Reviews Les félins (Joy House)

17 Ιουνίου 2018 |

0

Les félins (Joy House)

Σκηνοθεσία : Ρενέ Κλεμάν

Με τους : Αλέν Ντελόν, Τζέιν Φόντα, Λόλα Ωλμπράιτ

Μεταφρασμένος τίτλος : Ο Τυχοδιώκτης του Μόντε Κάρλο

Διάρκεια : 97’ (Γαλλία, 1964)

Ή όταν η γαλλική φινέτσα του Ρενέ Κλεμάν και η σκληροτράχηλη νουάρ ιστορία του Day Keene (βασισμένη στη νουβέλα του τελευταίου Joy House, 1954 – τίτλος παραπλανητικός, αν μη τι άλλο, ως προς το νοσηρό της θέμα) συνάντησαν την swinging gothic, στιλιστική, κλειστοφοβική, ασπρόμαυρη ατμόσφαιρα των ‘60s και το νευρώδες, σε στιγμές ιδιότροπο αλλά άκρως ατμοσφαιρικό μουσικό σκορ του Lalo Schifrin με κείνο το χαρακτηριστικό τσέμπαλο (γαλλιστί κλαβεσέν) στην ηχητική μπάντα να προαναγγέλλει – και στον πιο ανυποψίαστο – πως κάτι περίεργο και σκοτεινό συμβαίνει εδώ.

Ο Αλέν Ντελόν (τέσσερα χρόνια μετά την αριστουργηματική συνεργασία του με τον Κλεμάν στο Purple Noon (1960), γ.τ. Plein Soleil / ε.τ. Γυμνοί στον Ήλιο της Πατρίσια Χάισμιθ) ως χαριτωμένο κάθαρμα που προσπαθεί να ξεφύγει απ’ τους μαφιόζους που τον καταδιώκουν για ένα ατόπημα… ποδόγυρου, αναζητεί κρησφύγετο σε άσυλο αστέγων και καταλήγει σοφέρ σε μια κοσμοπολίτικη έπαυλη της Κυανής Ακτής (και της ηλιόλουστης, γαλλικής Ριβιέρα) και στα δίχτυα δύο μυστηριωδών, όσο και γοητευτικών, γυναικών : της Λόλα Ωλμπράιτ και της Τζέιν Φόντα.Και οι δύο επιθυμούν την παραμονή του εκεί, ορμώμενες από διαφορετικά κίνητρα.

Στον ήρωα απομένει να ανακαλύψει ποια είναι αυτά (και πως σχετίζονται με μια κρυφή πτέρυγα του νεογοτθικού αρχιτεκτονήματος) και δεν θα διστάσει να στρέψει τη μία απέναντι στην άλλη, με όπλο και πρόσχημα το σεξ, όμως ο τελευταίος δεν είναι ο μοναδικός παίκτης τριγύρω και – ακόμη χειρότερα – το δικό του δεν είναι το πιο επικίνδυνο παιχνίδι! Στην πραγματικότητα, ο χρόνος έχει ήδη αρχίσει να μετράει αντίστροφα γι’ αυτόν, απ’ τη στιγμή που δέχτηκε να μπει σε αυτό το παιχνίδι και ο ιστός που υφαίνουν γύρω του οι δύο γυναίκες-αράχνες δεν θα αργήσει να τον παγιδεύσει.


O Ντελόν ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικές femmes fatales, παγιδευμένος σε ένα ιδιόμορφο ερωτικό τρίγωνο που καταλήγει ως διασταύρωση του His Kind of Woman (1951) με το The Beguiled (1971), ενώ το ύφος και το σκηνικό προσδίδουν μακρινή συγγένεια ακόμα και με τον Συλλέκτη (The Collector, 1965) του Γουάιλερ. Η αναιδής, αλαζονική, ζιγκολιάρικη περσόνα του Ντελόν αποτελεί το αρτιότερο συστατικό του φιλμ, καθώς η βεβαιότητά του ότι θα κυριαρχήσει (τελικά) επί των καταστάσεων, ανατρέπεται διαρκώς απ’ το γεγονός πως κάποιος βρίσκεται σχεδόν πάντα ένα βήμα μπροστά από εκείνον. Οι δύο «αγριόγατες» (οι… félins του γαλλικού τίτλου) διαχειρίζονται σχεδόν άψογα την μεταξύ τους (υπόγεια) ένταση κι ο θεατής αναρωτιέται ποια θα …μαχαιρώσει πρώτη την άλλη πισώπλατα.

Σημειώνεται και η παρουσία στο φιλμ του Σόρελ Μπουκ (του αλησμόνητου Boss Hogg των τηλεοπτικών Dukes of Hazzard), στο ρόλο ενός γραφικού παπαράτσι της Μαφίας που βρίσκεται στο κατόπι του ήρωα. Ακριβή λάμψη, αιχμηρή, διαπεραστική φωτογραφία του Henri Decae και μια σκηνοθεσία που αφήνει τα πράγματα να κυλούν από μόνα τους, τροφοδοτώντας τα σποραδικά με επιλεκτικές εκρήξεις δράσης που συμβάλλουν στην εξέλιξη της ιστορίας.

Η Φόντα – της εποχής της Barbarella – σε έναν από τους πιο σέξι ρόλους της, μαγνητίζει την κάμερα του Κλεμάν (πιθανότατα και τον ίδιο). Η Φόντα με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και μαύρο φόρεμα – προς χάριν ιδιότυπης (και παραπλανητικής) «μοναστικής φιλανθρωπίας». Η Φόντα με κολασμένες ζαρτιέρες και νεγκλιζέ. Η Φόντα να συμπεριφέρεται σαν υπηρέτρια της Ωλμπράιτ. Η Φόντα να ρίχνει ναρκωτικό στον καφέ του Ντελόν. Η ερωτική ένταση είναι καλαίσθητη, εστιάζοντας στη φυσική έλξη και ακροβατώντας με τον επικείμενο θάνατο.

Ντουλάπες με διπλούς καθρέφτες, μυστικά περάσματα, διαρκείς αντανακλάσεις, κατοπτρικά πλάνα, περίεργες γωνίες λήψης, διπλά είδωλα… όλα προσδίδουν μια θεαματική έμφαση στην εξαπάτηση. Δεν θα βρεις, ωστόσο, την παραμικρή κηλίδα αίματος στο φιλμ, που στέκει διστακτικό απέναντι στην ωμή βία, ευθυγραμμιζόμενο έτσι περισσότερο με το υπόγειο ρεύμα ερωτικής παρεκτροπής που το διατρέχει.

Περίεργο έργο. Αγωνιώδες και άβολο αλλά χωρίς ευδιάκριτο σασπένς, σε τραβάει προς τα κάτω χάρις στην επίμονη αλλοκοτιά του. Υποβλητική ατμόσφαιρα, αδηφάγος ερωτισμός που ιδρώνει τα πλάνα, ο Ντελόν να περιφέρεται σαν αγρίμι στο κλουβί εντός των τειχών της «φυλακής» του, κι ο Κλεμάν να προσπαθεί να διοχετεύσει λίγη από τη μαεστρία του Χίτσκοκ ή τον οξύ σουρεαλισμό του Γουέλς.

Το machismo του Ντελόν – μια από τις σπάνιες φορές – θυμίζει εδώ κάτι από Μπράντο, όμως ο χαρακτήρας της Φόντα είναι ατελής : είναι τελικά… αθώα ή αρπαχτικό; (ίσως κι ο ίδιος ο σκηνοθέτης να μην ξέρει τι θέλει να κάνει μαζί της, καθώς «ζαλίζεται» να την ακολουθεί με το φακό). Το δε «μυστικό» της σοφίτας δεν υποκρύπτεται επιμελώς, αλλά και αποκαλύπτεται ολίγον άγαρμπα, στερώντας το όποιο στοιχείο έκπληξης. Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα ένα φιλμ που δεν συμφιλιώνεται με τις διχαστικές τάσεις που το διέπουν (και που αναμφίβολα συντελούν στη γοητεία του), αλλά και που δεν αποφασίζει να συγκλίνει οριστικά προς κάποια κατεύθυνση, στερώντας απ’ τον εαυτό του την ευκαιρία μιας περισσότερο εμπνευσμένης προσέγγισης πάνω στο υλικό του…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑