Reviews An Average Little Man (Un Borghese Piccolo Piccolo)

29 Νοεμβρίου 2017 |

0

An Average Little Man (Un Borghese Piccolo Piccolo)

Σκηνοθεσία: Μάριο Μονιτσέλι

Παίζουν: Αλμπέρτo Σόρντι, Σέλεϊ Γουίντερς, Βιτσέντζο Κροτσίτι

Διάρκεια: 118′

Μεταφρασμένος τίτλος: «Ο ανθρωπάκος» 

Έτος παραγωγής: 1977

O Τζιοβάνι βιώνει συστηματικά και αταλάντευτα την απόλυτη έξαψη της αποφυγής οποιασδήποτε λαχτάρας, έκπληξης ή περιπέτειας. Ο Τζιοβάνι ανεβάζει σφυγμούς και νιώθει την καρδιά του να διαστέλλεται για κάθε μέρα που περνά χωρίς ιδιαίτερες συγκινήσεις, που ενδέχεται να απειλήσουν την καθιερωμένη δομή των πραγμάτων. Είναι ένας στρατευμένος ζηλωτής της άτολμης ολιγάρκειας, του αδιαπραγμάτευτου κάλλιο πέντε και στο χέρι, της αδιάλειπτης επαναληψιμότητας που προσφέρει την υπαρξιακή ανακούφιση ότι η ζωή είναι ένα μέγεθος διαχειρίσιμο και ελέγξιμο. Στη ζωή του τρυπώνει μονάχα μία ανασφάλεια: η πιθανότητα να μην μπορέσει να προσφέρει στον μοναχογιό του την αντίστοιχη (επαγγελματική πρωτίστως, αλλά και γενικότερη) ασφάλεια που βίωσε ο ίδιος.

Ο ήρωάς μας είναι η απόλυτη και ολοκληρωτική ενσάρκωση του μικροαστικού πνεύματος. Είναι ο άνθρωπος που έχει θέσει ως ύψιστο ταβάνι της ύπαρξής του τον μέσο όρο. Στον οικειοθελώς περιχαρακωμένο του μικρόκοσμο, εξαλείφεται, όπως είναι αναμενόμενο, η ικανότητα σύγκρισης, διαστρεβλώνεται ανεπανόρθωτα η κάθε αξιολογική κλίμακα. Το προσωπικό αποκτά διαστάσεις καθολικού, το οικείο λαμβάνει χροιά αντικειμενικού αξιώματος, η ατομικιστική εμμονή απομακρύνει την οποιαδήποτε αίσθηση κοινωνικής πραγματικότητας. Ο καθρέφτης γίνεται ο κόσμος όλος, και το ανακλώμενο είδωλο η μόνη αλήθεια. Ο καθρέφτης αυτός ενδύεται σχεδόν αυτόματα με παραμορφωτικές ιδιότητες.

Ο Τζιοβάνι και η γυναίκα του τρέφουν πολύ υψηλές ελπίδες και προσδοκίες για το βλαστάρι τους. Πολύ υψηλές, φυσικά, στη δική τους βάση δεδομένων, για τα δικά τους κριτήρια και σημεία αναφοράς. Ένα βόλεμα στην κρατική μηχανή, ένα εισιτήριο διαρκείας στον παράδεισο της μονιμότητας. Μια βάσιμη ελπίδα ότι το μήλο θα πέσει όντως κάτω από τη μηλιά, ότι η ζωή θα συνεχίσει να διατηρεί την αξία της σαν μουσειακό έκθεμα. Ο καθρέφτης, όμως, όπως προείπαμε είναι παραμορφωτικός. Μασκαρεύει τα προφανή, ντύνει τα μάτια με λέπια και τα αφήνει να βλέπουν ό,τι αυτά ποθούν.

Ο κανακάρης του Τζιοβάνι δεν είναι ένα πολλά υποσχόμενο και προικισμένο νιάτο που του αξίζουν τα καλύτερα. Διαθέτει ανοσία απέναντι σε οποιοδήποτε ταλέντο, είναι εξοστρακισμένος από κάθε υπόνοια σπιρτάδας και ευφυίας. Το βλέμμα, η φωνή, το βάδισμα, το στήσιμό του, όλα μα όλα τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να επιστρατεύσει ένας άνθρωπος προκειμένου να κερδίσει τις πρώτες εντυπώσεις και να σαγηνεύσει, εκπέμπουν μία παχύρρευστη βλακεία, μία βίαιη μετριότητα. Ο Τζιοβάνι μοχθούσε σε όλη του τη ζωή να τοποθετήσει τον γιο του στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή, για να έρθει σε επαφή με τους κατάλληλους ανθρώπους. Και κατά τρόπο σπαρακτικά ειρωνικό, κατόρθωσε ακριβώς το αντίθετο. Να τον φέρει τετ α τετ με μία αδέσποτη σφαίρα.

Ο μέγιστος Μάριο Μονιτσέλι, δύο μόλις χρόνια μετά τον πάταγο του Amici Miei (1975), επιτυγχάνει έναν πραγματικό άθλο: να φτιάξει μία ταινία, της οποίας το πρώτο μέρος μοιάζει βγαλμένο από τα χρυσά κατάστιχα της comedia italiana, ενώ το δεύτερο μισό της βυθομετρά και ψαχουλεύει μια κόλαση. Από τη μια, η ανελέητη και καυστική σάτιρα μίας κοινωνίας που αναζητεί την εύκολη λύση, εμπλουτισμένη με όλα τα θέλγητρα της δοξασμένης εποχής της ιταλικής κωμωδίας. Ένα μείγμα από gags στα όρια του σλάπστικ, δηλητηριώδους εγκεφαλικού χιούμορ, και της ιταλικής φανφαρόνικης παράδοσης. Με απόλυτη κορύφωση τις στιγμές μύησης του ανεπρόκοπου υιού στα ενδότερα μιας μασωνικής στοάς, στην οποία έχει αποταθεί ο Τζιοβάνι προκειμένου να αποκτήσει το φυντάνι του γνωριμίες και φιλίες με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα.

Όλα τα παραπάνω, μέχρι να φτάσουμε στο σημείο θραύσης, όπου το γέλιο παγώνει στα χείλη. Ο Μονιτσέλι μας παρασέρνει σε μία ελεύθερη πτώση στον βούρκο τόσο της δυσβάσταχτης απώλειας όσο της υφέρπουσας βίας του μικροαστισμού. Ακριβώς πιο πριν, έχει αιχμαλωτίσει, χωρίς να το διαλαλεί εμφατικά, μία εποχή φόβου και αστάθειας, μία εποχή ασφυκτικής εξουσίας, αλλά εξίσου πνιγηρής επαναστατικότητας. Ο εκπληκτικός Αλμπέρτο Σόρντι απεκδύεται μονομιάς την κωμική του μανιέρα και τσαλαβουτά στα έγκατα της εκδίκησης, της αυτοδικίας, της σαδιστικής απόλαυσης του πόνου, της εύρεσης ενός κακόβουλου αυτοσκοπού. Όταν κινείσαι εκ πεποιθήσεων και δια βίου σε μία άχρωμη νεκρή ζώνη, τα σκοτάδια είναι εκ των πραγμάτων σε απόσταση μιας άσχημης ζαριάς.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑