Reviews Le Silence de la Mer (The Silence of the Sea)

31 Μαρτίου 2019 |

0

Le Silence de la Mer (The Silence of the Sea)

Σκηνοθεσία : Ζαν-Πιέρ Μελβίλ

Με τους : Χάουαρντ Βέρνον, Νικόλ Στεφάν, Ζαν-Μαρί Ρομπαίν

Διάρκεια : 87’

Βασισμένο στην επιδραστική (θεωρήθηκε βίβλος της γαλλικής αντίστασης), αντεργκράουντ νουβέλα του Βερκόρ (ψευδώνυμο του Ζαν Μπριλέ) που κυκλοφόρησε στη Γαλλία το ’42 (εν μέσω ναζιστικής κατοχής) και κατασκευασμένο με κομψότατο μινιμαλισμό (και μια αριστοτεχνική, εξπρεσιονιστική φωτογραφία δια χειρός Ανρί Ντεκαέ), το σκηνοθετικό πρωτόλειο του Μελβίλ αποτέλεσε σημαίνοντα πρόδρομο της νουβέλ βαγκ και έδειξε – με την σιωπηρή ευγλωττία των πλάνων του – το δρόμο για τις υπόλοιπες ταινίες του δημιουργού με παρόμοιο θέμα (Ο εφημέριος, Η μεγάλη στρατιά των αφανών ηρώων). Η λεπτομερειακή προσήλωση στις χειρονομίες, τη γλώσσα του σώματος, την mise en scène, τις ερμηνείες, το καδράρισμα είναι συνεπής με τη μεταγενέστερη δουλειά του, αλλά εδώ κυριαρχεί ένα πιο πειραματικό και αντιφατικό ύφος. Ύφος που προτρέπει τον θεατή (πόσο μάλλον εκείνον που προτίθεται να ακολουθήσει πιστά τον φορμαλισμό του) να βυθιστεί στη σιωπή του.

Μια σιωπή που λειτουργεί ως βασανιστική, βουβά αμετάκλητη και διαρκής οιμωγή, αλλά και ως (άκρως) ποιητική απάντηση-υπεκφυγή στο (εσκεμμένα αόριστο) αφηγηματικό (εννοιολογικό-περιγραφικό) περιεχόμενο του φιλμ. Γερμανός αξιωματικός (Χάουαρντ Βέρνον) επιτάσσει δωμάτιο σε σπίτι μεσήλικα, επαρχιώτη γάλλου (Ζαν-Μαρί Ρομπαίν) και της νεαρής ανιψιάς του (η Νικόλ Στεφάν, που την επόμενη χρονιά θα δώσει ρεσιτάλ στα Τρομερά Παιδιά, άψογη ως πειθαρχημένη, κυριαρχική – στα όρια της αυτοκαταστροφής – φιγούρα) κι εκείνοι τον υποδέχονται με εμφατική, (σχεδόν) τελετουργική, αμετανόητη και αδιάλειπτη…σιωπή, ως μορφή αντίστασης και μη αναγνώρισης της παρουσίας του σε μια καθημερινή πορεία έξι μηνών (μια σιωπή που ο δυνάστης-καταπατητής δεν δύναται να τιθασεύσει, αναστρέψει ή έστω αμφισβητήσει : η θάλασσα καίτοι σιωπηλή δεν παύει να κινείται αενάως, ουδείς δύναται να αναχαιτίσει την πορεία της).

Μια απύθμενη άβυσσος που γιγαντώνεται νυχθημερόν στις πνιγηρές διαστάσεις του μικρού, επαρχιακού καθιστικού. Ο ναζί σκιαγραφείται ως ιδεαλιστής και καλλιεργημένος που διακηρύσσει ανοιχτά τις απόψεις του για τα δυνατά και αδύνατα σημεία αλλά και την κοινή μοίρα που ενώνει (ή προορίζεται να ενώσει) τις κουλτούρες των δύο λαών. Η κατάρριψη των ψευδαισθήσεών του (όταν αντιληφθεί πως οι συμπολεμιστές του σκοπεύουν να συνθλίψουν το πνεύμα των κατακτημένων γάλλων : η κάπως γραφική απεικόνιση των τελευταίων δικαιολογείται απ’ το μήνυμα που επιχειρεί να περάσει το φιλμ) τον οδηγεί στην (σχεδόν) αυτοκτονική απόφαση να μεταφερθεί στο ανατολικό μέτωπο, υποταγμένος σε μια ολιστική, στρατιωτική μηχανή απέναντι στην οποία κάθε αντιπαράθεση φαντάζει μάταιη.

Η κλειστοφοβική δυναμική (τα γυρίσματα λαμβάνουν χώρα στο πραγματικό σπίτι του Βερκόρ, που έζησε εμπειρία παρόμοια με της νουβέλας τις μέρες της Κατοχής) και η αίσθηση ασφυξίας που αναπτύσσεται στο υποφωτισμένο εσωτερικό του σκηνικού (κοντράστ με τις λυτρωτικές «ανάσες» των περιορισμένων, επιλεκτικών εξωτερικών) συμβάλλει καθοριστικά στην ατμόσφαιρα και το δραματουργικό αποτύπωμα της σκηνοθεσίας. Το σινεμά του Μελβίλ είναι (αισθαντικά) τονικό : μελαγχολικό, ποιητικό, στωικό, φορμαλιστικό, με «καθαρότητα» βλέμματος, στιλιστικά-αφηγηματικά-ερμηνευτικά ενιαίο.

Στη Σιωπή της Θάλασσας οι εκφραστικές γωνίες της κάμερας και η χρήση του cut παροτρύνουν τον θεατή να ερμηνεύσει, αποκωδικοποιήσει τον ψυχισμό των χαρακτήρων ως αποκαλυπτική ουσία, ως υποκειμενική προσλαμβάνουσα (είναι σίγουρο πως κι ο Μπρεσόν τσίμπησε πράγματα από δω για το Ημερολόγιο ενός Εφημέριου) : μέσω της διάχυτης αμηχανίας και βουβής έντασης, της πιθανά αμοιβαίας έλξης (ανάμεσα στον αξιωματικό και την κοπέλα) – δες, για παράδειγμα, τη σκηνή του τυχαίου συναπαντήματός τους κάνοντας βόλτα στο χιόνι, των (εξίσου) βουβών τύψεων (ή αναστολών) του μεσήλικα θείου για την συμπεριφορά τους απέναντι στον κατακτητή-φιλοξενούμενο υπό την κοινή στέγη.

Το (πλήρως ελεγχόμενο) σύμπαν του φιλμ θυμίζει άκαμπτο σχήμα. Το πολύ ενδιαφέρον, πειραματικό στοιχείο είναι η χρήση του ήχου και η εν γένει παρουσία του (ο μηδενικός διάλογος-επικοινωνία των χαρακτήρων, το υποτονικό voice-over του οικοδεσπότη που προσδίδει σπασμωδικό τόνο απέναντι στην «θάλασσα» των λέξεων και των απεγνωσμένων μονολόγων του αξιωματικού, οι μαρτυρικοί, αδιάκοποι χτύποι του ρολογιού που ηχούν σαν οδυνηρή υπενθύμιση της ψυχολογικής απόγνωσης και συναισθηματικής αποξένωσης όλων των παρευρισκομένων, το επιτηδευμένα ενοχλητικό μουσικό σκορ – σαν αφύπνιση από λήθαργο, ειδικά στις λουσμένες στο φως σκηνές του Παρισιού – που εκφράζει υποδειγματικά τις ανησυχίες του φιλμ ).

Tο αντικινηματογραφικό ύφος και η δομή της νουβέλας προτρέπουν για τη δημιουργία ενός φιλμ που (υποχρεωτικά) καταστρατηγεί την πλειονότητα των κινηματογραφικών συμβάσεων. Οι φωνές (των χαρακτήρων) αφηγούνται, η κάμερα μοιάζει απελευθερωμένη απ’ τα δεσμά της αφήγησης. Η σιωπή κι η παγωνιά του φινάλε, απλώς καταγράφουν τον ματαιωμένο αντίκτυπο όλων όσων δεν ειπώθηκαν και χάθηκαν ανεπιστρεπτί. Γιατί όπως επισημαίνει και ο Ζακ Αταλί, η παρηγοριά της ανθρώπινης κατανόησης δεν κρύβεται στο βλέμμα, αλλά σε όσα κανείς …αφουγκράζεται!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest