Reviews Amadeus

13 Απριλίου 2020 |

0

Amadeus

Σκηνοθεσία: Μίλος Φόρμαν

Παίζουν: Φ. Μάρεϊ Έιμπραχαμ, Τομ Χαλς

Διάρκεια: 161′

Ο Αντόνιο Σαλιέρι, πάλαι ποτέ σημαντικός συνθέτης και αυλικός του αυτοκράτορα Ιωσήφ Β’ της Αυστρίας, βρίσκεται σε ένα ψυχιατρικό άσυλο, μετά από μία απόπειρα αυτοκτονίας. Από το κελί του προβαίνει σε μία σημαντική ομολογία, στο πλαίσιο μίας επιβεβλημένης εξομολόγησης σε ένα νεαρό ιερωμένο: δηλώνει ένοχος για τον προ τριακονταετίας φόνο του ξακουστού συνθέτη Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Εκκινεί έτσι η αναδρομική αφήγηση μίας ιστορίας γεμάτης φθόνο και εκδίκηση, μεγαλείο και μετριότητα, μακάβρια πίκρα και θεία απογοήτευση.

Το σκηνικό του Μίλος Φόρμαν είναι η Βιέννη των τελών του 18ου αιώνα (τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Πράγα). Ο καταξιωμένος Σαλιέρι απολαμβάνει την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα και έχει αφιερώσει τη ζωή του στη σύνθεση, απαλλαγμένος από απολαύσεις και πειρασμούς, ακολουθώντας τη μέθοδο μίας «εγκόσμιας» μοναστικής ζωής.

Η ευλάβεια με την οποία υπηρετεί τη μουσική διαθέτει ύψιστη θρησκευτικότητα: αναζητά στις νότες που γεννά ο νους του τη θεϊκή μελωδία, μία μορφή ηχητικής τελειότητας που καθαγιάζει την πεζή πραγματικότητα της αυτοκρατορικής αυλής.

Μοιραία, όταν έρχεται σε επαφή με το πρώιμο έργο του νεαρού Μότσαρτ και αναγνωρίζει την θεία αρτιότητα των συνθέσεων του («It seemed to me that I was hearing the voice of God», κατά τα δικά του λεγόμενα), επιζητά τη γνωριμία με τον δημιουργό αυτού του θαύματος. Αντί όμως για έναν θεοφοβούμενο καλλιτέχνη που σέβεται τα ήθη της εποχής συναντά έναν έφηβο στο σώμα ενός νεαρού ενήλικα, μία φιγούρα κωμική η οποία μακριά από τα μουσικά όργανα και τις συνθέσεις σαχλαμαρίζει ασύστολα.

Τούτο συνιστά στα μάτια του εμβρόντητου Σαλιέρι μία ευθεία προσβολή: πώς είναι δυνατόν ένα τέτοιο δώρο να προσφέρεται σε κάποιον τόσο προδήλως ανάξιό παραλήπτη; Η τραγικότητα του χαρακτήρα είναι πολλαπλή: δεν είναι κυρίως η παράλειψή του από τη διανομή του θεϊκού ταλέντου που τον τσακίζει, όσο η ικανότητά του να το διαγιγνώσκει σε έναν ποταπό, χαμερπή κατά τα κριτήριά του ανθρωπάκο που διαθέτει την πνευματική ανάπτυξη ενός βρέφους.

Είναι άλλωστε ο μόνος που μπορεί να δει αυτό που όλοι, του ίδιου του Μότσαρτ συμπεριλαμβανομένου, αγνοούν: τη θεϊκή υπόσταση των μελωδιών του. Ο νεαρός συνθέτης ομοιάζει με εκτελεστικό βραχίονα μία θείας έμπνευσης, οι μελωδίες δεν προκύπτουν από το νου του με τη φυσική διαδικασία, έχει μεταλάβει μυστικιστικά και ακουσίως τη σύλληψη μίας ουράνιας τέχνης και του έχει ανατεθεί το χρίσμα του εκφραστή της.

Η μουσική του Μότσαρτ είναι Λόγος Θεού σαν αυτόν που ουδέποτε κατόρθωσε να προφέρει ο Σαλιέρι. Και η ευκολία με την οποία προκύπτει εκ μέρους του νεαρού τον διαλύει, αφού ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ τόσο ικανός δημιουργός ώστε να συνθέσει κάτι ανάλογο αλλά είναι αρκούντως προικισμένος μουσικός ώστε να μπορεί να διακρίνει το μεγαλείο του αδαούς Μότσαρτ.

Η λατρεία του Σαλιέρι για τη μουσική του Αμαντέους (διόλου τυχαία η ονομασία του έργου, αφού το ενδιάμεσο όνομα του Μότσαρτ αποδίδεται περίπου ως «ο αγαπητός του Θεού») είναι η μήτρα του ψυχωτικού μίσους του. Ο φθόνος του αγγίζει το επίπεδο της ύβρεως και τον οδηγεί στη μοναδική λύση που μπορεί να ικανοποιήσει το μένος του. Αφού δεν μπορεί ο ίδιος να δημιουργήσει τη θεία μελωδία, θα τη σφετεριστεί και θα την εξαφανίσει από προσώπου γης.

Σαν προσωποποίηση μίας αιώνιας αντίφασης, μία εξαντλητική συνισταμένη αθανάτου θαυμασμού και μανιώδους ζήλιας, ξεκινά έναν αγώνα στον οποίο πραγματικά αποζητά την ήττα, τη συντριβή της μετριότητάς του. Και πάλι, στα δικά του λόγια: «All I wanted was to sing to God. He gave me that longing… and then made me mute».

Η αίσθηση που αποπνέει η δημιουργία του Μίλος Φόρμαν είναι αυτή της τραγικοκωμικής όπερας, με τη στιγμή της δραματικής κορύφωσης να αφιερώνεται στη σύνθεση του πιο θρυλικού ημιτελούς έργου της κλασικής μουσικής, του μοτσαρτικού Ρέκβιεμ. Ως μεταφορά όμως του ομώνυμου θεατρικού του Πίτερ Σάφερ (που το διασκεύασε ο ίδιος και αντλεί την έμπνευση του από το έργο Μότσαρτ και Σαλιέρι που έγραψε ο Αλεξάντερ Πούσκιν το 1830), συνιστά ένα από τα σπουδαιότερα και διασημότερα καταγεγραμμένα δείγματα κινηματογραφικού ρεβιζιονισμού.

Το Amadeus δεν αποτελεί βιογραφία ούτε του Μότσαρτ ούτε του Σαλιέρι. Σχέση μεταξύ τους σαν την εικονιζόμενη ουδέποτε γεννήθηκε και ο δήθεν μοναστικός βίος του Σαλιέρι επίσης είναι αποκύημα μυθοπλασίας, αφού ο Ιταλός συνθέτης είχε οκτώ τέκνα. Ευτυχώς, λοιπόν, Φόρμαν και Σάφερ ουδέποτε ευαγγελίζονται ότι καταγράφουν κινηματογραφικά την Ιστορία∙ αντ’ αυτού, προβαίνουν σε κάτι ουσιωδέστερο: σε μια εξιστόρηση του πιο μάταιου θριάμβου, αυτού της μετριότητας σε βάρος της εξωπραγματικής εκδήλωσης ταλέντου, ενστερνιζόμενοι μία θεολογικής αύρας προσέγγιση στο ζήτημα της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Τι σόι Θεός είναι αυτός που δεν δύναται να κατανοήσει το μέγεθος της θυσίας του Σαλιέρι και να το επιβραβεύσει με ταλέντο; Ένας Θεός στον οποίο ο Ιταλός συνθέτης δεν οφείλει καμία συγγνώμη για τις πράξεις του και από τον οποίο δικαιωματικά υφαρπάζει μία εκ των εξουσιών του. Στις επάρατες μετριότητες της οικουμένης, τη συγχώρεση μπορεί να τη δώσει μόνο ο συνθέτης Σαλιέρι, ένας άνθρωπος που διήνυσε όλη την επίπονη διαδρομή της ανεπάρκειας και των συμπλεγμάτων που δημιουργεί η έλλειψη οποιαδήποτε θείας παρουσίας στις ανθρώπινες δημιουργίες.

Ο Φόρμαν φιλοτεχνεί μια ταινία εποχής απαλλάσσοντας την από το σύνηθες δέος: ο Μότσαρτ είναι ένας πρώιμος ροκ σταρ, σαν αυτούς από τους οποίους ήταν γεμάτη η δεκαετία του 1980, δίχως συνείδηση του έργου του. Μία φιγούρα γνώριμη στον θεατή της ταινίας, που από ανοίκεια (ο τιτάνας της κλασικής μουσικής Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ) καθίσταται οικεία (ο συχνά σαχλεπίσαχλος «Βόλφι» της ταινίας).

Η δημιουργία του Φόρμαν έκανε κτήμα της 80s pop κουλτούρας το έργο του Μότσαρτ, χρησιμοποιώντας τη μουσική του ως σπουδαίο δραματουργικό παράγοντα και όχι ως στοιχείο «επένδυσης» της ταινίας. Όπως είπε και ο Μορίς Ζαρ παραλαμβάνοντας το Όσκαρ Μουσικής για την ταινία Το Πέρασμα στην Ινδία, στην τελετή κατά την οποία θριάμβευσε το Amadeus, αποσπώντας 8 βραβεία μεταξύ των οποίων αυτό της Καλύτερης Ταινίας: «Είμαι τυχερός που δεν μπορεί να είναι υποψήφιος ο Μότσαρτ αυτή τη χρονιά».

Το φιλμ του σπουδαίου Τσέχου δημιουργού μοιάζει να μην ανήκει στη δεκαετία του 1980, κατά την οποία το αμερικάνικο σινεμά κυβερνούνταν από ελαφρότερες τάσεις, αλλά ορθώνει το καλλιτεχνικό ανάστημά του και εξυψώνεται σε άχρονο έργο τέχνης. Κάτι πολύ ευρύτερο μίας ταινίας εποχής και εντελώς ξένο προς τις απανταχού νερόβραστες βιογραφίες. Μία μυθικών διαστάσεων κινηματογραφική διαδρομή που συνδυάζει την αρχική κλασική της όψη με έναν εκμοντερνισμό των τεκταινομένων της. Τελικά, μία από τις αρτιότερες μορφές ιστορικής παραχάραξης που έχει γνωρίσει το σινεμά.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑