Reviews Ballad of a Soldier (Ballada o Soldate)

18 Μαρτίου 2018 |

0

Ballad of a Soldier (Ballada o Soldate)

Σκηνοθεσία : Γκριγκόρι Τσουχράι

Με τους : Bλαντιμίρ Ιβάσοφ, Ζάνα Προχορένκο

Ελληνικός τίτλος : Η Μπαλάντα ενός Στρατιώτη

Διάρκεια : 88’

Έτος παραγωγής : 1959

Χώρα παραγωγής : Σοβιετική Ένωση

Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά από ένα ηρωικό κατόρθωμα, ένας 19άχρονος ρώσος στρατιώτης, ο Αλιόσα (Βλαντιμίρ Ιβάσοφ) φεύγει – εν μέσω μαχών – με τιμητική άδεια έξι ημερών. Επιστρέφει στο σπίτι του, αλλά οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι σε καιρό πολέμου. Μόλις που προλαβαίνει να γυρίσει στο χωριό του, να φιλήσει τη μάνα του και πάλι πίσω στην μονάδα.

Στη διάρκεια της διαδρομής θα συναντήσει διάφορους, θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο της νεαρής Σούρα (Ζάνα Προχορένκο) και θα του αποκαλυφθεί η νέα όψη της πατρίδας του. Κάποτε θα φτάσει στο σπίτι του, αλλά δεν προφταίνει παρά να αγκαλιάσει τη μάνα του και να ξαναφύγει γιατί οι μέρες της άδειάς του έχουν τελειώσει. Μέσα από αυτό το ολιγοήμερο ταξίδι, ο ήρωας βλέπει, παρατηρεί και γεύεται – φευγαλέα και αμυδρά – τις χαρές της ζωής που δεν θα προλάβει ποτέ του να ζήσει καθώς θα βρει τον θάνατο στην μάχη του Βερολίνου, λίγο πριν την τελική νίκη απέναντι στον φασισμό.

Μια από τις πρώτες σοβιετικές ταινίες που ανέτρεψε τα στερεότυπα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού με τον πικρό ρομαντισμό της. Ένα πανέμορφο, απέριττο διαμάντι, ένα αληθινό αριστούργημα. Ο νεαρός στρατιώτης που γυρνά από το μέτωπο στο σπίτι του, θα γνωρίσει στο τρένο – κι ύστερα από περιπέτειες – τη νεαρή Σούρα. Κι ενώ τα πρώτα καρδιοχτύπια είναι εμφανή, απομένει μονάχα μια …»κίνηση» για την επεξήγηση του μυστηρίου του πρωτόγνωρου, αναπάντεχου έρωτα. Θα προλάβουν όμως να το συνειδητοποιήσουν; Όπως και στον 41ο, έτσι κι εδώ ο Γκριγκόρι Τσουχράι παντρεύει το ρομαντικό με το δραματικό, την καθημερινότητα με την πραγματική αγάπη όπως η τελευταία γεννιέται όταν κοιτάς τον άλλο στα μάτια. Οι δύο ήρωες είναι – στην κυριολεξία – αξιαγάπητοι.

Ο Τσουχράι ανήκει στη γενιά των σοβιετικών δημιουργών της αποσταλινοποίησης. Η πρώτη του ταινία, o 41ος (1956), απομυθοποιούσε τη λατρεία του ήρωα, η δεύτερη – Η Μπαλάντα ενός Στρατιώτη – είναι μια θαυμάσια αντιπολεμική ελεγεία. Απλή, λιτή, ζεστή, η ταινία καταγράφει με ποίηση και ρομαντικές εξάρσεις την οδύσσεια ενός απλού φαντάρου, αντιμέτωπου με την φρίκη του πολέμου.

Οι ήρωες του Τσουχράι, τσακισμένοι από τις (εξωτερικές) αντιξοότητες, ορθώνουν το μικρό τους ανάστημα κόντρα στην κακιά τους μοίρα και την προκαλούν μέχρι θανάτου. Η ηρωικά απελπισμένη αντίληψη της ζωής κάνει τις ταινίες του να μοιάζουν με αισιόδοξες τραγωδίες. Εικόνες σπάνιας, φοβερής ομορφιάς και ασύλληπτου λυρισμού τυλίγουν τον θεατή σε μια οπτική μαγεία που κατατάσσει τον δημιουργό τους ως γνήσιο απόγονο του μεγάλου Ντοβζένκο.

Ο Τσουχράι, που με απαράμιλλο λυρισμό και ανθρωπιά μετέφερε όλη την τραγικότητα του πολέμου στο σελιλόιντ θέτοντας παράλληλα νέα δεδομένα και χρησιμοποιώντας με μαεστρία την παράδοση του ρωσικού λυρισμού και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, γνώρισε κι ο ίδιος από κοντά τη φρίκη του πολέμου υπηρετώντας ως αλεξιπτωτιστής στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου τραυματίστηκε πέντε φορές και παρασημοφορήθηκε για τον ηρωισμό του. Είχε πάρει μέρος και στην περίφημη μάχη του Στάλινγκραντ. Ο ίδιος έλεγε ότι όλες οι ταινίες του ήταν βασισμένες σε προσωπικές εμπειρίες και πίστευε πως ο πόλεμος αποκαλύπτει τα έργα και τους χαρακτήρες των ανθρώπων.

Τα ένδοξα πολεμικά κατορθώματα και οι θυσίες του ρωσικού λαού είχαν αποτυπωθεί με το παραπάνω στα μνημειώδη κινηματογραφικά έπη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Ήταν πλέον καιρός να αναγνωριστεί και το ατομικό κόστος, οι μικρές πράξεις γενναιότητας, οι στιγμές καλοσύνης και γενναιοψυχίας απλών ανθρώπων που έζησαν σε ζοφερούς καιρούς. Ο Τσουχράι αντιπροσωπεύει την πρώτη μετα-σταλινική γενιά δημιουργών που ψάχνει νέους τρόπους να αποτυπώσει στο πανί την πιο καθοριστική εμπειρία της νιότης τους : αυτή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Το αρχικό πλάνο με τον φοβισμένο νεαρό Αλιόσα να προσπαθεί να ξεφύγει από τα γερμανικά τανκς, εισάγει τον θεατή στο αναποδογυρισμένο, εφιαλτικό σύμπαν του πολέμου για να ακολουθήσει σε λίγο το κοντράστ ενός άλλου κόσμου, αυτού πίσω από τις γραμμές του μετώπου. Η ζωντανή κάμερα και το ρυθμικό μοντάζ με το δυναμισμό που επιδεικνύουν στην εναλλαγή των πλάνων, πιστοποιούν την εκ νέου ανακάλυψη της φόρμας του Αϊζενστάιν στη μετα-σταλινική περίοδο.

Το φιλμ του Τσουχράι υπερβαίνει το απλό αντιπολεμικό δράμα. Ο ήρωας αρνείται το μετάλλιο ανδρείας και – αντί αυτού – ζητάει μια ολιγοήμερη άδεια για να επισκευάσει τη στέγη του σπιτιού της μάνας του. Από εκεί κι ύστερα, η ταινία εξελίσσεται σε ένα road movie – καθώς ο ήρωας ενστικτωδώς επιδίδεται στη βοήθεια όσων συναντάει στη διάρκεια του ταξιδιού του με το τρένο – μέσα από το οποίο ο σκηνοθέτης σκιαγραφεί μια πινακοθήκη της ζωής και των προβλημάτων πίσω από τις γραμμές του μετώπου. Το φιλμ πλαισιώνεται από voice-over αφήγηση, μέσα από την οποία πληροφορούμαστε το θάνατο ενός απλού στρατιώτη, ενώ βλέπουμε τη μάνα του να βαδίζει σε έναν ερημικό, επαρχιακό δρόμο.

Αν και γνωρίζουμε εξαρχής ότι θα πεθάνει, τη στιγμή που ο νεαρός ήρωας μπαίνει στο πλάνο για πρώτη φορά… ξεχνάμε την τραγική, επερχόμενη μοίρα του και ζούμε από κοντά τα λιγοστά εναπομείναντα επεισόδια του βραχύβιου νεανικού του βίου. Έπειτα έρχεται η συνάντηση με την Σούρα – που ταξιδεύει κι εκείνη λαθραία με το τρένο – κι ο άγουρος και άδολος έρωτας που ανθεί. Και μπορεί οι δυο τους να μην ανταλλάσσουν ούτε (καν) ένα φιλί, ωστόσο τα αθώα μα παλλόμενα ερωτικά σκιρτήματα που γεννιούνται ανάμεσά τους …φωτίζουν κυριολεκτικά την οθόνη!

Αλλάζοντας την αρχική του επιλογή για χρήση επαγγελματιών ηθοποιών, ο Τσουχράι θα καταλήξει σε δύο νεαρούς, άγνωστους σπουδαστές δραματικής σχολής, παντρεύοντας έναν αρχετυπικό, όμορφο, ξανθομάλλη, ρώσο «Ιβάν» με μια ουκρανή (το μαρτυρά και το επίθετό της) καλλονή με σλάβικα χαρακτηριστικά : τα σπινθηροβόλα μάτια της, τα σαρκώδη χείλη, η πληθωρική φιγούρα και τα μακριά, λαμπερά, κυματιστά της μαλλιά, μοιάζουν συχνά να αγιογραφούνται από την κάμερα του Τσουχράι που τα καδράρει σαν σε φωτοστέφανο! Η ταινία απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες το 1960 και υπήρξε πραγματική αποκάλυψη σε ένα φεστιβάλ που σημαδεύτηκε από τη σκανδαλιστική παρουσία της «παρακμιακά» αριστουργηματικής Γλυκιάς Ζωής του Φελίνι…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • Cinedogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Η κορυφαία ερμηνευτική στιγμή του αγαπημένου Χοακίν Φίνιξ μέχρι σήμερα;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts