Reviews Celui qui doit mourir

5 Απριλίου 2018 |

0

Celui qui doit mourir

Σκηνοθεσία : Ζυλ Ντασέν

Με τους : Ζαν Σερβέ, Πιέρ Βανέκ, Μελίνα Μερκούρη, Μωρίς Ρονέ

Μεταφρασμένος τίτλος : Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται

Διάρκεια : 122’ (Γαλλία-Ιταλία, 1957)

«Αν Ξανακατεβείς στη Γη, Χριστέ μας» (δια χειρός Καζαντζάκη και όχι Γεωργίου Πολυχρονιάδου, του τραγουδοφεστιβαλιστή). 1920 : Η Ελλάδα υπό τουρκική κατοχή. Σε ένα μικρό χωριό, οι κάτοικοι προετοιμάζονται για την ετήσια Αναπαράσταση των Παθών και του Μαρτυρίου της Σταύρωσης, σύμφωνα με ένα παλιό έθιμο. Στον Μανωλιό (Πιέρ Βανέκ), έναν συνεσταλμένο βοσκό που τραυλίζει, ανατίθεται ο ρόλος του Ιησού και σε μια …ελευθεριάζουσα – ελαφρών ηθών τις λέγανε τότε – χήρα (Μελίνα Μερκούρη) εκείνος της Μαρίας Μαγδαληνής. Θα δεχτούν την απρόσμενη… εισβολή ενός προσφυγικού κονβόι, από γειτονικό χωριό που λεηλατήθηκε και έγινε στάχτη απ’ τους Τούρκους.

Φοβούμενοι πως οποιαδήποτε επίδειξη καλοσύνης θα διαταράξει την ευαίσθητη ειρήνη με τους κατακτητές αλλά και τα δικά τους προνόμια, οι ντόπιοι προεστοί (παπάς, πρόεδρος) τους αποπέμπουν. Μονάχα ο ιδεαλιστής και ανθρωπιστής Μανωλιός θα κατορθώσει να πείσει ορισμένους απ’ τους συντοπίτες του να δείξουν τον απαιτούμενο οίκτο και τον Μιχελή (Μωρίς Ρονέ), τον γιο του προέδρου, να τους παραχωρήσει τη γη που κληρονόμησε από τον πατέρα του για να εγκατασταθούν. Ο χρόνος έχει ήδη αρχίσει να μετράει αντίστροφα για τον δυστυχή Μανωλιό!

Στο δεύτερο γαλλικό του φιλμ – μετά το επιδραστικό «Ριφιφί» (1955) – ο αυτοεξορισμένος (ελέω αντι-κομμουνιστικού παροξυσμού) από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη Ντασέν, παραδίδει μια από τις λιγότερο γνωστές – αλλά πλέον φιλόδοξες – δημιουργίες του. Μεταφέρει στο πανί το πολύκροτο «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» του – πεντάκις υποψηφίου για Νόμπελ (αλλά σιγά που θα του το έδιναν έτσι που τους είχε μπερδέψει και αναστατώσει, αλλά και με τέτοιο πόλεμο που δέχτηκε κυρίως από συμπατριώτες και ομότεχνους) – Νίκου Καζαντζάκη (που πέθανε την ίδια χρονιά με την κυκλοφορία του φιλμ).

Συνδυάζοντας το γνώριμό του νουάρ με νεορεαλιστικές αποχρώσεις, κατασκευάζει ένα βαθιά αλληγορικό, πολιτικά αιχμηρό και μοραλιστικά σκληρό δράμα, σύμφωνα με το οποίο τα ανθρώπινα όντα – που δεν μαθαίνουν ποτέ από αυτά – είναι προορισμένα να επαναλαμβάνουν τα (ίδια) λάθη του παρελθόντος. Το φιλμ, βέβαια, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα καυστικό σχόλιο πάνω στην εκκλησιαστική υποκρισία. Η πιο πικρή, ειρωνική του διάσταση αναδύεται από την διαπίστωση πως εκείνοι που είναι οι πλέον εξοικειωμένοι με τις διδαχές του χριστιανισμού είναι και οι ίδιοι που συχνά καταλήγουν – πολύ πιο εύκολα – στην απόρριψη και εν συνεχεία στη «Σταύρωση» ενός δεύτερου Χριστού!

Δυνατές ερμηνείες από τους δύο – εκ διαμέτρου αντίθετους – θρησκευτικούς λειτουργούς (τον στωϊκό Ζαν Σερβέ – ποιμενάρχη των προσφύγων, και τον τρομαγμένο και μισαλλόδοξο Φερνάν Λεντού – εκκλησιαστικό …φερέφωνο και «τοποτηρητή» του Τούρκου Αγά, που παρακολουθεί βαριεστημένα τους αλλόθρησκους να «τρώγονται» μεταξύ τους κι εύχεται να μη χρειαστεί να σηκωθεί απ’ την ξαπλώστρα κι απ΄τις μελωδίες που του τραγουδά το γιουσουφάκι του για να επιβάλλει την «τάξη»), αλλά κι απ’ τον πληθωρικό Πατριαρχέα, πρόεδρο της κοινότητας (τον ασπρομάλλη Γκερτ Φρέμπε) και τον αινιγματικό «Ξανθό Χριστό» Βανέκ, που σαν έρθει η ώρα να μιλήσει μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος …. η δεμένη κόμπο γλώσσα του λύνεται ως εκ θαύματος! Τέλος, τα ελαφρώς μελοδραματικά «κονταροχτυπήματα» ανάμεσα στον αμήχανο, πασιφιστή Μανωλιό και τον στιβαρό και βίαιο Παναγιώταρο (Ροζέ Χανίν) – που’ σαι Γιώργο Φούντα να του δείξεις τη λεβεντιά σου – για τα μάτια της Μελίνας-Μαγδαληνής, αποσκοπούν στο να προσθέσουν μια επιπλέον πινελιά ελληνικής τραγωδίας.

Στον απόηχο όλων των παραπάνω, ωστόσο, αυτό που ο Ντασέν επιτυγχάνει να κατασκευάσει είναι ένα ανίερο κινηματογραφικό μείγμα αισθησιασμού, πικρόχολης ματιάς πάνω στον υποτιθέμενο «πατριωτισμό», κομμουνιστικής αλληλεγγύης και χριστιανικής υποκρισίας, που ενορχηστρώνεται από την σκηνοθετική του μπαγκέτα συνεπικουρούμενο από μια εξαιρετική φωτογραφία. Μεταφέρει με τρόπο ανάγλυφο όλο το μυστικιστικό, βαθιά κοινωνικό, λίαν θρησκευτικό θέατρο του παραλόγου που έχει στηθεί σε ένα φτωχικό ορεινό χωριό και γίνεται εξόχως επίκαιρο στις μέρες μας, με τις δραματικές διαστάσεις που έχει λάβει το προσφυγικό ζήτημα. «Τόπος για τους χολεριασμένους δεν υπάρχει«, κραυγάζει ο παπάς… υποδεχόμενος το μπουλούκι των ξεριζωμένων (και προσπαθώντας να πανικοβάλλει το δικό του ποίμνιο). Έτσι, το κονβόι των κυνηγημένων αλλά υπερήφανων χωρικών, θα ανεβεί – κουβαλώντας τον Σταυρό του Μαρτυρίου – το δικό του Γολγοθά : το ξερό βουνό της Σαρακίνας που δεσπόζει στην περιοχή! Ειδικό βραβείο στο Φεστιβάλ των Καννών και υποψήφιο για BAFTA καλύτερης ξένης ταινίας…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑