Hit And Run

Σκηνοθεσία: Νταξ Σέπαρντ, Ντέιβιντ Πάλμερ

Παίζουν: Νταξ Σέπαρντ, Κρίστεν Μπελ, Μπράντλεϊ Κούπερ, Τομ Άρνολντ

Διάρκεια: 100’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Ανοιχτοί λογαριασμοί»

Ένα ζευγάρι που αγαπιέται στη μέση του καλιφορνέζικου πουθενά. Κανονικώς εχόντων των πραγμάτων, είναι υποχρεωμένοι να μην το κουνήσουν ρούπι από την προστατευμένη ερημιά τους καθότι ο κύριος Τσάρλι Μπρόνσον (πραγματικά, πολύ… έμμεσο και υπαινικτικό το tribute στον Τσάρλς Μπρόνσον) είναι ενταγμένος σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Όταν όμως μία εξαιρετική επαγγελματική ευκαιρία παρουσιάζεται για την αγαπημένη του στο Λος Άντζελες, δεν πρόκειται να το σκεφτούν δεύτερη φορά. Όπως είναι μάλλον αναμενόμενο, αυτή η παράτολμη κίνηση θα περιπλέξει επικίνδυνα την όλα κατάσταση. Στο παιχνίδι μπαίνουν διάφοροι σερίφηδες του νόμου και ορισμένες ιδιόρρυθμες φιγούρες από το παρελθόν, το οποίο πάντα βρίσκει τον τρόπο να αναδύεται στην επιφάνεια.

Η πλοκή της ταινίας κινείται σαφέστατα μεταξύ των ορίων του απλοϊκού και του προσχηματικού, ειλικρινά όμως το γεγονός αυτό δεν συνιστά ιδιαίτερο πρόβλημα. Οι προθέσεις της δικαιολογούν και συγχωρούν την αφέλεια του storyline της, καθώς ο απώτερος σκοπός της μάλλον δεν έχει ανάγκη από κάποιο σφιχτοδεμένο σενάριο. Όπου απώτερος σκοπός, σκεφτείτε ένα φόρο τιμής στης παλιάς κόπιας αμερικάνικες «car» b-movies, με πινελιές χιούμορ και διάθεση αυτό-παρωδίας. Όσον αφορά λοιπόν την ευρηματική ή πειστική πλοκή, ας πάει και το παλιάμπελο και δεν πειράζει. Το ζήτημα είναι πως κάποιες άλλες αρετές που οφείλουν να δηλώνουν το «παρών», τελικά παίρνουν απουσία. Ας μην προτρέχουμε όμως και ας ξεκινήσουμε από τα θετικά ή τέλος πάντων τα συμπαθητικά.

Ο πρωταγωνιστής, σεναριογράφος και συν-σκηνοθέτης, Νταξ Σέπαρντ και η πρωταγωνίστρια, Κρίστεν Μπελ (η τηλεοπτική «Βερόνικα Μαρς»), είναι ζευγάρι και στην πραγματικότητα. Κρίνοντας από το γεγονός ότι κατορθώνουν να μεταδώσουν μία αίσθηση αβίαστου ρομάντζου, θα υπέθετα πως μάλλον τα πηγαίνουν πολύ καλά μεταξύ τους εκτός κινηματογραφικού πλατό και να προσθέσω πως τους εύχομαι κάθε ευτυχία στο μέλλον. Επιπλέον, σε αρχικό τουλάχιστον στάδιο, η ταινία πετυχαίνει να αποπνεύσει μία καλοδεχούμενη ρετρό αισθητική, ενώ δείχνει και τις τίμιες προθέσεις της να συνδυάσει παραδοσιακές car chase σκηνές με hype και σπινθηροβόλους διαλόγους. Σε όλα τα παραπάνω, μην ξεχάσουμε να προσθέσουμε και τον Μπράντλεϊ Κούπερ, σε ένα ασυνήθιστο και ολίγον φευγάτο ρόλο «κακού», με ένα εξωφρενικό look, με μακριά ξανθιά rasta χαίτη…

Ως ένα βαθμό λοιπόν και μέχρι ενός σημείου, η ταινία δεν σου κρατά ακριβώς αμείωτο το ενδιαφέρον, σε κρατά όμως τουλάχιστον στη θέση σου. Τα αληθινά προβλήματα ξεκινούν όταν αρκετά σύντομα συνειδητοποιείς πως παρακολουθείς ένα κακέκτυπο του Ταραντίνο, δευτέρας ή ακόμη και τρίτης διαλογής. Η χιουμοριστική ευστροφία σύντομα εξαντλείται και όσο βαδίζουμε προς το φινάλε, τόσο θεριεύει η σκέψη πως ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει θα είναι λίγο πολύ διεκπεραιωτικό, τετριμμένο και όχι ιδιαίτερα συναρπαστικό. Για να είμαι πάντως ολότελα ειλικρινής και παρά το μέτριο συνολικά πρόσημο, για μία ταινία που σχεδόν βροντοφωνάζει από μακριά την «straight to DVD» ταυτότητά της, θα τα περίμενα πολύ χειρότερα τα πράγματα. Στην προκειμένη περίπτωση, τα 100 λεπτά κωμικής ανεμελιάς που μας πλασάρονται είναι μεν σχετικά αδιάφορα, αλλά τουλάχιστον δεν καταντούν υπέρ το δέον εκνευριστικά.

Αντί επιλόγου και επειδή συνδέεται με τα όσα έχουν αναφερθεί, θα μεταφέρω ένα διάλογο που είχα προσφάτως με τον εκλεκτό συνάδελφο Σωτήρη, το κείμενο του οποίου κοσμεί τη διπλανή σελίδα. Η περίπτωση του Κουέντιν Ταραντίνο συνιστά το στατιστικό περιθώριο λάθους σε μία μελέτη, κάτι σαν εξαίρεση της εξαίρεσης που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Για κάθε Ταραντίνο, υπάρχουν κυριολεκτικά αμέτρητα σινεφίλ freaks, τα οποία έχουν καταναλώσει άπειρες εργατοώρες θέασης των κινηματογραφικών απάντων και έχουν λατρέψει παθολογικά όλων των ειδών τα cult b-movies. Το να μετατρέψεις τις ένοχες απολαύσεις σου σε (κινηματογραφική) δημιουργία δεν είναι μία διόλου εύκολη διαδικασία. Αντιθέτως, είναι μία εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία που απαιτεί πλεόνασμα ταλέντου και οξυδέρκειας. Η απόδοση τιμών που πραγματοποιεί ο Κουέντιν σε ταινίες δευτέρας διαλογής με ζόμπι, κατασκόπους, πολεμικές τέχνες, καταδιώξεις, badass εκδικητές και λοιπά φρικιά εφορμάται μεν από τη δική του καλοπέραση, καταλήγει όμως και σε δική μας απόλαυση. Οι περισσότεροι μιμητές του από την άλλη, είναι καταδικασμένοι να μείνουν στο πρώτο σκέλος.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑