An Average Little Man (Un Borghese Piccolo Piccolo)

Σκηνοθεσία: Μάριο Μονιτσέλι

Παίζουν: Αλμπέρτo Σόρντι, Σέλεϊ Γουίντερς, Βιτσέντζο Κροτσίτι

Διάρκεια: 118′

Μεταφρασμένος τίτλος: “Ο ανθρωπάκος” 

Έτος παραγωγής: 1977

Η αποφυγή κάθε περιπέτειας, έκπληξης ή λαχτάρας είναι σκέτη ηδονή για τον Τζιοβάνι. Κάθε μέρα που περνά χωρίς ιδιαίτερες συγκινήσεις είναι ένας μικρός θρίαμβος. Ο Τζιοβάνι είναι ένας στρατιώτης της ατολμίας, του κάλλιο πέντε και στο χέρι, της αδιάλειπτης επαναληψιμότητας.

Αγκαλιάζει με πάθος την πεποίθηση ότι η ζωή οφείλει να είναι προβλέψιμη. Στην καρδιά του τρυπώνει μονάχα μία ανασφάλεια: η πιθανότητα να μην μπορέσει να προσφέρει στον μοναχογιό του την αντίστοιχη (επαγγελματική πρωτίστως, αλλά και γενικότερη) ασφάλεια που βίωσε ο ίδιος.

Ο ήρωάς μας είναι η απόλυτη και ολοκληρωτική ενσάρκωση του μικροαστικού πνεύματος. Είναι ο άνθρωπος που έχει θέσει ως ύψιστο ταβάνι της ύπαρξής του τον μέσο όρο. Στον περιχαρακωμένο του μικρόκοσμο, εξαλείφεται, όπως είναι αναμενόμενο, η ικανότητα σύγκρισης: δεν υπάρχει εξ ορισμού καμία αξιολογική κλίμακα.

Το προσωπικό αποκτά διαστάσεις καθολικού, το οικείο γίνεται αντικειμενικός νόμος, η ατομικιστική εμμονή απομακρύνει την οποιαδήποτε αίσθηση συλλογικής πραγματικότητας. Ο καθρέφτης είναι ο κόσμος όλος, και το είδωλο του η μόνη αλήθεια. Και κάπου εκεί, αρχίζουν οι τερατώδεις παραμορφώσεις.

Ο Τζιοβάνι και η γυναίκα του τρέφουν πολύ υψηλές ελπίδες και προσδοκίες για το βλαστάρι τους. Πολύ υψηλές, φυσικά, για τα δικά τους κριτήρια. Ένα βόλεμα στην κρατική μηχανή, ένα εισιτήριο διαρκείας στον παράδεισο της μονιμότητας. Μια βάσιμη ελπίδα ότι το μήλο θα πέσει όντως κάτω από τη μηλιά, ότι η ζωή θα συνεχίσει να πορεύεται σαν μουσειακό έκθεμα. Ο κανακάρης του Τζιοβάνι, όμως, είναι κάθε άλλο παρά προικισμένο νιάτο που του αξίζουν τα καλύτερα. Διαθέτει ανοσία απέναντι σε οποιοδήποτε ταλέντο, είναι μαλωμένος με τη σπιρτάδα και την ευστροφία. Το βλέμμα, η φωνή, το βάδισμα, το στήσιμό του, οτιδήποτε επιστρατεύει ένας άνθρωπος για να κερδίσει τις πρώτες εντυπώσεις, εκπέμπουν μία παχύρρευστη βλακεία, μία βίαιη μετριότητα.

Ο Τζιοβάνι μοχθούσε σε όλη του τη ζωή να τοποθετήσει τον γιο του στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή, για να έρθει σε επαφή με τους κατάλληλους ανθρώπους. Και κατά τρόπο σπαρακτικά ειρωνικό, κατόρθωσε ακριβώς το αντίθετο. Να τον φέρει στο πιο ακατάλληλο μέρος, εν μέσω της πιο ακατάλληλης συγκυρίας: τετ α τετ με μία αδέσποτη σφαίρα.

Ο μέγιστος Μάριο Μονιτσέλι, δύο μόλις χρόνια μετά τον πάταγο του Amici Miei (1975), επιτυγχάνει έναν πραγματικό άθλο: φτιάχνει μία ταινία, της οποίας το πρώτο μέρος μοιάζει βγαλμένο από τα χρυσά κατάστιχα της comedia italiana, ενώ το δεύτερο μισό βυθομετρά μια κόλαση. Από τη μια, η καυστική σάτιρα μίας κοινωνίας που αναζητεί την εύκολη λύση, το βόλεμα και τα μίζερα μικροπρονόμια. Ένα κοκτέιλ από gags στα όρια του σλάπστικ, δηλητηριώδες εγκεφαλικό χιούμορ και πατροπαράδοτο ιταλικό φανφαρονισμό, με αδιανόητη κορύφωση τις ξεκαρδιστικές στιγμές μύησης του ανεπρόκοπου υιού σε μια μασωνική στοά.

Όλα τα παραπάνω, μέχρι να φτάσουμε στο σημείο θραύσης, όπου το γέλιο παγώνει στα χείλη. Ο Μονιτσέλι μας παρασέρνει σε μία ελεύθερη πτώση στον βούρκο της δυσβάσταχτης απώλειας, της υφέρπουσας βίας, της πλήρης απαξίωσης. Ακριβώς πιο πριν, έχει αιχμαλωτίσει -με τρομερή διακριτικότητα και υπαινιστική διάθεση- μία εποχή φόβου και αστάθειας, μία εποχή ασφυκτικής εξουσίας, αλλά και εξίσου πνιγηρής επαναστατικότητας.

Ο εκπληκτικός Αλμπέρτο Σόρντι απεκδύεται την κωμική του μανιέρα και αφήνεται στον πειρασμό της εκδίκησης, της αυτοδικίας, της σαδιστικής απόλαυσης του πόνου. Όταν κινείσαι για μια ολόκληρη ζωή σε μία άχρωμη νεκρή ζώνη, τα σκοτάδια είναι υπερβολικά κοντά. Τόσο κοντά όσο μια άσχημη ζαριά της μοίρας.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑