A Man’s Rave

Σκηνοθεσία: Μαρσέλ Μιχαλάρης

Διάρκεια: 53’

Φωτορυθμικά, ηχεία, καπνοί, ηλεκτρονικό beat, trance μουσική. Πού θα μπορούσε κανείς να συναντήσει όλα τα παραπάνω; Πιθανώς σε κάποιο club, πιθανώς σε κάποιο ολοήμερο (ή και πολυήμερο) πάρτι ηλεκτρονικής μουσικής. Ποιες εικόνες είναι συνδεδεμένες στο μυαλό μας με ένα τέτοιο περιβάλλον; Πρόσωπα και βλέμματα χαμένα στη δίνη του ρυθμού. Σώματα που χτυπιούνται μανιωδώς. Μία ατμόσφαιρα παραισθησιογόνα, είτε ως natural high state είτε με τη με τη συνδρομή βοηθημάτων που σε διευκολύνουν να μπαρκάρεις για το «ταξίδι». Επειδή είναι δύσκολο να μαντέψετε πού βρισκόμαστε, θα σας το πω εγώ. Βρισκόμαστε στο κρεοπωλείο του Στράτου Δρακούλη. Δεν υπάρχουν decks, πίστες, σκαμπό, μπάρμεν, σερβιτόρες και καναπέδες. Υπάρχουν ψυγεία, πάγκοι, τσιγκέλια, μαχαίρια, κρέατα και κιμάδες. Οι θαμώνες είναι όλες οι γνώριμες γιαγιάδες που συναντάτε όποτε πηγαίνετε στον χασάπη. Αυτές που ξέρουν ποιο είναι το καλό κομμάτι, αυτές που γκρινιάζουν για την ποσότητα. Μόνο που τώρα λένε τα δικά τους υπό τους ήχους της trance μουσική σκηνής. Ενδεχομένως να παρασυρθούν κιόλας και να κουνήσουν ανεπαίσθητα το κορμάκι τους την ώρα που περιμένουν στην ουρά.

Το ντοκιμαντέρ του Μαρσέλ Μιχαλάρη «A Man’s Rave» διαθέτει μία βασική αρετή που αξίζει μνείας. Τη «γλυκιά» και αβίαστη κινηματογράφηση. Μέσα από τα όμορφα πλάνα και καδραρίσματα, αλλά και την αρμονική εναλλαγή της πρωτότυπης μουσικής (της Τάνιας Γιαννούλη) και των dance μουσικών κομματιών. Ο Μιχαλάρης επιτυγχάνει να μεταδώσει στις εναρκτήριες στιγμές του ντοκιμαντέρ του μία ολίγον σουρεάλ ή/και ονειρώδη κατάσταση. Ένας άνθρωπος που υλοποιεί μία περίεργη ιδέα που φαντάζει κάπως τραβηγμένη και μας μεταδίδει μία αυτόματη συμπάθεια. Δεύτερον, καταφέρνει ως ένα σημείο να κάνει τη διαδοχή μεταξύ αναλύσεων για την trance μουσική και συμβουλών για την καλή σπαλομπριζόλα να μοιάζει φυσιολογική και αναμενόμενη. Ένας χασάπης – raver, γιατί όχι; Συνειρμικά θυμήθηκα την υπέροχη ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Αυτή η νύχτα μένει» και την αξέχαστη περσόνα του ποιητή – μποξέρ. Πραγματικά όμως, γιατί όχι; Μόνο του σπανού τα γένια δεν γίνονται και σίγουρα γίνονται πολλά και διάφορα πολύ δυσκολότερα από το λανσάρισμα ενός κρεοπωλείου – club. Δυστυχώς όμως και μάλλον αναπόφευκτα, η άρτια και ομολογουμένως καλοκουρδισμένη κινηματογράφηση δεν είναι αρκετή για μας κρατήσει αμείωτο και ζωντανό το ενδιαφέρον…

Ο λόγος για τη σταδιακή (και εν τέλει οριστική) απώλεια της προσοχής μας είναι μάλλον απλούστατος και δύσκολα μπορεί να βρεθεί αποτελεσματικό αντίδοτο. Το ζουμί της όλης ιστορίας εξατμίζεται σχετικά γρήγορα, αν όχι και πολύ σύντομα. Η ύπαρξη ενός κρεοπωλείου που οργανώνει dance parties με DJ’s και εξυπηρετεί πελάτες χορεύοντας techno και trance είναι όντως μία αξιοπρόσεκτη «καλτιά» στο urban σκηνικό. Είναι μία εύθυμη νότα, μία πληροφορία που γουστάρουμε να γνωρίζουμε, που μας προκαλεί ένα ευδιάθετο χαμόγελο. Από εκεί και έπειτα όμως, δεν υπάρχουν στοιχεία και γεγονότα ικανά να μας συναρπάσουν και να μας καθηλώσουν. Όχι, δεν πρόκειται για μία από τις περιπτώσεις ανθρώπων που κυνήγησαν ένα τρελό και άπιαστο όνειρο και το υλοποίησαν. Δεν είναι μία ιστορία που μας ωθεί να αναζητήσουμε με περιέργεια το making of της ή μας συγκινεί αρκετά ώστε να αφεθούμε σε μία ωραιοποιημένη ανάπλασή της. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που έκανε την καύλα του, που διασκεδάζει μπόλικο στη δουλειά του, που σκαρφίστηκε ένα έξυπνο κολπάκι για να προσελκύσει ενδιαφέρον και πελάτες (τίποτα το αθέμιτο ή το μεμπτό επ’ αυτού, σε κάποια στιγμή όμως το ντοκιμαντέρ εξελίσσεται σε άτυπη διαφήμιση). Αυτό και τίποτα περισσότερο. Όπως και να έχει, το σερβίρισμα του Μιχαλάρη ήταν προσεγμένο και υποσχόμενο. Ελπίζουμε όμως πως το επόμενο πιάτο θα έχει και περισσότερο ψαχνό.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑