Reviews Certain Women

19 Νοεμβρίου 2017 |

0

Certain Women

Σκηνοθεσία : Κέλι Ράιχαρτ

Παίζουν : Μισέλ Γουίλιαμς, Κρίστεν Στιούαρτ, Λώρα Ντερν, Λίλυ Γκλάντστοουν

Διάρκεια : 107’

Έτος Παραγωγής : 2016

Χώρα Παραγωγής : Η.Π.Α

Το αδιαμφισβήτητο – και συνάμα γοητευτικό – γνώρισμα της Κέλι Ράιχαρτ είναι πως κατέχει όσο λίγοι να χειρίζεται την κάμερα. Όσοι δεν βρίσκουν ελκυστικά τα έργα της θα σου πουν πως την χειρίζεται μόνο για να φιλμάρει κι όχι για να αφηγείται ιστορίες. Ίσως γι αυτή την αίσθηση να ευθύνεται το μικρο-μηκάδικο παρελθόν της και οι ρίζες του που την ακολουθούν. Όταν επιχειρείς να συνθέσεις ένα φιλμ στο οποίο (επιφανειακά) δεν συμβαίνουν παρά ελάχιστα πράγματα, όπου οι άνθρωποι δεν αλλάζουν, παλεύουν, νιώθουν απογοήτευση και καμία εμφανής λύση δεν προκρίνεται – κάτι σαν αντανάκλαση του αληθινού κόσμου – δύο τινά θα συμβούν.

Ή δεν είσαι η Ράιχαρτ, οπότε το κοινό εγκαταλείπει την αίθουσα μετά το ακαδημαϊκό 20λεπτο (διότι δεν δύνασαι να αναδείξεις και να διαχειριστείς τέτοια στοιχεία, οπότε τζάμπα ασχολείσαι με το σινεμά της καθημερινότητας) ή είσαι η Ράιχαρτ και ιδού : το υλικό σου βρίσκεται εκεί έξω και σε περιμένει. Στις κυοφορούμενες παύσεις. Στα εύγλωττα, εκφραστικά βλέμματα. Στις αμήχανες, κουρασμένες φιγούρες που στέκουν η μία απέναντι στην άλλη. Στα σιωπηλά οδοιπορικά προς και από τη δουλειά. Σε κείνα τα απειροελάχιστα δευτερόλεπτα τρόμου που η πραγματικότητα σε παγώνει. Αυτές είναι οι στιγμές στις οποίες ένας στωικός, υπομονετικός κινηματογραφιστής – όπως η Ράιχαρτ – κατορθώνει να λάμψει, και στο «Certain Women» το κάνει και με το παραπάνω. Αθόρυβες, μελαγχολικές ιστορίες, αραιοί (αλλά ουσιαστικοί) διάλογοι, σκηνικά και τοπία ολοζώντανα.

Βινιέτες και στιγμιότυπα από τη ζωή τεσσάρων γυναικών που χαράζουν ατελώς το «χνάρι» τους στην επαρχιακή Μοντάνα, σε τρία σπονδυλωτά επεισόδια που συνδέονται μέσω της παρουσίας ενός χαρακτήρα (χωρίς να έχει ενεργή συμμετοχή ή να αποτελεί συνδετικό κρίκο) της επόμενης ιστορίας στην προηγούμενη. Μια δικηγόρος (κακογερνάει, ρε παιδί μου, τούτη η Λώρα Ντερν, ωστόσο εδώ είναι η πρώτη φορά που με κάνει να πιστέψω σε ερμηνεία της – άντε κάπως και στο προπέρσινο «Wild» του Ζαν-Μαρκ Βαλέ : η τσαλακωμένη της ευπρέπεια και η συμπάθεια που της δείχνει η κάμερα, την καθιστούν ιδανική φιγούρα για τα φιλμ της Ράιχαρτ) έρχεται αντιμέτωπη με μοραλιστικά διλήμματα και τις απογοητεύσεις της προσωπικής και επαγγελματικής της ζωής προσπαθώντας να διευθετήσει μια κατάσταση ομηρίας και να ηρεμήσει τον απογοητευμένο πελάτη της (Τζάρεντ Χάρις), που αισθάνεται μειωμένος από την νομική εξέλιξη ενός διακανονισμού που αφορά σε αποζημίωση εργατικού ατυχήματος.

Ένα παντρεμένο ζευγάρι (η Μισέλ Γουίλιαμς και ο Τζέιμς Λε Γκρος) – αδικημένο το «μερτικό» της Μισέλ στο φιλμ, ωστόσο η ιστορία της είναι η πιο παράξενη απ’ τις τρεις – προσπαθεί να βάλει υγιή «θεμέλια» σε καινούργιο εξοχικό, αποκαλύπτονται όμως οι ρωγμές της σχέσης και της οικογενειακής συνοχής όταν επιχειρεί – εν είδει χειραγώγησης – να πείσει ηλικιωμένο οικογενειακό φίλο (Ρενέ Ωμπερζονουά) να τους πουλήσει ένα αυθεντικό συστατικό της Μάνας Γης, το περίσσευμα αμμόλιθου (ψαμμίτη) που διαθέτει. Μια σταβλίτισσα σε ράντσο (μια έξοχη Λίλυ Γκλάντστοουν) έρχεται κοντά – στην πιο δυνατή και ενδιαφέρουσα ιστορία από τις τρεις – με νεαρή απόφοιτο της Νομικής (Κρίστεν Στιούαρτ) που βρίσκεται απρόθυμα να διδάσκει δυο φορές την εβδομάδα μια τάξη ενηλίκων, τέσσερις ώρες μακριά απ’ την πόλη της…

Έκτο μεγάλου μήκους φιλμ (στα πέντε παραγωγός ο Τοντ Χέινς, παρακαλώ) για την δημιουργό που ξεκίνησε με κείνο το «River of Grass» το ’94, ένα «ηλιόλουστο» νουάρ ή μια ταινία δρόμου χωρίς δρόμο, μια ιστορία αγάπης άνευ αγάπης και μια ιστορία εγκλήματος δίχως έγκλημα που έγινε δεκτό με ενθουσιώδη σχόλια. Μεσολαβούν εντούτοις δώδεκα ολόκληρα χρόνια μέχρι το επόμενο, το (γυρισμένο σε 16 mm) «Old Joy», ένα μισανθρωπικό buddy-movie (όπως το ακούς). Κατά τα λοιπά, τρίτη συνεργασία Ράιχαρτ και Γουίλιαμς (μετά το «Wendy and Lucy» και το «Meek’s Cutoff» – που πολύ μου άρεσαν και τα δύο) και – επιτέλους – η ευκαιρία για την Κρίστεν Στιούαρτ να δουλέψει με μια σκηνοθέτρια της οποίας δηλώνει μεγάλη φαν.

Το φιλμ αφιερώνεται μετά θάνατον στη σκυλίτσα της δημιουργού, την Λούσυ (πρωταγωνίστρια στο «Old Joy» και στο «Wendy and Lucy»). Οι ταινίες της Ράιχαρτ συνιστούν κατά παράδοξο τρόπο… γουέστερν (αν και το μόνο «καθαρό» υπήρξε το «Meek’s Cutoff»). Φεμινιστικά γουέστερν. Τα πλάνα της διάστικτα από αρχετυπικά μοτίβα του είδους – άλογα, τρένα, λιβάδια και πλαγιές – και οι ήρωες της μοναχικοί, νομάδες ή περιπλανώμενοι που πασχίζουν να διατηρήσουν ίχνη αξιοπρέπειας απέναντι σε διάφορα (φαινομενικά ανυπέρβλητα) εμπόδια. Ως προέκταση του σκηνικού στο οποίο δρουν. Ως παράγωγα του περιβάλλοντος απ’ το οποίο προέρχονται και στο οποίο καταλήγουν.

Συναισθηματικά άναρθρες γυναίκες, τα προβλήματα των οποίων η (υποτιθέμενα) πολιτισμένη μεθόριος δεν στέκει ικανή να επιλύσει. Ένας μοναχικός άντρας μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει Ήρωα. Μια μοναχική γυναίκα είναι πάντα λόγος να ανησυχήσεις και να ενδιαφερθείς. Παρά την εικαστική αταραξία και την ηχητική τους «σίγαση», τα πλάνα της Ράινχαρτ προκαλούν μια υπόγεια – αδιάλειπτα αιωρούμενη και αδυσώπητη – ανησυχία. O θεατής αφουγκράζεται μια απειλή που μπορεί – πότε όμως δεν ωριμάζει τόσο ώστε – να εξελιχθεί σε κίνδυνο. Έτσι γίνεται συμμέτοχος-κοινωνός μιας ιδιότυπα ανθεκτικής μορφής τέχνης. Μιας τέχνης που – τελικά – (πολύ απλά) καταγράφει την εμπειρία της αγωνίας της ίδιας της Γυναίκας που κινείται μέσα στον Κόσμο, μιας αγωνίας τόσο αθόρυβα σταθερής που εύκολα συγχέεται με την ανάδειξη ατμόσφαιρας και μόνο.

Το σινεμά της Ράιχαρτ ρίχνει διακριτικές μα εξεταστικές ματιές σε χαρακτήρες που δεν δείχνουν ικανοί να κερδίζουν. Δίχως προστατευτικό δίχτυ. Που αν φταρνιστείς μπροστά τους, ο κόσμος τους θα καταρρεύσει. Φιγούρες εσωτερικής ερήμωσης και συναισθηματικής ακινησίας (που τις ενισχύει το άγονο, χειμερινό σκηνικό της νότιας Μοντάνα), η μελαγχολία των οποίων απορρέει από την κατανόηση πως η ζωή είναι κάτι αναπόφευκτα σοβαρό. Δεκάδες πράγματα θαμμένα κάτω από την επίφαση του τίποτα που αναδίδουν τα πλάνα. Η επικοινωνία μέσω σιωπών ο τρόπος που στην πραγματικότητα βιώνουμε τις ζωές μας. Όπως στους Νταρντέν ή τους Ιταλούς νεορεαλιστές (οι συγγένειες του «Wendy and Lucy» με το «Umberto D.» του Ντε Σίκα κάτι παραπάνω από ευδιάκριτες – το έχω επισημάνει σε παλιότερο κείμενο), η κάμερα της Ράιχαρτ μοιάζει ταγμένη στην ανάδειξη της υφής των πραγματικών δυσκολιών που συνθέτουν την καθημερινότητα των ατόμων, πλήρως αλληλέγγυα με τους χαρακτήρες της (που βουρτσίζει τα δόντια του κάθε πρωί κάποιος που ζει μέσα σε ένα αμάξι;

Πως αισθάνεται – στο τέλος της μέρας – κάποιος που εργάζεται σε δυο δουλειές, ξέροντας πως το επόμενο πρωί πρέπει να σηκωθεί και να επαναλάβει ακριβώς το ίδιο πράγμα;) Οι χαρακτήρες ζωντανεύουν στο πανί με καθηλωτικό ρεαλισμό και βάναυσο συναίσθημα, σαν μια μελαγχολική ωδή σε τούτη την ξεχασμένη γωνιά της αμερικανικής ενδοχώρας, εκεί όπου ο αγώνας για επιβίωση είναι τόσο αληθινός και τόσο σκληρός. Ως εκ τούτου, οι «Γυναίκες» της Ράιχαρτ μπορεί να μην είναι συναρπαστικές, είναι όμως έντιμες και γνήσιες. Είναι Γυναίκες που περιμένουν επ’ αόριστον τους Κόσμους τους να μπουν στη θέση τους. Μια ιδιαίτερα καθηλωτική αναψηλάφηση σε ζωές που εξακολουθούν να βιώνονται ακόμα κι όταν οι κάτοχοί τους δεν τους δίνουν και μεγάλη σημασία. Ένα διόλου απολογητικό, βραδυφλεγές και με «ορθάνοιχτο» τέλος φιλμ που λίγους μάλλον θα παρακινήσει να συνταχθούν με την αθόρυβη ευαισθησία του βλέμματος της δημιουργού.

Η Ντερν μετατρέπει τις πικραμένες εκφράσεις και τα κουρασμένα της βλέμματα σε ανάπτυξη χαρακτήρα που υπερβαίνει τις ισχνές σελίδες του σεναρίου. Μαζί με την Γουίλιαμς υποδύονται γυναίκες που έρχονται αντιμέτωπες με τον σεξισμό, σιγοβράζοντας υπογείως – στα όρια μιας ανιχνεύσιμης οργής. Η Στιούαρτ βρίσκεται σε δαιμονικό momentum (μετά το «Clouds of Sils Maria» και την εξαιρετική παρουσία της στο «Café Society» του θείου Γούντι). Συνεχίζει κι εδώ να εντυπωσιάζει ως μια γυναίκα που (φαινομενικά) αγνοεί την επίδραση που ασκεί τριγύρω της (όπως στη σκηνή που τεμαχίζοντας με τον πιο φυσικό τρόπο ένα τεράστιο burger, περιγράφει την τρισάθλια καθημερινότητά της στην Γκλάντστοουν). Και που γίνεται το καθηλωτικό αντικείμενο ενδιαφέροντος για μια άλλη, μοναχική γυναίκα. Της Γκλάντστοουν το φορτίο είναι βαρύ (είναι και χρονικά πιο «απλωμένη» η ιστορία της), η αυτοκυριαρχία της όμως είναι αξιοζήλευτη. Ο χαρακτήρας της (που θυμίζει κάτι από Τζένιφερ Λώρενς στο «Winter’s Bone») κουβαλά την βουβή, σπαραχτική λαχτάρα μιας ανεκπλήρωτης προσμονής.

Μιλάει το απίστευτο βλέμμα της, ενώ ο λόγος της δεν αποκαλύπτει τίποτα (η κάμερα της Ράιχαρτ περνάει περισσότερο χρόνο μαζί της απ’ ότι με τις υπόλοιπες, για να αποτυπώσει την ομορφιά αλλά και τη μονοτονία της αγροτικής ζωής που δικαιολογούν την ιδιόμορφη γοητεία της εσωστρέφειάς της). Αναπτύσσει μια έντονη, φαινομενικά αθώα (με κρυπτο-λεσβιακή, ωστόσο, απόχρωση) έλξη για την κοινωνικά αδέξια Στιούαρτ. Αμοιβαία σαστισμένες και αμήχανες συνευρέσεις πάνω από ένα τραπέζι εστιατορίου, το διαφαινόμενο (και διφορούμενο) πλατωνικό ρομάντζο των οποίων διακόπτεται το ίδιο απότομα όπως ξεκίνησε. Σου μένει όμως μια υπέροχη σκηνή : ποτέ άλλοτε το θέαμα δύο γυναικών καβάλα σε ένα άλογο τη νύχτα, δεν πρέπει να έχει υπάρξει πιο ερωτικό. Υπόγειες, συγκρατημένες, εσωτερικά καλοδουλεμένες και βαθύτατα διαισθαντικές ερμηνείες. Όλες μαζί συνθέτουν την ανεξίτηλη πινακοθήκη μιας χούφτας ανεξάρτητων γυναικών, σε πλήρη αντίστιξη με το επαρχιώτικο περιβάλλον που τις κατακλύζει.

Τραχύς – οπτικά γοητευτικός – νατουραλισμός που ρουφάει κυριολεκτικά το φυσικό φως σε κάθε κάδρο, ιδίως στις νυχτερινές λήψεις, όπου τα πλάνα κατακλύζονται απ’ τις χορευτικές αντανακλάσεις του χρυσαφένιου, του κόκκινου και του λευκού. Μια φωτογραφία που αιχμαλωτίζει σαγηνευτικά τον γκρίζο, βαρύ ουρανό και την χειμωνιάτικη γη της Μοντάνα σε ομιχλώδεις ιριδισμούς . Κι αυτό το αίσθημα άνεσης της τελευταίας που δίνει στην Ράιχαρτ την αβάντα των έξτρα δυο-τριών δευτερολέπτων σε κάθε λήψη, που της επιτρέπουν να κατασκευάζει σε κάθε πλάνο και ένα μεγαλύτερο σύμπαν. Και το κάνει με τόση μαεστρία. Ελάχιστοι σύγχρονοι κινηματογραφιστές πετυχαίνουν με τις «σιωπές» τόσα πολλά: άδεια (φαινομενικά) ηχοτόπια κατακλύζονται πολυσύνθετα από το θρόισμα της Φύσης, τη μελαγχολία του Καιρού και τις ανάσες των Χαρακτήρων, σε σημείο που ένα εξαιρετικά ευαίσθητο (αλλά και εξασκημένο) αυτί να τα βρίσκει αρκούντως θορυβώδη.

Η Ράιχαρτ είναι η βασίλισσα των κινηματογραφικών «σιωπών» (πήγε να τα ανατρέψει όλα αυτά με το προηγούμενο εγχείρημά της, το οικολογικό θρίλερ «Night Moves», αλλά ευτυχώς επανήλθε γρήγορα στα γνώριμα μονοπάτια). Καθαρό ανεξάρτητο σινεμά. Ούτε δραματοποίηση, ούτε τίποτα. Φέτες καθημερινής ζωής που ίσως και να ακουμπάνε τις πιο θαμπές στιγμές των χαρακτήρων. Γυναίκες ευφυείς, γεμάτες αξιοπρέπεια αλλά και σπλαχνική απογοήτευση. Που υποφέρουν βουβά, κι όμως κινούν μπροστά και πάλι, στο κενό που φέρνει η κάθε επόμενη μέρα. Νιώθουν μοναξιά – κι ας μην δείχνουν πραγματικά μόνες. Μερικές φορές μια αποτυχημένη ή ανιαρή σχέση σε κάνει να νιώθεις το ίδιο. Τον τίτλο του φιλμ τον διαβάζεις είτε κυριολεκτικά – εν είδει απροσδιόριστης τυχαιότητας στην επιλογή των χαρακτήρων, ωσάν οι ζωές οποιωνδήποτε παρακείμενων γυναικών να ήσαν εξίσου άξιες προσοχής, είτε ειρωνικά : μιλάμε για γυναίκες, για τις οποίες η σιγουριά και η ασφάλεια δεν θα μπορούσαν να αποτελούν πιο βραχύβιο και αμφίβολο μπαγκάζι.

Οι «Γυναίκες» της Ράιχαρτ μοιάζουν εγκλωβισμένες σε μια αέναη, μονότονη τροχιά όπως το τρένο πάνω στις ράγες της εναρκτήριας σεκάνς. Το ενδιαφέρον αποτιμάται στις αποχρώσεις και την επίγευση που αφήνει η κάθε σκηνή, ενώ η συνολική διάθεση των χαρακτήρων και ο τόνος της αφήγησης αντισταθμίζουν πλήρως το γεγονός πως προσγειωνόμαστε στις ζωές αυτών των γυναικών δίχως την παραμικρή γνώση για το παρελθόν τους. Και καθώς οι τελευταίες συντρίβονται (οι δύο μεταφορικά, η μία κυριολεκτικά), αντιλαμβάνεσαι πως τούτα δω είναι τα πρόσωπα ανθεκτικών γυναικών που θα εξακολουθήσουν να κάνουν ότι χρειαστεί για να επιβιώσουν σε έναν αδυσώπητο κόσμο, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να φτυαρίζουν τις βουλτιές των αλόγων…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑