν – φέρνει (αναπόφευκτα) στο νου το «Chinatown». Όμως φευ, δεν είναι η λύση του μυστηρίου που έχει σημασία εδώ, παρά η χιμαιρική αναζήτηση μιας δικαίωσης ακριβοθώρητης όσο κι η λύτρωση από τα (συλλογικά και ατομικά) τραύματα του παρελθόντος.

Η ζοφερή εικόνα του «Cutters Way» και των (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) ακρωτηριασμένων χαρακτήρων του, αποτελεί (μετά βεβαιότητας) την ανεπιθύμητη υπενθύμιση του συγκεκριμένου παρελθόντος. Η αντιεμπορική του φύση θορυβεί (σχεδόν παραλύει) την United Artists, η οποία – οριακά χρεοκοπημένη μετά τον κόλαφο της «Πύλης της Δύσης», που έμελλε να εξελιχθεί σε ταφόπλακά της – το διανέμει βιαστικά στις αίθουσες και το αποσύρει με το πέρας μιας (μόλις) εβδομάδος, υπό τη δαμόκλειο σπάθη και της μουδιασμένης υποδοχής σημαντικής μερίδας της κριτικής. Οι διθυραμβικές «κραυγές» (που σποραδικά και σταδιακά) ακούγονται, του εξασφαλίζουν μια δεύτερη, βραχύβια ευκαιρία (μέσω ενός στενότερου, arthouse κυκλώματος). Όμως είναι ήδη αργά, για ένα φιλμ που η – ασθενική και άνιση – αντιπαράθεσή του με τα μεγαθήρια της (νέας, επερχόμενης) εποχής των μπλοκμπάστερ, το χρίζει ως επιτύμβιο ενός (οριστικά) παρελθόντος κόσμου.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑