Brimstone

Σκηνοθεσία: Μάρτιν Κουλχόφεν

Με τους: Ντακότα Φάνινγκ, Γκάι Πηρς, Εμίλια Τζόουνς, Γουίλιαμ Χιούστον, Πωλ Άντερσον, Καρίς φαν Χάουτεν

Διάρκεια: 148΄

Ένας (μετανάστης) Λουθηρανός πάστορας από την Κόλαση, ένας σκοτεινός, περιπλανώμενος χειραγωγός και ζηλωτής που όλοι αποκαλούν «Αιδεσιμότατο» (Γκάι Πηρς) και το κατατρεγμένο (υπό την απειλή μιας διαρκούς, στοχευμένης καταδίωξης) θήραμα και θύμα του – μια μουγγή μαμή (Ντακότα Φάνινγκ), σε μια επική, σαδομαζοχιστική ιστορία στην Αμερική των τελών του 19ου αιώνα, ντυμένη τον μανδύα ενός ρεβιζιονιστικού γουέστερν που δονείται υπό το «βιβλικό» του βάρος.

Ο ολλανδός Κουλχόφεν – συμπατριώτης του Φερχόφεν – που ανθίσταται (προφανώς όχι για πολύ ακόμα) στις σειρήνες των major studios (μετά και την – κυρίως φεστιβαλική και επί ευρωπαϊκού εδάφους – επιτυχία του πολεμικού του δράματος «Winter in Wartime»), επιλέγει να αναζητήσει μόνος του διεθνή χρηματοδότηση και πηγαίνει ο ίδιος στην Αμερική για να γυρίσει το συγκεκριμένο φιλμ. Εκ του αποτελέσματος, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθείς τους λόγους αυτής της στενής πολιορκίας από την Μέκκα του Κινηματογράφου (είναι λιγάκι σαν το φλερτ του NBA με τον Αντετοκούνμπο).

Κι ας δείχνει ο ίδιος ολίγον νάρκισσος, κι ας βάζει – εν είδει mini, cool branding – το ονοματάκι του μπροστά απ’ τον τίτλο του φιλμ : «Koolhovens Brimstone» (όπως έκανε, κάποτε, ένας άλλος νάρκισσος, ο Τρίερ (χειρότερος αυτός), βάζοντας το όνομά του με πελώρια γράμματα μπροστά απ’ το «Δαμάζοντας τα Κύματα» – και το τελευταίο με μικρά). Αν και γεμάτο πανοραμικές εικόνες προορισμένες να τέρψουν και τον πλέον ανικανοποίητο οφθαλμό, συνδυασμένες με τη χρήση μιας – κατεξοχήν – υπερβολικής (δίχως, ωστόσο, να προκαλεί αποστροφή) βίας και παρά την εντυπωσιακά φιλόδοξη κλίμακα στην οποία κινείται, μόνο και μόνο εξαιτίας της (δυόμιση ωρών) διάρκειάς του και του ειδεχθούς θέματος που καραδοκεί στον πυρήνα του, τούτο δω το εγχείρημα δύσκολα θα μπορούσε ποτέ να χρηματοδοτηθεί απ’ το Χόλυγουντ.

Πλάνα βουτηγμένα σε μια μουντή, ζοφερή ατμόσφαιρα (ξεχωρίζει μονάχα το σκηνικό του τελευταίου δεκάλεπτου που θυμίζει νηνεμία μετά την καταιγίδα και στέκει ξεκομμένο – σε σχέση με όλο το υπόλοιπο φιλμ και παρά την τραγικά ειρωνική κατάληξη της ιστορίας – σαν σημείο αναφοράς ενός ουτοπικά ευδαιμονικού παραδείσου), στημένα με ξεχωριστή φροντίδα και αγάπη και με μια άνεση στο ρυθμό τους. Κινούμενος στο πνεύμα ενός σύγχρονου, μεταμοντέρνου γουέστερν αλλά και μιας ευρύτερης αναθεώρησης των παραδοσιακών μύθων της Άγριας Δύσης, ο Κουλχόφεν ανατρέπει σταδιακά τα γνώριμα μοτίβα και την οπτική του θεατή πάνω στη σύγκρουση του Καλού με το Κακό (δεν υπάρχουν μονομαχίες ή γρήγορα πιστόλια, ούτε γυναίκες που σώζονται από ήρωες). Αυτό που κυριαρχεί είναι η αμετάκλητη, αναπόφευκτη φθορά και η απελπισία, με την ηρωίδα να παλεύει – με όποιο μέσο διαθέτει – να ξεφύγει απ’ τη βαριά μοίρα και το Παρελθόν που την καταδιώκουν και να βρει την Λύτρωση, σε μια ιστορία που επιτρέπει στη Ντακότα Φάνινγκ να πλάσει έναν από τους καλύτερους γυναικείους χαρακτήρες που έχει παραδώσει ποτέ το συγκεκριμένο είδος.

Το φιλμ αναπλάθει με εικαστική λαμπρότητα και – σχεδόν νατουραλιστικό – ρεαλισμό, μια εποχή ωμής, ανεξέλεγκτης βίας, θρησκευτικού φανατισμού αλλά και φριχτής – σχεδόν μεσαιωνικής – εκμετάλλευσης και καταπίεσης (σχεδόν εξόντωσης) της γυναίκας. Είναι η εποχή της άνευ νόμων μεθορίου (οι μοναδικοί σερίφηδες που υπάρχουν υπηρετούν τα συμφέροντα των ντόπιων «επιχειρηματιών»), όπου το παραμικρό παράπτωμα οδηγεί (ακόμα και τις γυναίκες) μέχρι την αγχόνη. Η εποχή όπου τα σκοτάδια της Ανθρώπινης Φύσης αναμειγνύονται διεστραμμένα με το «Θέλημα του Θεού» και τη Βιβλική Ιστορία του Λωτ. Πύρινοι λόγοι (σαν τις φλόγες της Κολάσεως) εξαπολύονται από του άμβωνος : «φοβού τους ψευδοπροφήτες, που – ωσάν τους Λύκους – έρχονται να σε παραπλανήσουν ενδεδυμένοι τις προβιές των Αμνών».

Το σκηνικό μιας παραμεθόριας κοινότητας, όπου οι γυναίκες αναζητούνται για χήρους ή εργένηδες δια «αλληλογραφίας» (απ’ τους μεσίτες γάμου) και εν συνεχεία, εκείνο μιας διαβρωμένης, παρακμιακής πόλης με ένα σαλούν-πορνείο που ονομάζεται «Inferno» (Κόλαση) και θυμίζει απελπιστικά το σκηνικό του θρυλικού, τηλεοπτικού Deadwood. Τέσσερα κεφάλαια, όλα με καίριους τίτλους : «Αποκάλυψη», «Έξοδος», Γένεσις», «Νέμεσις (Ανταπόδοση)». Τα πάντα έχει ο μπαχτσές : από σφαγιασμένους αμνούς και νεκρά έμβρυα, μέχρι κομμένες γλώσσες, μαστιγώματα, σιδερένιους «φερετζέδες» και ετοιμοθάνατους τυλιγμένους με τα άντερά τους. Αλλά κι έναν αιματοβαμμένο, αντι-ηρωϊκό καουμπόι που εμφανίζεται ως «Άγγελος εξ Ουρανού» (σε ρόλο «Άνωθεν Παρεμβάσεως») στο άνοιγμα μιας πόρτας. Κι αν αναρωτηθείς τι είναι αυτό που κάνει το συγκεκριμένο τόσο ενδιαφέρον και συναρπαστικό, η απάντηση είναι μία : η (σχεδόν) αριστοτεχνική χρονολογική δομή της αφήγησης.

Καθώς το «Brimstone» κυλά, ο αρχιτεκτονικός του σχεδιασμός αποκαλύπτεται: ο Κουλχόφεν αφηγείται την ιστορία του ανάδρομα, με μια λογική, ωστόσο, αντιστροφή που θυμίζει την «Προδοσία» του Πίντερ. Ο θεατής αρχίζει να συναρμολογεί το μεγάλο τόξο στο κεφάλι του και το τέχνασμα του φιλμ είναι πως όσο περισσότερο κινείται στο Παρελθόν, τόσο ανατριχιαστικότερα προσεγγίζει την Καρδιά του Σκότους. Η ερμηνεία του ίδιου του νοσηρού ιεροκήρυκα για τις πράξεις του, που αιτιολογούνται ως (εφιαλτικές) πράξεις «Αγάπης», είναι εκείνη που εκτοξεύει και το (κυρίαρχα ψυχολογικό) σασπένς του έργου στα όρια του γκροτέσκο.

Η «αρρώστια» του ήρωα, είναι ο Δαίμονας που του κατατρώει τα σωθικά. Η εμμονή τον κατακλύζει, πείθοντάς τον πως ότι κάνει έχει Δικαίωμα να το κάνει. Στο μυαλό του, ο Θεός τον… παροτρύνει – όμως η θεώρησή του μοιάζει να ξεπηδά από το σκληρό, άκαμπτο χρονοντούλαπο ενός καταπιεστικού χριστιανισμού (και ο ολλανδικός υπήρξε τέτοιος). Ο Κουλχόφεν επιδίδεται – με πλήρη αφοσίωση – σε ένα γαϊτανάκι καλλιτεχνικού exploitation. Παντρεύει τον Φόβο της Τιμωρίας για την Ανυπακοή που πρεσβεύει η Παλαιά Διαθήκη με τους λεπτούς χειρισμούς ενός καλοδουλεμένου graphic novel.

Απ’ τη μια φαντάζει σαν ελεγεία φεμινιστικής χειραφέτησης από τα δεινά και τις φρικαλεότητες που υπέφεραν οι γυναίκες εκείνης της εποχής για να παραμένουν (υποθετικά) «ευσεβείς». Κι απ’ την άλλη, παρατηρείς πόσο διασκεδάζει το ίδιο (το φιλμ) στις σκηνές του Πορνείου και πόσο αδιαφορεί να αποτρέψει (έστω) τον θεατή απ’ την ιδέα ότι ο «Κακός» της ιστορίας του θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας Εκπεσών απ’ την ίδια την Κόλαση! Η σκηνοθεσία μοιάζει κάποιες φορές να διαθέτει μια αδέσποτη αίσθηση κυνισμού και διεστραμμένης, (σαδο)μαζοχιστικής ιλαρότητας κι άλλες σου δίνει την αίσθηση ότι προσεγγίζει το υλικό με μια ψυχρή, μακάβρια απάθεια.

Αυτή η αβεβαιότητα κι η επιθυμία (ή ακόμα και αγωνία) του θεατή να το διευκρινίσει, είναι που καθιστά ένα τέτοιο – εμφανώς περίπλοκο (αλλά και προβληματικό) στην σύλληψη, τον ψυχισμό και την εκτέλεσή του – φιλμ τόσο παράδοξη, παράξενη και ιδιότυπα γοητευτική εμπειρία. Χωρίς την τελευταία, το «Brimstone» δεν θα ήταν ούτε τόσο διαυγές ως (α)μοραλιστικό έπος, ούτε τόσο συναρπαστικό ως γουέστερν. Γιατί μπορεί να διαθέτει άκρως εντυπωσιακές και αποτελεσματικές στιγμές, έχει όμως κι άλλες τόσες στις οποίες παγιδεύεται (ενίοτε μακρυγορώντας) στα γρανάζια της φιλόδοξης, αλληλοσυνδεόμενης αφήγησής του.

Ιδού λοιπόν το δίλημμα : πως αντιμετωπίζεις ένα φιλμ στο οποίο ο δημιουργός του δεν επιχειρεί ή δεν ενδιαφέρεται να διαχωρίσει το (κινηματογραφικό του) ταλέντο από τις προθέσεις του; Το «Brimstone» είναι ένας μακάβρια απολαυστικός «πολτός» – τέτοιος που την καλλιτεχνική του μαστοριά θα ζήλευε τρελά ο Ταραντίνο. Ακόμα κι αν η – ενίοτε εκκωφαντική – θρησκειολογική του υπερβολή, είναι κάτι που το ίδιο αντιλαμβάνεται με μια τρομακτική (στα όρια του αυστηρού) σοβαρότητα.

Αυτό απ’ το οποίο πάσχει το φιλμ είναι η σαφήνεια του (κινηματογραφικού) οράματος και ο (πλήρης) έλεγχος του ύφους, που θα του έδιναν – πέρα απ’ το (ολοφάνερο) πρεστίζ που διαθέτει – και μια (περίσσεια) ξεκάθαρη στόχευση. Χρησιμοποιεί τον σοκαριστικό αντίκτυπο μιας σοφά επιμελημένης και σκληρά δουλεμένης εικονογραφίας για να καλύψει (ή να προσπεράσει ανώδυνα) τις ρωγμές της ιστορίας του και αντισταθμίζει την έλλειψη (ουσιαστικής) ανάπτυξης των χαρακτήρων με ένα (εσκεμμένα) σκοτεινό ορχηστρικό σάουντρακ. Το σώζουν οι εξαιρετικές ερμηνευτικές ικανότητες των δύο πρωταγωνιστών του.

Ο Πηρς σε στοιχειώνει ως «ευαγγελικός» ψυχοπαθής που διαστρεβλώνει την αντίληψη (του ιδίου και των γύρω του) για τον κόσμο, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για τις αρρωστημένες του επιθυμίες. Χρησιμοποιώντας ένα εφιαλτικό αξάν, επιχειρεί να δώσει το όποιο βάθος σε έναν θρησκευόμενο υποκριτή, η φιγούρα του οποίου – μετά το (αρκετά) αγωνιώδες πρώτο μέρος – γίνεται ολοένα και πιο μονοδιάστατη. Σε έναν ρόλο αρχικά προορισμένο για τη Μία Γουασικόφσκα, η Φάνινγκ τσαλακώνει με τόλμη την (μέχρι τούδε) κινηματογραφική της εικόνα, δίνει όλο της το Είναι (εξίσου καλή – ίσως και αδίκως υποσκιασμένη – κι η Εμίλια Τζόουνς που την υποδύεται σε νεαρή ηλικία) κι εσύ πιάνεσαι απ’ την ερμηνεία της όπως θα γραπωνόσουν από μια σωσίβια λέμβο στη διάρκεια θυελλώδους καταιγίδας μεσοπέλαγα. Δεν θες να σου πω επίσης πως Γκάι Πηρς και Καρίς φαν Χάουτεν (που υποδύεται τη μητέρα της ηρωίδας) ερωτεύτηκαν στη διάρκεια των γυρισμάτων και απέκτησαν πριν μερικούς μήνες το πρώτο τους παιδί, γιατί θα με ρωτήσεις (και δικαίως) τι σόι εξηγήσεις θα δώσουν σ’ αυτό το παιδί στο μέλλον όταν τους ρωτήσει πού και πώς γνωρίστηκαν (πολύ περισσότερο όταν δει και το συγκεκριμένο φιλμ).

Είναι δύσκολο να κακιώσεις με ένα φιλμ που φλερτάρει τόσο συνειδητά με το pulp και το exploitation (υφολογικούς και αισθητικούς άξονες των b-movies) και υποστηρίζει αυτή του την επιλογή με τόση θέρμη και πάθος, διαθέτοντας από την άλλη το εικονογραφικό μεγαλείο και τις καλλιτεχνικές προδιαγραφές χολιγουντιανού έπους. Σε κάνει να θες να τρέξεις σπίτι και να προσευχηθείς για Συγχώρεση (ξαναβλέποντας, συγχρόνως, με το ένα μάτι μισάνοιχτο τη Νύχτα του Κυνηγού, απ’ την οποία ξεσηκώνει καρμπόν τρεις τουλάχιστον – μια παιδική κούκλα, έναν ύμνο που επαναλαμβάνεται εφιαλτικά κι ένα νυχτερινό παραφύλαγμα με το όπλο ανά χείρας – σκηνές και αμέτρητα επιμέρους στοιχεία πλοκής). Ακόμα κι αν ο (φεμινιστικός) αλτρουισμός κι η γενναιότητα της πρωταγωνίστριάς του απλώνονται σαν λεπτό, διάφανο και αιθέριο πέπλο πάνω απ’ την θλιβερά εντυπωτική πλειονότητα των εικόνων του, τούτο το (σε στιγμές) άβολο, θρησκευτικό γουέστερν κάνει την (φρικιαστική) παραδοχή πως η Κόλαση (τελικά) ίσως και να βρίσκεται επί της Γης και σου «κλείνει το μάτι» μέχρι το (κυριολεκτικά) τελευταίο πλάνο…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Το "Pet Sematary" βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες, ευκαιρία λοιπόν να μάθουμε την άποψή σας. Ποια είναι η αγαπημένη σας κινηματογραφική μεταφορά έργου του Στίβεν Κινγκ;
  • FB Cinedogs

  • Latest