Reviews L’Uomo Delle Stelle (The Star Maker)

22 Απριλίου 2018 |

0

L’Uomo Delle Stelle (The Star Maker)

Σκηνοθεσία : Τζιουζέπε Τορνατόρε

Με τους : Σέρτζιο Καστελίτο, Τιτσιάνα Λοντάτο, Λεοπόλντο Τριέστε

Μεταφρασμένος τίτλος : Ο άνθρωπος των αστεριών

Διάρκεια : 113’  (Ιταλία, 1995)

Επτά χρόνια μετά το αριστουργηματικό Σινεμά ο Παράδεισος και πέντε μετά το Είναι όλοι τους καλά, ο Τζιουζέπε Τορνατόρε επιστρέφει στο αγαπημένο, γενέθλιο σκηνικό της Σικελίας, με άλλο ένα φιλμ διαποτισμένο από την θεματολογία του τόπου και τη σύγχρονη ιστορία της Ιταλίας. Στο επίκεντρο βρίσκεται και πάλι το σινεμά (η αιώνια αγάπη του σκηνοθέτη), μέσα από την περιπλάνηση ενός κομπογιαννίτη – που παριστάνει τον κυνηγό ταλέντων για τα μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο της Ρώμης – στην ρημαγμένη και κατεστραμμένη μεταπολεμική Σικελία.

Ενός συμπαθούς – αν και αδίστακτου – απατεωνίσκου (τον υποδύεται ο απολαυστικός Σέρτζιο Καστελίτο) που σκαρφίζεται την είσπραξη «αντιτίμου» από τους φτωχούς και ταλαίπωρους επαρχιώτες για τα έξοδα των δοκιμαστικών του (τους στήνει απέναντι σε μια κάμερα με ληγμένο φιλμ) και μοιράζει αποδείξεις – βεβαιώσεις, βάσει των οποίων οι τελευταίοι θα αναμείνουν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης από τα στούντιο. Κομποδέματα, κουμπαράδες, περισσεύματα αίματος και ιδρώτα… σκορπίζονται για να διεκδικήσουν το δικαίωμα στο όνειρο και τη φυγή απ’ την απόλυτη μιζέρια!

O πρωταγωνιστής (και ιδίως η κατάληξή του) θυμίζει τους ήρωες στο Il Bidone του Φελίνι στη μεταπολεμική Βόρεια Ιταλία. Μπροστά στην κάμερα, οι δυστυχείς άνθρωποι αφηγούνται αυθόρμητα πράγματα, διηγούνται οικογενειακές ιστορίες ή αποσπάσματα που αποστηθίζουν και – σε κάποιες περιπτώσεις – εκμυστηρεύονται γεγονότα για τα οποία, υπό νορμάλ συνθήκες, δεν θα μιλούσαν ποτέ. Άντρες και Γυναίκες, Νέοι και Γέροι, Στρέιτ και Γκέι, Ομιλούντες και «Μουγγοί», Καραμπινιέροι και Ληστές, Συνεσταλμένοι και Αλαζόνες. Όλοι έχουν κάτι να πουν. Ο «Άνθρωπος από τη Ρώμη», μετά από μέρες ολόκληρες δοκιμαστικών και ακροάσεων, καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο λαός της Σικελίας είναι ανίδεος και βλαμμένος, κάτι που αντανακλάται και στην κουβέντα του με έναν ντόπιο γιατρό τον οποίο μεταφέρει σε παρακείμενο χωριό όπου κάποιος αγρότης πεθαίνει.

Η σκηνή με τον γιατρό που καταφτάνει σε ένα απελπιστικό ανθρωπιστικό σκηνικό, θυμίζει το Ο Χριστός Σταμάτησε στο Έμπολι, στο οποίο κεντρικός ήρωας είναι επίσης ένας γιατρός τον οποίο ένας ιερέας συμβουλεύει «…να μη σπαταλά το χρόνο του με τούτους τους αδαείς ανθρώπους». Ταξιδεύοντας με το φορτηγάκι του από πόλη σε πόλη, αναγγέλλοντας την άφιξή του με ντουντούκες και μουσική (από τον μετρ Μορικόνε), στήνοντας την αυτοσχέδια σκηνή του στις κεντρικές πλατείες και ξαφρίζοντας τους ντόπιους, ο «Ντοτόρε» Μορέλι του Καστελίτο μας αποκαλύπτει την Σικελία. Κι όπως με τον Ζαμπανό στο La Strada, η μοίρα θα φέρει στο δρόμο του μια γυναίκα (Τιτσιάνα Λοντάτο) που το τέλος της σχέσης τους θα είναι εξίσου τραγικό με εκείνης της ταινίας.

Η Σικελία αποτελεί ένα state of mind. Αναρίθμητες ταινίες έχουν επιχειρήσει να την «αιχμαλωτίσουν» και να την απαθανατίσουν στο φακό. Οι παλιές μέρες στον φτωχό, αγροτικό νότο διαθέτουν τη νοσταλγική δύναμη της φωτογραφικής τους ανάπλασης. Αποτελούν το δυναμικό σκηνικό μιας ζωής στην οποία οι άνθρωποι διέθεταν το χάρισμα της κοινωνικοποίησης. Επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Το βαθύ, επιβλητικό, πέτρινο αρχιτεκτονικό σκηνικό. Οι διαδρομές στο αρχέγονο (σαν ξεχασμένο απ’ το Θεό) τοπίο («φοβερό μέρος αυτή η Σικελία. Μερικοί ινδιάνοι λείπουν μόνο για να γυρίσεις καουμπόϊκο», αναφωνεί ο ήρωας). Οι εντυπωσιακές πλατείες. Η μεγαλειώδης ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα μικρά πλήθη στα στέκια και στα εσωτερικά των καφενείων και των ταβερνείων.

Οι κάτοικοι ενός χωριού, διάσπαρτοι στην καταπράσινη πλαγιά ενός λόφου, σαν ένα κοπάδι ψαριών στη θάλασσα (η εκπληκτική φωτογραφία του Ντάντε Σπινότι). Οι χαρακτήρες μπορεί να είναι πιο απλοϊκοί (σε σύγκριση με το Σινεμά ο Παράδεισος), αλλά φαντάζουν παραδόξως ρεαλιστικοί και ειλικρινείς (μέσα στην επιτηδευμένη γραφικότητά τους). Ε, αφού στο ξεκαθαρίζει ο άνθρωπος. Τους θεωρεί ηλίθιους και βλαμμένους (καθώς μπαίνει σε μια κωμόπολη, ο ήρωας ρωτά τους πιτσιρικάδες που κρέμονται απ’ το φορτηγάκι του : «μιλάτε Ιταλικά εδώ;»). Αυτό είναι το concept. Πώς θες να στους παρουσιάσει ο σκηνοθέτης, αλλιώς; Αυτό άλλωστε είναι και το γλυκόπικρο στοιχείο που επιτρέπει στο φιλμ να ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στον συγκερασμό των ειδών και στην αμφιθυμία των χαρακτήρων (αλλά και του δημιουργού του), διατηρώντας απ’ την αρχή ως το τέλος το ύφος της τραγικωμικής ηθογραφίας.

Υπάρχει μια σκηνή, στο ξεκίνημα το φιλμ, όπου ο ήρωας δροσίζεται σε ένα ποτάμι και περνάει άξαφνα μπροστά του μέσα στο νερό ένα γυμνό πτώμα. «Ένας πεθαμένος. Το είδατε αυτό;» ρωτάει τους χωρικούς στην όχθη. Εκείνοι νεύουν αρνητικά. «Ποιος να ήταν άραγε;» αναρωτιέται. «Εσύ ποιος λες;» του αποκρίνεται τελικά ένας απ’ αυτούς. «Κάποιος συνδικαλιστής ή αστυνόμος ή ληστής. Ή κανένας παλιοκερατάς»! Μόνο τέτοιους μοιάζει να έχει αυτός ο τόπος τελικά… και θα περάσουν όλοι μπροστά από την κάμερα του ήρωα (και του σκηνοθέτη). Παντού «βρέχει» φέιγ βολάν με τις τελευταίες ατάκες του Ρετ και της Σκάρλετ από το Όσα Παίρνει ο Άνεμος : μπλε χαρτάκια για τους άντρες , ροζ για τις γυναίκες (σαν τα μπαλόνια στα μαιευτήρια ή στις βαφτίσεις ένα πράγμα). Όλοι κυκλοφορούν στους δρόμους ή μέσα στα σπίτια προβάροντας ατάκες.

Ο καθένας βέβαια βάζει τη φαντασία του να δουλεύει διαφορετικά και ερμηνεύει τη σκηνή όπως γουστάρει! Άλλοι πληρώνουν για το δοκιμαστικό σε χρήμα και άλλοι σε… είδος (τα τυχερά του επαγγέλματος). «Ποιος δεν θέλει να παίξει στο σινεμά. Κι εγώ θα ήθελα. Να ήξερα μόνο πως γίνεται», μονολογεί σε κάποια στιγμή ο πρωταγωνιστής. Ο τύπος είναι σαν τον Φοίνικα, «αενάως αναγεννώμενος» (από τις στάχτες του), αφού καταφέρνει μέχρι και τους ληστές που συναντά στο δρόμο του να τους καθίσει κάτω για δοκιμαστικό και στο τέλος να τον πληρώσουν κι από πάνω. Ο μόνος που τον τουμπάρει είναι ο γραμματέας της τοπικής του Κ.Κ. που τον πείθει να αγοράσει κουπόνι του κόμματος. Έτσι είναι αυτά : «άμα μιλάς στο δρεπάνι, θα ’ρθει και το … σφυρί»! (που ‘σαι Κουτσούμπα, να καμαρώσεις τα παιδιά σου).

Και τι δεν έχει η τοιχογραφία του Τορνατόρε : έναν υπεραιωνόβιο αγωνιστή (σύμβολο της επανάστασης) των Χιλίων του Γαριβάλδη – ξέρεις, εκείνου που είπε «θα κρεμάσουμε τον τελευταίο Πάπα με τα άντερα του τελευταίου Βασιλιά». Έναν μαυροντυμένο δάσκαλο που μπροστά στην κάμερα ξαναβρίσκει την «λαλιά» του και ξαναζεί τις αναμνήσεις απ’ τον αγώνα του, στο πλευρό της πολιτοφυλακής και του λαού της Μαδρίτης, ενάντια στον Φράνκο . Μια ατέλειωτη ουρά σε ένα πορνείο που θυμίζει τα συσσίτια της Κατοχής ή το στήσιμο στην τρύπα του μαυραγορίτη για ένα μπουκάλι λάδι.

Άνθρωποι φτωχοί και εξαπατημένοι. Απ’ το Θεό, από το Κράτος, απ’ τους ανθρώπους. Και, φυσικά, από τον ήρωα. Που τους τάζει δόξα και πλούτη, όταν το μόνο που χρειάζονται αυτοί οι έρημοι είναι δουλειά και φαγητό, ειρήνη, πρόοδο και δικαιοσύνη. Ένα καζάνι που κοχλάζει είναι όλη η Σικελία. Μάλλον κατανοούν κι οι ίδιοι ότι πλέον είναι πολύ αργά. Για όνειρα, για ελπίδες, για δικαίωμα και μερίδιο σε μια καλύτερη ζωή. «Δεν ξέρω τι έχει μέσα αυτό το καζάνι», του λέει ο γιατρός, «αλλά δεν μου αρέσει μια χούφτα άνθρωποι, περιλαμβανομένων αυτών που πουλάνε όνειρα … σαν εσένα, να ετοιμάζουν πάρτυ για την ολιγαρχία»!

Και τότε στο σκηνικό θα καταφτάσει η Μπεάτα («ευλογημένη»). Η κόρη της Παρθένου. Εκείνη που γεννήθηκε σε ένα μοναστήρι. Που δεν ξέρει πόσο χρονών είναι, γιατί έμαθε να μετράει μόνο μέχρι το δέκα. Η μικρή που θα καταλήξει ως «έκπτωτος άγγελος» απ’ τον Παράδεισο και που περιγράφει την πεολειχία ως …«θα σου παίρνω το γάλα» (άρμεγμα και το ‘να, άρμεγμα και τ’ άλλο, θα μου πεις)! Κι ο αξιολύπητος τσόγλανος του Καστελίτο θα ανακαλύψει πως είναι να αγαπάς και να σ’ αγαπούν με έναν τρόπο που ποτέ σου δεν φαντάστηκες πως υπάρχει ή πως τον αξίζεις. Είναι κι αυτό κάτι, όσο αργά κι αν το συνειδητοποιήσεις στη ζωή, γιατί αφήνει μια χαραμάδα φωτός για την ψυχή σου ακόμα κι όταν όλα τριγύρω μοιάζουν απελπιστικά μαύρα…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • Cinedogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Η κορυφαία ερμηνευτική στιγμή του αγαπημένου Χοακίν Φίνιξ μέχρι σήμερα;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts