Reviews Air Doll

13 Ιανουαρίου 2020 |

0

Air Doll

Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-έντα

Με τους: Ντούνα Μπάι, Αράτα Ιούρα, Ιτσούχι Ιτάο

125’ (Ιαπωνία, 2009)

Τo Air Doll είναι το πιο τεθλασμένο, ανορθόδοξο, κόντρα έργο σ’ ολόκληρη τη φιλμογραφία του Χιροκάζου Κόρε-έντα (έτη φωτός – αισθητικά, υφολογικά και σημειολογικά – μακριά απ’ τα υπόλοιπα). Από τους υμνητές του δημιουργού δεν θα ακούσεις συχνά (ούτε εύκολα) γαλαντόμους σχολιασμούς ή επαίνους για δαύτο. Πολλοί τον έψεξαν για εμπορικότερο άνοιγμα (δεν είναι τυχαίο που το φεστιβαλικό, arthouse κύκλωμα σνόμπαρε τόσο το συγκεκριμένο όσο και το προγενέστερο, πασιφιστικό σαμουράι Hana). Μπορώ να δεχτώ (θα είχε ενδιαφέρον άλλωστε) οποιαδήποτε συζήτηση (ή αντίλογο) για την (εν γένει) καλλιτεχνική αξία ή το αποτέλεσμα του εγχειρήματος στη Φουσκωτή Κούκλα.

Όμως για μένα προσωπικά, θα παραμένει μια απ’ τις ωραιότερες ταινίες του – ακριβώς εξαιτίας της ιδιοσυγκρασίας του κινηματογραφικού βλέμματος και της διαφορετικότητάς της. Έχοντας ως βάση (και μόνο) την κεντρική ιδέα ενός σύντομου manga, το Air Doll είναι η ιστορία μιας φουσκωτής κούκλας – σεξουαλικού υποκατάστατου (η σκηνή στην αρχή που ο κάτοχός της μπουγαδιάζει το… συνθετικό χουχούνι της μετά το τέλος της περίπτυξης μαζί της, έχει μεγάλη πλάκα) που «ζωντανεύει» κι αρχίζει να αναζητεί το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.

Λοξοδρομώντας απ’ το στενόχωρο, ασφυκτικό σπιτάκι του μονήρoυς ιδιοκτήτη της περιπλανιέται καθημερινώς στην (ευρύτερη) γειτονιά και συναναστρέφεται μια μεγάλη γκάμα χαρακτήρων, πιάνοντας δουλειά στο συνοικιακό βίντεο-κλαμπ (όπου ο σκηνοθέτης βρίσκει αφορμή να καταθέσει χιουμοριστικές σινεφιλικές αναφορές: μέχρι που βάζει και πελάτη να ζητήσει τον… «Μελισσοκόμο» του Αγγελόπουλου – αν δεν είναι αυτό χιουμοριστικό, τι είναι;) και ξεκινώντας μέχρι και … σχέση με χαμηλών τόνων συνάδελφό της.

Καθώς η κούκλα δραπετεύει απ’ τα (στενά) όρια της ύπαρξής της, ακολουθεί κατά πόδας το (απελευθερωμένο) κινηματογραφικό βλέμμα του σκηνοθέτη σε μονοπάτια που και να ‘θελε δύσκολα θα μπορούσε υπό άλλες συνθήκες ο ίδιος να εξερευνήσει (την αναγκαιότητα ύπαρξης «καρδιάς» σε σχέση με το «κενό αέρος» που περιβάλλει – σαν την ίδια – πολλούς εκπροσώπους του ανθρώπινου είδους, τον σχολιασμό για ένα Είδος που μοιάζει να διαθέτει εσωτερικό μηχανισμό αναπαραγωγής αλλά καμία άλλη …σπλαχνικότητα, την συνάντηση – σε σκηνικό που θυμίζει «νεκροταφείο ελεφάντων» – με τον δημιουργό της ο οποίος αμφιβάλλει εάν ακόμη κι ο ίδιος ο Δημιουργός των ανθρώπων μπορεί να απαντήσει στο γιατί τους χορήγησε Καρδιά). Βουτάει ο τελευταίος και τον Λι Πινγκ Μπιν (της Ερωτικής Επιθυμίας του Καρ-Γουάι) για διευθυντή φωτογραφίας, η νωχελική κομψότητα και υποβλητικότητα του οποίου (τόσο ατυπική για Κόρε-έντα) προσφέρουν στο φιλμ εικαστικό και ατμοσφαιρικό μεγαλείο (μαζί και μ’ ένα υπέροχο σάουντρακ που αγκαλιάζει αδιαλείπτως τα πλάνα σαν ανεξίτηλο, πολυφωνικό music box).

Η «κούκλα» του Κόρε-έντα θα μπορούσε να έχει ξεπηδήσει απ’ το σύμπαν της λογοτεχνικής πένας του Τανιζάκι ή του κινηματογραφικού ζηλωτή του, του γίγαντα Μασουμούρα: στο «Τατουάζ» (1966), η μεταμόρφωση ενός αθώου κοριτσιού σε ανθρωποφαγική φαμ φατάλ συντελείται μέσω της χειραγώγησης του σώματός της – ενός γιγάντιου, εν προκειμένω, τατουάζ αράχνης που καλύπτει την πλάτη της. Ενώ στο Naomi (1967), οι προσπάθειες συνεσταλμένου, εργένη μηχανικού να μετατρέψει μια έφηβη σε υποδειγματική (θηλυκή) εκδοχή του δυτικού κόσμου καταλήγουν (αντ’ αυτού) σ’ ένα χαλαρών ηθών, χειριστικό εργαλείο εναλλαγής παρτενέρ-συντρόφων.

Η Νοζόμι, η ηρωίδα του Κόρε-έντα, δεν κουβαλά τη «σκοτεινιά» των πρωταγωνιστριών του Μασουμούρα: παρουσιάζεται ως αθώα, γεμάτη περιέργεια ενζενί, ενώ οι γύρω της συμπτώματα μιας κοινωνίας που νοσεί και βρίσκεται σε αποσύνθεση – ο μοναχικός γέρος, η εμμονική με το γήρας μεσόκοπη, ο ντροπαλός nerd, η βουλιμική αυτο-έγκλειστη. Ο ιάπωνας auteur αφηγείται την ιστορία του με φόντο μια απ’ τις ελάχιστες εναπομείνασες shitamachi, τις παλιές γειτονιές του Τόκιο με τα χαμηλόδμητα σπιτάκια, την ώρα που τα οικοδομικά τερατουργήματα που υψώνονται στην αντίπερα όχθη του ποταμού καραδοκούν ανυπόμονα την κατάρρευση των γερασμένων κτισμάτων για να κάνουν «απόβαση» στην πλευρά τους.

Ο συνδυασμός κοινωνικού πλαισίου και αστικού σκηνικού (ρίχνοντας γέφυρες και με το προγενέστερο Nobody Knows) πιστοποιεί ότι βρίσκεσαι στο σύμπαν του Κόρε-έντα. Και σ’ ένα φιλμ που παραμένει (τουλάχιστον μέχρι την έλευση του «Η μικρή μας αδελφή») το πιο παιχνιδιάρικο και (ενδεχομένως) αισιόδοξό του, κι ας αντισταθμίζεται από υφέρπουσα μελαγχολία ή υπόγεια τραγικότητα. Αλλά και το πιο ερωτικό (το θέμα είναι εγγενώς τέτοιο) ενός σκηνοθέτη που δεν φημίζεται για τον ερωτισμό στις ταινίες του.

Ευτυχώς δίχως σεμνοτυφίες ή αμήχανες στιγμές. Ακόμη και μετά το δώρο της ζωής (για κείνην που ονειρεύτηκε την πραγματικότητα των άλλων μόνο και μόνο για να διαπιστώσει πόσο στ’ αλήθεια πιο σκληρή είναι απ’ τη δική της), η κούκλα Νοζόμι εξακολουθεί να θεωρεί πως προορισμός της είναι να σκορπά σεξουαλική ικανοποίηση και – χάρη στο σουλούπι που κουβαλά στις περιπλανήσεις της (πότε σαν «καμαριέρα» και πότε σαν «δίποδο γλειφιτζούρι») – το ίδιο πιστεύουν και τα αρσενικά με τα οποία διασταυρώνεται.

Η επιλογή της Κορεάτισσας Ντούνα Μπάι (την θυμόμαστε απ’ το Sympathy for Mr. Vengeance του Παρκ Τσαν-γουκ και πιο πρόσφατα στο Cloud Atlas) είναι καταλυτική. Δεν την λες όμορφη, αλλά το ξεχωριστό και εντυπωτικό σεξαπίλ της δεσπόζει. Και είναι υπέροχη, όχι μόνο για το τελευταίο: συνδυάζει πληθώρα αντιφατικών στοιχείων (την αθωότητα, τον ερωτισμό, το χαριτωμένο και ευάλωτο, το «μη ανθρώπινο» – την βοηθάει το outlandish: η απόσταση ή αποστασιοποίηση απ’ οτιδήποτε γιαπωνέζικο) όλα σε ένα, εκεί που άλλοι θα είχαν πρόβλημα να τα εκφράσουν ακόμη και μεμονωμένα.

Και μόνο που είναι Κορεάτισσα, την διευκολύνει να ορίζει το χαρακτήρα (αλλά και εμάς να την βλέπουμε) σε πλήρη αντιδιαστολή με τους υπόλοιπους γύρω της. Σαν την ηρωίδα, αντιφατικά είναι και τα συναισθήματα που προκαλεί όχι μόνο το ίδιο το φιλμ στο σύνολό του αλλά κι η κάθε σκηνή, πολλές φορές κι ένα (μεμονωμένο) πλάνο. Με αποκορύφωμα το «μαύρο» φινάλε (που σημειολογικά παραπέμπει ακόμη και στο Ai no korîda). Και μπορεί να γίνεται ολίγον ξέχειλο στο (σχεδόν) δίωρό του, αλλά το Air Doll είναι τόσο ακριβοθώρητα λυρικό και στοχαστικό συνάμα (μέσα στον φιλοσοφημένο, αλληγορικό του ουμανισμό) που του τα συγχωρείς όλα…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Ποια είναι η αγαπημένη σας (παραδοσιακή) χριστουγεννιάτικη ταινία όλων των εποχών;
  • FB Cinedogs

  • Latest