Reviews Buffalo ’66

30 Οκτωβρίου 2017 |

0

Buffalo ’66

Tου Λυμπέρη Διονυσόπουλου

Σκηνοθεσία: Βίνσεντ Γκάλο

Παίζουν: Βίνσεντ Γκάλο, Κριστίνα Ρίτσι, Μπεν Γκαζάρα, Αντζέλικα Χιούστον

Διάρκεια: 110′

Έτος παραγωγής: 1998

Υπάρχουν κάποιες ταινίες που αρνούνται να συμβιβαστούν με κάτι συνηθισμένο, που προσφέρουν στους θεατές τους μια τόσο αξέχαστη και ξεχωριστή εμπειρία,που επαληθεύουν ότι ο κινηματογράφος έχει και θα έχει τόσο μεγάλη αξία. Το Buffalo ’66 είναι μια τέτοια ταινία. Ο Vincent Gallo, έχοντας χτίσει μια ήδη αξιόλογη καριέρα στο χώρο της υποκριτικής και αγανακτισμένος από τις μέχρι τότε συνεργασίες του με σκηνοθέτες, αποφάσισε να φτιάξει τη δική του ταινία, μια τελείως ανορθόδοξη ιστορία αγάπης με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο.

Πρωταγωνιστής είναι ο πρόσφατα αποφυλακισμένος Billy Brown, που τον υποδύεται ο ίδιος ο Γκάλο, ένας οξύθυμος sui generis τύπος που πήγε φυλακή για να ξεχρεώσει ένα μεγάλο στοίχημα που έπαιξε και έχασε. Έχοντας κρύψει την αλήθεια από τους γονείς του, οι οποίοι πιστεύουν πως ο μοναχογιός τους λείπει για δουλειές της κυβέρνησης και ότι είναι ευτυχισμένος με τον γάμο του, αποφασίζει να απαγάγει μια νεαρή χορεύτρια, τη Layla, προκειμένου να υποδυθεί τη γυναίκα του στους γονείς του, πριν πάει να δολοφονήσει τον παίκτη που εξαιτίας του άστοχου σουτ του έχασε το στοίχημα και μετά να αφαιρέσει την ίδια του τη ζωή.

Τα υπερβολικά στοιχεία της πλοκής θα μπορούσαν πολύ εύκολα να άγγιζαν τα όρια της φαρσοκωμωδίας σε λιγότερο ικανά χέρια, όμως ο Γκάλο προσεγγίζει τους δύο ήρωες του με τέτοια ευαισθησία που η ταινία γίνεται σπαρακτική, παρά το γεγονός ότι το στοιχείο της μαύρης κωμωδίας είναι παρόν σε πολλά σημεία του έργου. Καθώς ο θεατής ανακαλύπτει τον Billy, έναν άντρα που αρχικά παρουσιάζεται ως ένα κάθαρμα, συμπάσχει μαζί του αφού αντιλαμβάνεται πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν μοναχικό και πληγωμένο άνθρωπο που έχει επιλέξει να κρυφτεί πίσω από μια άγρια περσόνα, πιστεύοντας πως έτσι θα προφυλαχτεί από τον πόνο που μπορεί να προκαλέσει η ανθρώπινη συνύπαρξη.

Η έλλειψη τρυφερότητας από τους γονείς του, η ερωτική απογοήτευση από την πρώτη του μεγάλη αγάπη, η αίσθηση ότι δεν ανήκει πουθενά και η συνεχής ιδέα ότι δεν αξίζει τίποτα παραπάνω από μια μπροστινή θέση στο περιθώριο, τον έχουν μεταμορφώσει σε ένα μισάνθρωπο αγρίμι που έχει επιλέξει την απομόνωση με το φόβο ότι αν ανακαλύψουν ότι στην πραγματικότητα είναι ένας άντρας που το μόνο που ζητάει είναι μια αγκαλιά, θα τον φάνε ζωντανό- όπως έλεγε και ο Σαρτρ, κόλαση είναι οι άλλοι. Αυτόν τον εθελοντικά κοινωνικά απόκληρο γνωρίζει και ερωτεύεται η κοπέλα που απαγάγει, για την οποία μαθαίνουμε ελάχιστα πράγματα, παρά μόνο στοιχεία του χαρακτήρα της μέσα από τη συναναστροφή της με τον Billy. Αυτήη φαινομενικά αταίριαστη σχέση απέχει χιλιοστά από το να μεταμορφωθεί σε άβολη και περίεργη, όμως έχουν πλαστεί οι χαρακτήρες με τόση προσοχή και ανθρωπιά που ο έρωτάς τους είναι πιστευτός και γλυκός.

Το Buffalo ’66 είναι το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γκάλο, τίποτα όμως καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας δεν μοιάζει ερασιτεχνικό. Η αυτοπεποίθηση με την οποία χειρίζεται την κάθε σκηνή, οι αψεγάδιαστες ερμηνείες που βγάζει από το καταπληκτικό του cast, η άνεση που έχει με το να παίζει με κινηματογραφικές τεχνικές και η μόνιμη άρνησή του να ακολουθήσει ήδη ταξιδεμένους δρόμους της 7ης τέχνης δείχνουν έναν υπερβολικά ταλαντούχο και ασυμβίβαστο δημιουργό.

Όσο και αν αρνείται πως ο Τζων Κασσαβέτης υπήρξε πηγή σκηνοθετικής έμπνευσης, η ταινία διαχέεται από το ίδιο πάθος για ρεαλισμό (π.χ. με τη χρήση αντισυμβατικών τεχνικών λήψης) και τον διακαή πόθο απεικόνισης της ψυχοσύνθεσης πληγωμένων και αληθινών χαρακτήρων. Πάντως το μόνο σίγουρο είναι ότι ο μεγάλος δημιουργός θα ήταν περήφανος για το ‘’Buffalo 66’’. Προσωπικά, την πρώτη φορά που είδα το Buffalo ’66 η αλήθεια είναι πως δε μου θύμισε Κασσαβέτη αλλά, για κάποιο περίεργο λόγο, μια πιο περιθωριακή και ιδιαίτερη εκδοχή του Marty του Ντέλμπερτ Μαν.

Πέρα όμως από τις καλλιτεχνικές επιρροές του Γκάλο, το ντεμπούτο του είναι μια εξαιρετικά καλοφτιαγμένη ταινία. Από την εμμονή του να χρησιμοποιεί ανοίκειες οπτικές γωνίες, που μου έφερε στο μυαλό τη φορά που πρωτοείδα το Tokyo Story του Γιασουτζίρο Όζου, μέχρι τις διακριτικές λεπτομέρειες που σκιαγραφούν ολόκληρες πλευρές χαρακτήρων( π.χ. η ομοιότητα των κινήσεων του Billy με εκείνες των γονιών του στη διάρκεια αμήχανων στιγμών δείχνουν,μέσα από μια έμφυτη σκέψη υιοθέτησης των πιο απλών στάσεων του σώματος, με έναν ευφυέστατα λιτό τρόποτο χρόνο που μάταια ξόδεψε για να κερδίσει την αποδοχή τους).

Ένα ακόμα έξυπνο σκηνοθετικό κόλπο που αναδεικνύει τη μελαγχολική υπόσταση του Billy και της Layla είναι η επιλογή του Γκάλο να παρουσιάσει όλους τους άλλους χαρακτήρες της ταινίας, από κομπάρσους μέχρι συμπρωταγωνιστές, ως εξωγήινες οντότητες, ωμά ρεαλιστικές καρικατούρες. Αρχικά οι δύο ήρωες μοιάζουν ο ένας ενάντια στον άλλο και μετά οι δυο τους εναντίων όλων, σα χαρακτήρες του Τρίερ να προσγειώθηκαν σε ταινία του Καουρισμάκι.

Ο Vincent Gallo είναι ένας καταπληκτικός ζωγράφος και η σχέση του με το χρώμα φαίνεται και από την απόφασή του να ζητήσει από τον διευθυντή φωτογραφίας του- ο ίδιος υποστηρίζει πως αυτός έκανε όλη τη δουλειά και όχι ο Lance Acord- να κυριαρχεί ένα έντονο κοντράστ άσπρου και μαύρου για να προσδίδει κατάλληλα την ψύχρα και απομόνωση που αποπνέει το Buffalo, η πατρίδα που ο δημιουργός απεχθάνεται.

Η μουσική επιμέλεια, επίσης του Γκάλο, είναι εκπληκτική και ποικίλει από το απίστευτα ταιριαστό Moonchild των King Crimson στη μαγευτικά υπνωτική σκηνή οπού η Layla χορεύει κλακέτες στην αίθουσα μπόουλινγκ και το Sweetness των Yes που παίζει στο τέλος και σε αποχαιρετάει ταιριαστά και αξιοπρεπώς μέχρι το υπέροχα απλό Lonely Boyτου ίδιου του Γκάλο, καθώς και την αξιοσημείωτα στενάχωρη διασκευή του Fools Rush Inαπό τον πραγματικό μπαμπά του Γκάλο.

Αλλά αυτό που πραγματικά κάνει την ταινία τέλεια και μια από τις καλύτερες ταινίες που έχει προσφέρει ο ανεξάρτητος αμερικανικός κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια είναι οι ερμηνείες. Από τα εξαιρετικά cameo του Mickey Rourke και της Rosanna Arquette μέχρι τους ξεκαρδιστικούς Ben Gazzara και Anjelica Houstonως τους παντελώς αδιάφορους γονείς του Billy, είναι εμφανές πως ο Γκάλο ξέρει να χειρίζεται τους ηθοποιούς του. Όμως, αυτοί που πραγματικά εκτοξεύουν την ταινία είναι ο Vincent Galloκαι η Christina Ricci, η οποία ερμηνεύει τη Layla. Μοιράζονται μια τόσο αλλόκοτη και συνάμα τρυφερή χημεία που σπάνια συναντάς σε ερωτικές ιστορίες, όσο πρωτόγνωρες και αν είναι αυτές.

Ο Γκάλο παίζει τον Billy, τον καλύτερο ρόλο με διαφορά σε μια πολύ ενδιαφέρουσα φιλμογραφία, με έναν τόσο μαγευτικό τρόπο που δεν μπορείς να απομακρύνεις το βλέμμα σου από πάνω του. Ο πολυτάλαντος ηθοποιός χρησιμοποιεί την σκληρή γοητεία του προς όφελός του και μας χαρίζει μια από τις καλύτερες ερμηνείες της δεκαετίας του 90. Εξίσου εξαιρετική είναι η μόλις 17χρονη Ρίτσι, η οποία συγκλονίζει ως το άτομο που χαρίζει εντέλει την πολυπόθητη, σωτήρια αγκαλιά και εξιλέωση που χρειαζόταν ο τραγικός μας ήρωας.

Ο Γκάλο, εξαιτίας της μεγάλης αποτυχίας της επόμενης ταινίας του The Brown Bunny και της μηδενικής αναγνώρισης του Promises Written on Water έχει ορκιστεί πως δε θα κάνει ποτέ ξανά ταινία. Ας ελπίσουμε πως αυτή η τρομαχτική ορμή δημιουργίας θα επιστρέψει. Σε περίπτωση που δεν γίνει ποτέ αυτό, θα έχουμε για πάντα το Buffalo ’66.

Αρκεί.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑