Reviews A Bout de Souffle

3 Δεκεμβρίου 2016 |

0

A Bout de Souffle

Σκηνοθεσία: Ζαν Λυκ Γκοντάρ

Παίζουν: Ζαν Πολ Μπελμοντό, Τζιν Σίμπεργκ, Ντανιέλ Μπουλανζέ

Διάρκεια: 88’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Με κομμένη την ανάσα»

Τι ακριβώς μπορεί να ειπωθεί και να γραφτεί για μία ταινία – μέλος της πιο εκλεκτής ελίτ; Εκείνης της χούφτας δηλαδή ταινιών που άλλαξε τον τρόπο που φτιάχνεται, βλέπεται και γίνεται αντιληπτό το σινεμά. Το 1959, ο ομφάλιος λώρος με το  παραδοσιακό και την πεπατημένο κόβεται οριστικά και αμετάκλητα. Μία νέα γλώσσα αρθρώνει τις πρώτες τις λέξεις με στόμφο και αγριάδα. Ληξιαρχική πράξη γέννησης του ρεύματος της γαλλικής nouvelle vague (νέο κύμα) και εμβατήριο εφόδου του μοντερνισμού στην έβδομη τέχνη. Ο Ζακ Λυκ Γκοντάρ άφησε τους απανταχού σινεφίλ Με κομμένη την ανάσα.

a-bout

Ποια ήταν όμως ακριβώς τα σημεία τομής που εισήγαγε ο Γκοντάρ και χάρισαν στο ντεμπούτο του μία θέση στο κινηματογραφικό πάνθεον; Καταρχάς και καταρχήν, η πλήρης αποκοπή από τις συμβάσεις της κλασικής αφήγησης, η οποία έπνιγε μία τέχνη που πάσχιζε να ανεξαρτητοποιηθεί από όλα τα σημεία αναφοράς της (το θέατρο, τη λογοτεχνία, τις προφορικές παραδόσεις). Ένα απλό, στα όρια του απλοϊκού για να πούμε την αλήθεια, σενάριο μετατρέπεται με συνοπτικές διαδικασίες σε ένα αναρχικό ποίημα, σε ένα σύμβολο αποδέσμευσης και ελευθερίας. Η προσχηματική πλοκή αφήνει επιτέλους το πεδίο ορθάνοιχτο στον αυτοσχεδιασμό και τον αυθορμητισμό, τα υποτιθέμενα βαρυσήμαντα γεγονότα περνούν και χάνονται σαν στιγμιότυπα.

Την ίδια στιγμή, φαινομενικά επουσιώδη συμβάντα εκτείνονται χρονικά και περιγράφονται με πρωτοφανή λεπτομέρεια. Ο διάλογος διατηρεί την εξέχουσα θέση του, απαγκιστρωμένος όμως από λογοτεχνίζουσες ή θεατρογενείς συνιστώσες. Αφήνεται στη φυσική ροή του δρόμου, του φλερτ, της παρόρμησης. Το στυλιζάρισμα ενυπάρχει στα πάντα, γίνεται προτεραιότητα και απώτερος σκοπός και αποκτά τη δική του ταυτότητα, τον δικό του ζωτικό χώρο. Είναι πλέον αμιγώς και αδιαπραγμάτευτα κι-νη-μα-το-γρα-φι-κό.

A bout de souffle 3

Το μοντάζ θα γίνει κοφτερό και αναιδές, με 200 σφυγμούς το λεπτό, γεμάτο δίψα για ζωή, περιπέτεια και ερωτισμό. Τα ρακόρ, τα απότομα jump cuts, η ηχητική επένδυση, ανοίγουν νέους ορίζοντες στην κατασκευή και τη θέαση μιας ταινίας. Η δράση θα δραπετεύσει από τα στενά όρια των στούντιο και θα ξεχυθεί στους παρισινούς δρόμους, οι οποίοι θα αποκαλύψουν την ωμή γοητεία τους. Η κάμερα δεν έχει ανάγκη τους τρίποδες και τις ράγες, κυκλοφορεί δίχως χαλινάρια και περιορισμούς. Όλα τα αγόρια θα θέλουν να μιλήσουν, να καπνίσουν και να οδηγήσουν σαν τον Ζαν Πολ Μπελμοντό. Όλα τα κορίτσια θα ζηλέψουν τα ρούχα, το χτένισμα, τις γκριμάτσες της Τζιν Σίμπεργκ.

A bout de souffle 2
Μέσα σε όλο αυτό τον οργασμικό ορυμαγδό, ο Γκοντάρ αφήνει τις πρώτες υπόνοιες υπαρξιστικού στοχασμού, στοιχείου που κυριαρχεί στην πρώτη περίοδο του έργου του (πριν τη δριμεία και ολίγον ανοργασμική μαοϊκή πολιτική στράτευση) και βρίσκει μάλλον την κορύφωσή της στην περσόνα του Τρελού Πιερό, έξι χρόνια αργότερα. Ο Γκοντάρ θα προσπαθήσει να ψηλαφίσει το αόρατο, αυτό που ξεπερνά τις σκέψεις και τα αισθήματα, αυτό που υπερβαίνει τα γεγονότα και τις πράξεις. Θα ψάξει να βρει την άχρωμη εκείνη ζώνη που περιλαμβάνει όλη τη χρωματική παλέτα και πάντοτε (ξε)γλιστρά ανάμεσα στα επεισόδια που φτιάχνουν τη ζωή. Προς το παρόν, θα μας μάθει τι θα πει dégeulasse, αφήνοντας μια παραπονιάρικη στερνή πνοή.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑