Reviews Aloys

17 Σεπτεμβρίου 2017 |

0

Aloys

Σκηνοθεσία: Τομπίας Νέλε

Με τους: Γκέοργκ Φρήντριχ, Τίλντε φον Όφερμπεκ

Διάρκεια: 91’

Έτος παραγωγής: 2016

«Πίστεψε πως είσαι αόρατος. Αυτό είναι το χάρισμά σου. Να αποφεύγεις τους καθρέφτες, τις σκιές και τους αντίλαλους. Να είσαι πιο ήσυχος από τον άνεμο…». Αυτά – μεταξύ άλλων – αναγράφει η λίστα με τα «10 βήματα για να παραμείνεις αόρατος», που βρίσκεται κορνιζαρισμένη στον τοίχο του μεσήλικα ιδιωτικού ερευνητή Αλόϊς (ενός υπέροχου Γκέοργκ Φρήντριχ). Ο ήρωας ζούσε και εργαζόταν – μέχρι πρότινος – μαζί με τον πατέρα του, με τον οποίο μοιραζόταν και έναν στενό δεσμό. Ο πατέρας πεθαίνει κι ο Αλόϊς απομένει ολομόναχος. Το σύμπαν του καταρρέει, διαμελίζεται, δεν υπάρχει ή δεν απομένει τίποτα να τον προστατέψει απ’ τον κόσμο γύρω του.


Η επαγγελματική του ζωή – αργά αλλά σταθερά – εισβάλλει στην προσωπική, αναγκάζοντάς τον να βιντεοσκοπεί και να ηχογραφεί νυχθημερόν ανθρώπους με τους οποίους δεν τον συνδέει το παραμικρό. Μοιάζει σαν ένα μεγάλο πάρτι, έξω απ’ το παράθυρό του. Στο οποίο όμως εκείνος δεν είναι καλεσμένος. Και μια νύχτα, τη βραδιά της αποτέφρωσης του πατέρα του, έχοντας καταναλώσει ένα μπουκάλι ουίσκι, θα ξυπνήσει παντέρημος μέσα σε ένα άδειο λεωφορείο, συνειδητοποιώντας πως τα σύνεργα της δουλειάς του – η κάμερα και οι κασέτες, μαζί κι η επαγγελματική του ταυτότητα – έχουν κάνει φτερά!

Σε λίγο, μια μυστηριώδης γυναικεία φωνή επικοινωνεί μαζί του. Οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί και η απόσταση ασφαλείας – απ’ την οποία ο ήρωας αντιμετώπιζε ως τότε τη ζωή – έχει πάει περίπατο. «Η πρώτη φορά πάντα πονάει, αλλά μένει αξέχαστη», του λέει εκείνη. Αμέσως μετά, τον καλεί να λάβει μέρος σε ένα σκοτεινό παιχνίδι – προκειμένου να του επιστρέψει τα πράγματά του – που ονομάζεται «τηλεφωνικό περπάτημα», χρησιμοποιώντας τη φαντασία του ως μοναδικό συνδετικό κρίκο μαζί της. Ένα νέο σύμπαν, αισθησιακό και γοητευτικά βίαιο, (παραδόξως) πιο πραγματικό κι απ’ την πραγματικότητα, αρχίζει να υφαίνεται στον ορίζοντα…

Πραγματικό και φανταστικό συγχέονται στο μυαλό του ήρωα, που βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα στα δύο. Στην πρώτη μεγάλου μήκους δημιουργία του, ο Ελβετός Τομπίας Νέλε κατασκευάζει ένα φιλμ που εξελίσσεται στο μυαλό ενός ανθρώπου που ακροβατεί το ίδιο εκκεντρικά όπως ο ήρωας στην «Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού» ή «Στο Μυαλό του Τζων Μάλκοβιτς» (αν και δεν είναι τόσο επινοητικός ή τόσο αστείος όσο εκεί). Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει κανείς πριν το εξωπραγματικό (αναζωογονητικό, ωστόσο, κάποιες φορές) εξελιχθεί σε παράνοια;

Υπάρχει άραγε σαφής έννοια της τρέλας ή είναι απλώς μια λέξη που χρησιμοποιούμε αδιακρίτως για να καθορίσουμε ή να περιγράψουμε καθετί που ξεγλιστρά απ’ τον έλεγχό μας; Ο ήρωας μιλά συχνά για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο, σαν να παρατηρεί αδιάφορα μια ζωή που δεν ανήκει στον ίδιο. Μια ζωή που αιωρείται ανάμεσα στην ευλαβική μονοτονία μιας ασφυκτικής καθημερινότητας και σε έναν καθησυχασμένο εσωτερικό κόσμο, ένα καταφύγιο – εκεί όπου η πραγματικότητα μετατρέπεται σε σκληρή ποίηση.

Στην περίπτωσή του, θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για αναζήτηση εικονικής διεξόδου από έναν κόσμο που ο ίδιος δεν μπορεί να αποδεχτεί παρά μόνο φιλτραρισμένο μέσα απ’ τον φακό της κάμεράς του. Η κάμερα του σκηνοθέτη μας συστήνει με αριστοτεχνική κομψότητα έναν σύγχρονο αντιήρωα σε αναζήτηση εαυτού. Η «τρέλα» του τελευταίου είναι απίστευτα ανθρώπινη και συγκινητική, δοσμένη ταυτοχρόνως με εντελώς αντικομφορμιστικούς, ενίοτε αιρετικούς τόνους.

Το καδράρισμά του συγκλονιστικά άψογο – λες κι ο κόσμος γύρω του έχει «αποσυρθεί» – αντλώντας (σχεδόν αποθεωτικά) την συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση μιας σιωπηλής φιγούρας που ακόμα και το «μολυβένιο» μουστάκι της κουβαλά τον αέρα μιας αέναης μελαγχολίας. Μοναχικοί εξπέρ της παρακολούθησης υπήρξαν κι άλλοι στο παρελθόν – αρκεί να θυμηθείς τον Χάρυ Κολ (Τζιν Χάκμαν) στην «Συνομιλία» του Κόπολα : ο εξοπλισμός του ήρωα παραπέμπει στις μέρες εκείνου του φιλμ – ακόμα κι ο κόσμος του είναι γκρίζος και μπεζ όπως εκείνος των ‘70s, μέχρι κι η καπαρντίνα του.

Περισσότερο κι απ’ την ίδια την σχέση και την επικοινωνία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών, το φιλμ εξερευνά μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα και ανορθόδοξη σχέση : εκείνη του ατόμου με τον φυσικό του περίγυρο. Τα εναρκτήρια πλάνα που παρουσιάζουν το διαμέρισμα του ήρωα «γυμνό» από έπιπλα ή σημάδια ζωής (πλην μιας βρύσης που τρέχει ξεχασμένη και μιας ανοιχτής κάμερας στο πάτωμα) αποτελούν ιδανική εισαγωγή στην κενή, μονήρη ζωή του, αναδεικνύοντας μια αίσθηση εγκατάλειψης που – με την εμφάνιση πλέον του τελευταίου – κινηματογραφείται ως ποιητική σύγκλιση του αστικού με το ψυχολογικό του πορτραίτο. Τα πλάνα του Νέλε δεν δημιουργούν απλώς «χώρο» γύρω απ’ τον ήρωα, είναι εικαστικά ταμπλό – σαν εκείνα του Ρόι Άντερσον – με μία και μόνη, ωστόσο, φιγούρα την οποία «καταπίνει» η περιρρέουσα απουσία (ή έλλειψη παρουσίας), είτε πρόκειται για μακρινές λήψεις από ψηλά σε ένα ομιχλώδες πάρκο, είτε για το ερημωμένο εσωτερικό ενός λεωφορείου ή ενός αυτοκινήτου. Χώρος και χρόνος μετατοπίζονται διαρκώς.

Η σχέση του ήρωα με την μυστηριώδη γυναικεία φιγούρα, την Βέρα (Τίλντε φον Όφερμπεκ), γίνεται ολοένα πιο οικεία και «απτή» παρά την μεταξύ τους απόσταση, λες κι η φαντασία που τους ενώνει αντικαθιστά την φυσική επαφή, την γεύση και την αίσθηση του δέρματός τους. «Σε φαντάζομαι με το γαλάζιο πουλόβερ και τα λυπημένα σου μάτια», του λέει αυτή. Εκείνος την καθοδηγεί νοερά μέσα στους χώρους του διαμερίσματός του, εφευρίσκοντας δικαιολογίες για να συνομιλούν, ενώ ο εκπληκτικός σχεδιασμός του ήχου συμπληρώνει την «παγωμένη» στειρότητα και την μίζερη, αναχρονιστική παλέτα του προαστιακού σκηνικού. Η σημασία του ήχου και η ικανότητά του να εμπνέει, να (εκ)τονώνει, να δημιουργεί και να εξουσιάζει είναι (σχεδόν) ιδεολογικής φύσεως για τον σκηνοθέτη.

Ακόμα κι όταν οι δυο τους «συνδέονται» όμως, τούτη η σύνδεση φαντάζει διαρκώς εκτοπισμένη. Σαν ένας κακός συγχρωτισμός στην αναζήτηση της ανθρώπινης επαφής. Ο σκηνοθέτης μας προσκαλεί να αφουγκραστούμε τις χιμαιρικές του εικόνες από απόσταση ή να επιχειρήσουμε να τις προσεγγίσουμε (με κίνδυνο, ωστόσο, να μας πονέσει αυτό που θα αντιληφθούμε). Η υπέροχη φωτογραφία και τα εκπληκτικής σύνθεσης πλάνα ντύνουν ολόκληρο το φιλμ με το (σχεδόν απόκρυφο) «άγγιγμα» μιας ποπ, ρομαντικής απόχρωσης (με αποκορύφωμα το σουρεαλιστικό πάρτι που λαμβάνει χώρα στο διαμέρισμα του ήρωα), ενώ η ιστορία υφαίνεται πάνω σε έναν αισθητικό καμβά που ενισχύεται απίστευτα από το οξυδερκές μοντάζ.

Οι φωνές δημιουργούν εικόνες. Τα λόγια τις κινητοποιούν. Παράλληλα με τη φαντασία, το να ακούει κάποιος είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Είναι το σημείο επαφής ανάμεσα στις σκέψεις. Οτιδήποτε μας κινητοποιεί, είναι στο μυαλό μας. Βρίσκεται μέσα μας. Κι αυτό είναι που μετράει. Οτιδήποτε φανταζόμαστε, οτιδήποτε απομένει… αυτό είναι η ουσία. Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Νέλε είναι ότι κρατάει αυτό το ασυνήθιστα γοητευτικό «βασίλειο» μαγικού ρεαλισμού που δημιουργεί αγκυροβολημένο στην πραγματικότητα, έτσι που η τελευταία να παρακινείται από τη φαντασία παρά να καταπίνεται από αυτήν. Κι αυτό είναι που κάνει το φιλμ του τόσο απολαυστικά ιδιαίτερο.

Σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής βυθίζουν τον θεατή στο ψυχολογικό σύμπαν του ήρωα. Η σχέση του τελευταίου με την Βέρα είναι γλυκιά, συγκινητική, μελαγχολική και σουρεαλιστική. Κι ενώ δεν αποτελεί παρά ένα δεκανίκι – και μάλιστα επικίνδυνο – υπάρχει όλο αυτό το μαγικό που αναδύεται από τον τρόπο με τον οποίο η κεντρική ιδέα του φιλμ, ο τρόπος που λειτουργεί το μυαλό του ήρωα και η συνδυασμένη επίπτωση των δύο πορεύονται πλάι-πλάι. Αν η Βέρα δείχνει εξίσου συναρπαστική, αυτό οφείλεται τόσο στον τρόπο που την φαντάζεται ο ήρωας όσο και στην ίδια – είναι ένα «φως» που κουβαλά το ελεύθερο πνεύμα και την περιέργεια για την αναζήτηση της ίδιας της ζωής. «Μύρισα την κοιλιά σου στο λεωφορείο. Μυρίζει σάπια μήλα. Γιατί δεν πέφτεις στις γραμμές του τρένου;», του λέει εκείνη.

Σαν τον ήρωα του Eraserhead, o Αλόϊς είναι ένας παραιτημένος ονειροπόλος, ακραία εσωστρεφής, εξόριστος στο διαμέρισμά του. Το ενδιαφέρον είναι πως η τηλεφωνική του παρτενέρ δεν είναι ένα ουτοπικό «Κορίτσι των Ονείρων» αλλά κουβαλά την δική της – εξίσου αληθινή – μοναξιά και απελπισία (μαζί και μια απόπειρα αυτοκτονίας), ασχέτως του πόσο ο ήρωας την εξιδανικεύει. «Δεν ξέρεις πως μπορεί να ένιωσα όταν προσπάθησα να αυτοκτονήσω. Επειδή δεν είχες ποτέ σου μια ζωή, ώστε να μπορούν να σου την πάρουν», του λέει.

Το «ALOYS» είναι ένα υπέροχο, γλυκόπικρο σχόλιο για την μοναξιά και την αυταπάτη. Μυστηριώδες, σαγηνευτικό, γεμάτο εσωτερική δύναμη, λειτουργεί ως αντίδοτο στην απανταχού κοινοτοπία. Δεν είναι μια απλή κινηματογραφική άσκηση, ούτε ένα επιτηδευμένο art-house. Είναι μια ολοκληρωμένη αισθητική πρόταση και ένα εικαστικό πόνημα που πιότερο αψηφά τις συμβάσεις των κινηματογραφικών ειδών, παρά τις επικαλείται. «Είναι αλήθεια πως από τότε που πέθανε ο πατέρας σου, μιλάς διαρκώς σε ροζ γραμμές;», ρωτάει μια νεαρή κινεζούλα τον ήρωα. Με ένα ακουστικό μονίμως τοποθετημένο στο αυτί του, ο τελευταίος μοιάζει εγκλωβισμένος στη δική του φαντασιακή άσκηση αυνανισμού. Το «ALOYS» αποτελεί ένα αισθησιακό ταξίδι αναζήτησης στους λαβύρινθους του μυαλού ενός αποξενωμένου σολιψιστή. Λιτό αλλά ευφάνταστο, σαν όραμα που στοιχειώνει τη μοναξιά και την λαχτάρα (δια)φυγής του καθενός μας…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑