3 Days to Kill

Σκηνοθεσία: ΜακΤζι

Παίζουν: Κέβιν Κόστνερ, Άμπερ Χέρντ, Χέιλι Στάινφελντ

Διάρκεια: 117’

Βλέποντας την ταινία, προσπαθούσα να εξηγήσω στον εαυτό μου πού οφείλεται η ανεξήγητη (όπως νόμιζα αρχικά) έντονη συμπάθεια που τρέφω στον Κέβιν Κόστνερ. Πολύ γρήγορα αντιλήφθηκα πως η συμπάθειά μου είναι πέρα για πέρα εξηγήσιμη και κατανοητή. Διότι, στην τρυφερή ηλικία μεταξύ 8 και 10 ετών, όταν ο Κέβιν μεσουρανούσε στο Χόλιγουντ, είχα δει στο σινεμά με τους γονείς μου τρεις σερί ταινίες στις οποίες είχε πρωταγωνιστήσει. Τότε λοιπόν που κάθε επίσκεψη στη μεγάλη οθόνη είχε κάτι το μαγικό και το ανυπέρβλητο, είχα  δει τον αγαπητό Κέβιν αρχικά να κλέβει από τους πλούσιους και να δίνει στους φτωχούς, ως Ρομπέν των Δασών (Robin Hood: Prince of Thieves, 1991, του Κέβιν Ρέινολντς). Ένα χρόνο αργότερα, τον είδα να είναι ο σκληρός γόης που προστατεύει τη Γουίτνι Χιούστον, όντας ο υποδειγματικός «σωματοφύλακας» (The Bodyguard, 1992, του Μικ Τζάκσον, σε σενάριο Λόρενς Κάσνταν). Αμέσως μετά, τον είδα να τα ‘χει χαμένα αλλά να πράττει και το σωστό, να είναι σκληρός αλλά ταυτόχρονα και τρυφερός, αδυνατώντας να προσαρμοστεί σε αυτό τον τόσο ατελή κόσμο (A Perfect World, 1993, του Κλιντ Ίστγουντ).

Η εποχή λοιπόν που ο Κέβιν ήταν ένα τα πιο hot ονόματα του σινεμά συμπίπτει με την εποχή που γνωριζόμουν με το πιο όμορφο ψέμα, το κινηματογραφικό πανί. Όποτε λοιπόν αναμοχλεύω τις πρώτες σινεφίλ μου αναμνήσεις, ο Κέβιν Κόστνερ πάντα από κάπου ξεπροβάλλει. Πράγματι, η δημοφιλία του συγκεκριμένου ηθοποιού άγγιξε ένα πρωτοφανές peak στις αρχές των 90’s για να ξεφουσκώσει αρκετά γρήγορα, υπενθυμίζοντάς μας πως πολλές φορές η φήμη και η επιτυχία είναι τρομερά εφήμερες έννοιες. Η φήμη και η επιτυχία είχαν συναντήσει τον Κόστνερ ένα κλικ νωρίτερα πάντως, το 1990, όταν το «Χορεύοντας με τους λύκους» (το οποίο σκηνοθετεί και στο οποίο πρωταγωνιστεί) κέρδισε 7 Όσκαρ και αποτέλεσε μέγιστη προσωπική δικαίωση για τον ίδιο, δεδομένου του πολύ σφιχτού μπάτζετ με το οποίο ήταν υποχρεωμένος να πορευτεί. Ο αποκαμωμένος σωματικά και ψυχικά αξιωματικός των Βορείων, Τζον Ντάνμπαρ, θα ανακαλύψει, εξερευνήσει και εν τέλει αγαπήσει ένα καινούργιο κόσμο, ακριβώς προτού αυτός χαθεί μια για πάντα. Μία λυρική καταγγελία που μοιάζει να μας λέει πως Βόρειοι και Νότιοι ήταν ούτως ή άλλως δύο γάιδαροι που μάλωναν σε ξένο (ερυθρόδερμο) αχυρώνα.

Φτάνοντας στο σήμερα και στα της ταινίας μας, είναι μάλλον συγκινητικό να βλέπεις τον βετεράνο και out of fashion Κέβιν να είναι το μόνο στοιχείο που κρατά όρθια μία ταινία περιπέτειας που μπάζει από παντού. Στον αντίποδα, αυτό που είναι αποκαρδιωτικό είναι η διαπίστωση πως το μεγαλύτερο ελάττωμα της ταινίας είναι το ανεπαρκές, πρόχειρο και κακοφτιαγμένο της σενάριο. Ένα σενάριο που φέρει δυστυχώς την υπογραφή του Λυκ Μπεσόν (που είναι και παραγωγός της ταινίας), πιστοποιώντας μας πως οι παλιές καλές μέρες του “Léon” (1994) είναι πολύ μα πολύ μακρινές. Από εκεί και έπειτα, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της ταινίας μοιάζουν με φτερά στον άνεμο. Έτοιμα και διαθέσιμα να παρασυρθούν προς οποιαδήποτε δυνατή κατεύθυνση, χωρίς να μας απασχολεί ιδιαίτερα το πού. Η διάθεση αυτό-υπονόμευσης του είδους στο οποίο ανήκει η ταινία είναι τόσο αφελής που καλύτερα να εξέλιπε. Η κορύφωση της δράσης και η βία είναι προβλεπόμενες, εντός των ορίων και χωρίς καμία απολύτως εξτραβαγκάντζα. Η πλοκή είναι αδιάφορη και πάνω απ’ όλα ασυνάρτητη, οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων αβαθείς και ρηχές, ο συναισθηματισμός κουρασμένος και νωχελικός, η badass pulp αισθητική ξεθωριασμένη. Ακόμη κι αν έχετε 2 hours to kill και τίποτα καλύτερο να κάνετε, είναι μάλλον προτιμότερο να στύψετε το μυαλό σας, όλο και κάτι θα βρεθεί. Αν πάλι συμπαθείτε τον Κέβιν όπως εγώ, ξαναδείτε τον σε κάτι παλιό και καλό. Το «Χορεύοντας με τους λύκους» ή και το παλαιότερο «Οι αδιάφθοροι» του Μπράιαν Ντε Πάλμα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑