Reviews Another Round (Druk)

6 Ιανουαρίου 2021 |

0

Another Round (Druk)

Σκηνοθεσία: Τόμας Βίντερμπεργκ

Παίζουν: Μαντς Μίκελσεν, Τόμας Μπο Λάρσεν, Μάγκνους Μίλαντ, Λαρς Ράντε

Διάρκεια: 115′

– Τι είναι η νιότη;

– Ένα όνειρο

– Τι είναι η αγάπη;

– Το περιεχόμενο του ονείρου

Τα λόγια αυτά του Δανού θεολόγου, στοχαστή και φιλοσόφου Σέρεν Κίρκεγκορ εμφανίζονται σε μια μαύρη οθόνη, ως πρελούδιο και προειδοποίηση. Η νιότη, λοιπόν, αυτή η ξελογιάστρα Σειρήνα που σε εξαπατά και σε πείθει ότι θα βρίσκεται για πάντα στο πλευρό σου. Που, ακόμη κι όταν ξεφτίσει, σε συντροφεύει σαν ολοζώντανο φάντασμα, μια βάρβαρη υπενθύμιση της απώλειας και της παράλειψης. Μαζί με τη νιότη εκλείπουν όλα όσα θα ήθελες να βιώσεις ξανά και ξανά, σαν σε φωτοτυπία, σε μια ατελείωτη λούπα, αλλά και όλα όσα αμέλησες, αστόχησες, δεν τόλμησες, δεν πρόλαβες να ζήσεις.

Ο Κίρκεγκορ, όμως, δεν είναι ένας απλός guest star, με ένα πιασάρικο εναρκτήριο απόφθεγμα. Αντιθέτως, διατρέχει όλη τη ραχοκοκαλιά της ταινίας. Με την εμμονή του στην ιερή αναγκαιότητα της αυτογνωσίας. Με το πάθος του για απελευθέρωση από τα δεσμά της αυθεντίας και την πλάνη της αντικειμενικότητας. Με την άλυτη απορία του για το αν υπάρχει το παραμικρό ανάχωμα απέναντι στην εγγενή υπαρξιακή αγωνία που κατατρώει τον άνθρωπο από τις απαρχές του χρόνου. Το Another Round του Τόμας Βίντερμπεργκ δεν παριστάνει πως έχει απάντηση απέναντι σε όλες τις προδιαγεγραμμένες και αναπόδραστες ήττες της ζωής. Διατρανώνει, όμως, την πίστη του στις μικρές πρόσκαιρες νίκες. Και σου απαγορεύει να τις θεωρήσεις αμελητέες.

Τέσσερις φίλοι, τέσσερις μεσήλικες καθηγητές σε ένα σχολείο της Δανίας, άνυδροι από έμπνευση, αποκαμωμένοι από το ασήκωτο φορτίο της επαναληψιμότητας, εγκλωβισμένοι σε μια ζωή που χάνει σιγά σιγά την ανοιχτωσιά της και κινδυνεύει να στριμωχτεί σε ένα στενό κουβούκλιο. Ένα γενέθλιο δείπνο, η πασιφανής καλπάζουσα κατάθλιψη του ενός μέλους της παρέας, αλλά και μια τυχαία αναφορά στη θεωρία ενός Νορβηγού επιστήμονα για τις ευεργετικές επιδράσεις μιας μίνιμουμ ποσότητας αλκοόλ στον οργανισμό, είναι οι αφορμές που ανάβουν το φιτίλι. Οι τέσσερις φίλοι, με το ψυχολογικό καμουφλάζ του ανθρωπολογικού πειράματος, ρίχνονται με βουλιμία στην εκούσια και ελεγχόμενη μέθη. Που πυροδοτεί μια ασυναίσθητη ευφορία, καψαλίζει το μυαλό με ιδέες, λυγίζει τα κάγκελα της ευπρέπειας, μα πάνω απ’ όλα προσδίδει μια αίσθηση περιπέτειας στο διεκπεραιωτικό, στο τετριμμένο, στο καθημερινό.

Η μέθη διαχρονικά υπήρξε το απολωλός τέκνο της λογικής, το ετεροθαλές αδερφάκι της τρέλας, όπως έλεγε και ο Κωστής Παπαγιώργης στο Περί μέθης. Τι συμβαίνει, όμως, όταν καταναλώνεις αυτή την τρέλα σε καθημερινές ποσότητες, λίγο λίγο; Κατά πάσα πιθανότητα, αναπτύσσεις άμυνες απέναντι στην εσωτερική παράνοια που κρύβεται πίσω από την αδιάκοπη λογική ερμηνεία της ζωής, αυτή που κάνει το μυαλό να επαναστατεί στην υπερβολική τακτοποίηση. Αυτό ακριβώς κατορθώνουν σε αρχικό επίπεδο και οι τέσσερις φίλοι, οι οποίοι δεν προστρέχουν στη μέθη μηχανιστικά, αλλά ως πράξη συντροφικής αλληλεγγύης και παρακαταθήκη ενός ψυχικού δεσμού που ολοένα και δυναμώνει (ο τρόπος με τον οποίο γιορτάζουν ο ένας τις «επιτυχίες» του άλλου δεν είναι ούτε δεδομένος ούτε αυτονόητος).

Η προσωρινή αυτή έξοδος από το φάσμα του προβλεπόμενου είναι, φυσικά, συγκινητική και γενναία διότι είναι a priori καταδικασμένη σε συντριβή. Σε μια πτώση που έρχεται νομοτελειακά, όχι όμως ως τιμωρία κάποιας ύβρεως ούτε ως δειλία απέναντι στην προοπτική μιας αληθινής αλλαγής. Η συντριβή αυτή δεν έρχεται με κρότο, αλλά με το καμπανάκι της υπενθύμισης ότι η προσωπική εσοχή μιας ειδυλλιακής (και εκστατικής) ισορροπίας δεν μπορεί να υπάρξει σε ένα κόσμο που έχει φτιαχτεί προ πολλού και ερήμην μας (όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, παρότι συμμετέχουμε και οι ίδιοι στην κατασκευή του, παραμένουμε κατά βάση απόντες). Είτε επέλθει το γκρέμισμα στη σκοτεινή πλευρά που καιροφυλακτεί ένα βήμα μετά την αναλαμπή, είτε αντεπιτεθεί με βία η πρότερη ζωή, το αποτέλεσμα είναι αμετάβλητο: μια απώλεια ακόμη πιο επώδυνη ακριβώς επειδή χάνεται ένα όνειρο που βρήκε αναπάντεχα τον δρόμο προς το βίωμα.

Το Another Round είναι μια ταινία αρσενικού πρόσημου, χωρίς ποτέ να υποκύπτει σε macho αφέλειες ή τσιτάτα βγαλμένα από lifestyle περιοδικά των 90s. Και κατορθώνει να εμβαθύνει στον πυρήνα του ανδρικού τέλματος της μέσης ηλικίας, εκεί όπου η εξασθενημένη ρώμη συναντά τη δίψα υλοποίησης ενός «σκοπού» και το άτακτο κυνήγι της παιδικότητας, χωρίς να καταφεύγει στην πατενταρισμένη λύση της ξαναζεσταμένης ερωτικής νιότης.

Ταυτόχρονα, με πολύ προσεκτικές πινελιές, ο Βίντερμπεργκ μετατοπίζει ανά στιγμές την ιστορία των τεσσάρων φίλων σε έναν ευρύτερο καμβά: τον δανέζικο (στην πραγματικότητα, σκανδιναβικό-γερμανικό) ψυχαναγκασμό της κατανάλωσης αλκοόλ. Μίλια μακριά από τη νότια αλεγρία (που περιλαμβάνει κατά βάση συνδαιτυμόνες και όχι μόνο συμπότες) και με διακριτές διαφορές σε σχέση με την ανατολικοευρωπαϊκή τελετουργία αυτοκαταστροφής, η βορειοευρωπαϊκή μέθη λειτουργεί ως μελαγχολικό κοινωνικό λιπαντικό μιας ελλιπούς επαφής.

Το Druk, πέρα από αλκοόλ, ξεχειλίζει από συναίσθημα και ενσυναίσθηση, από πάθος και προσμονή, από νοσταλγία και συγχώρεση. Και όταν ο Μαντς Μίκελσεν (προικισμένος με αυτή την τόσο δυσεύρευτη ισορροπία ανάμεσα στη σιωπηλή έκρηξη και την ταραχώδη ηρεμία) ξεσπάσει σε αυτό τον φρενήρη, ιλιγγιώδη, μεθυστικό χορό της απελευθέρωσης, το τελικό απόσταγμα στρογγυλοκάθεται σε μια γεμάτη γουλιά. To δάκρυ του πένθιμου αποχαιρετισμού σμίγει με το γελαστό κατευόδιο και εμείς πίνουμε άσπρο πάτο έναν ακόμη «γύρο» της ζωής.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑