Reviews The Forty-First (Сорок первый)

25 Φεβρουαρίου 2018 |

0

The Forty-First (Сорок первый)

Σκηνοθεσία : Γκριγκόρι Τσουχράι

Με τους : Ιζόλντα Ιζβίτσκαγια, Όλεγκ Στριζένοφ

Ελληνικός τίτλος : Ο 41ος

Διάρκεια : 88’

Έτος παραγωγής : 1956

Χώρα παραγωγής : Σοβιετική Ένωση

Περίοδος εμφυλίου στην Ρωσία. Μια μικρή μονάδα του κόκκινου στρατού στα βάθη της κεντρικής Ασίας. Η καλύτερη σκοπεύτρια της μονάδας (Ιζόλντα Ιζβίτσκαγια), ο φόβος κι ο τρόμος των Λευκορώσων. Ένας υπολοχαγός της Λευκής Φρουράς (Όλεγκ Στριζένοφ), που πιάνεται αιχμάλωτος. Εκείνη αναλαμβάνει να τον οδηγήσει στην κεντρική διοίκηση. Το πλοιάριο που τους μεταφέρει ναυαγεί κι οι δυο τους αποκόπτονται σε ένα ερημονήσι. Ο νεαρότατος Γκριγκόρι Τσουχράι (τρία χρόνια πριν γυρίσει το αριστούργημά του, την επική Μπαλάντα Ενός Στρατιώτη) επωφελείται του ανέμου… ελευθεριότητας που ακολούθησε τα του 20ου συνεδρίου στην Σοβιετική Ένωση και ξαναπιάνει ένα θέμα τολμηρό, που είχε πρωτογυρίσει ο Παρατζάνοφ.

Μια κόρη της επανάστασης συγκρούεται με έναν αξιωματικό του Τσάρου. Ερωτεύεται έναν εχθρό και αυτός ζωγραφίζεται με θετικά χρώματα. Η σχέση τους υμνείται λυρικά και εξιδανικεύεται. Ο τίτλος φανερώνει και το απαισιόδοξο φινάλε του φιλμ, που δύσκολα μπορείς να φανταστείς κατά τη διάρκειά του. Γιατί ο … 41ος δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ακόμα θύμα του όπλου της νεαρής μαχήτριας. Ένα θύμα όμως διαφορετικό από τα άλλα. Όχι μια απρόσωπη σκιά που πέφτει εμβρόντητη στον πυροβολισμό αλλά ένας άνθρωπος με αδυναμίες και ανάγκες – όμοιες με τις δικές της – για αγάπη και κατανόηση. Που δεν φαίνεται να έχει να χωρίσει και πολλά μαζί της, εκτός φυσικά από τις ιδεολογικές αντιθέσεις…

Πνεύμα νεανικό, γεμάτο χυμούς και ρομαντισμό. Μια πανέμορφη, αντιηρωική απεικόνιση. Ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα με αιχμές για τον παραλογισμό του πολέμου και εκτυφλωτικές, λυρικές εξάρσεις. Χωρισμένο σε τρία μέρη (η έρημος, η Αράλη και το νησί) – με κορυφαίο το τρίτο. Πλάνα μοναδικής εκφραστικής δύναμης, δεμένη, ρυθμική αφήγηση που μοιάζει με μπαλάντα και μια υπέροχη, έγχρωμη φωτογραφία, όλα έξοχα οργανωμένα από τον τελειομανή γητευτή των εικόνων Τσουχράι. Ένα εικαστικό ποίημα σκληρό, συγκινητικό, τρυφερό και ανθρώπινο. Όσες δεκαετίες κι αν περάσουν. Όσες φορές κι αν το δεις. Με φόντο την έρημο της Κασπίας και τις θανατηφόρες αμμώδεις εκτάσεις που καταβροχθίζουν τους πιο αδύναμους, το φιλμ του Τσουχράι αποφεύγει – ανέλπιστα – την τυπική για το σοβιετικό σινεμά της περιόδου (και βαριά) πολιτική προπαγάνδα, εστιάζοντας το βλέμμα του στο ειδύλλιο που γεννιέται ανάμεσα στους δύο ταξικούς αντιπάλους.

Βασισμένο σε νουβέλα του Μπόρις Λαβρένιεφ, διαθέτει όλα τα συστατικά ενός στιβαρού μελοδράματος στο οποίο ο έρωτας καλείται να επιβιώσει από όλη τη σκληρότητα των καιρών που τον περιβάλλει (πολιτική έχθρα, ταξικός διχασμός, εμφύλιος πόλεμος). Εντύπωση προκαλεί η απρόσμενη αίσθηση ηρεμίας που στάζει από την κάμερα του Τσουχράι. Τα συναρπαστικά μακρινά και οι «απόψεις» της ερήμου (που αποτυπώνονται μοναδικά στον φακό του θρυλικού Σεργκέι Ουρουζέφσκι, που ένα χρόνο αργότερα θα μας δώσει το Όταν Πετούν οι Γερανοί), αυτόματα μεταβάλλονται σε συστατικό στοιχείο του ειδυλλίου ανάμεσα στους δύο στρατιώτες : όταν κάνουν έρωτα ο κόσμος τριγύρω σταματά, όταν «μάχονται» το τοπίο – σε όλες τις μορφές και εκφάνσεις του – τους συντρίβει.

Σχεδόν αδυνατείς να πιστέψεις ότι ένα τέτοιο φιλμ γυρίστηκε στην περίοδο της κορύφωσης του σοβιετικού κομμουνισμού. Έστω κι αν υπάρχουν κάποιες – περιστασιακές – αναφορές στην συνεχιζόμενη αντιπαράθεση ανάμεσα σε Κόκκινους και Λευκούς, η αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι πως η χρήση του ιστορικού πλαισίου από τον Τσουχράι γίνεται μόνο και μόνο για να οξύνει – στα μάτια του θεατή – την καταδικασμένη ιστορία των δύο εραστών. Οι διάλογοι αποδίδονται με τρόπο που μόνο πρόδηλη δεν κάνει την επιρροή που ασκούσε η τότε Σοβιετική προπαγάνδα και ο εν γένει κινηματογραφικός μηχανισμός στους σκηνοθέτες της περιόδου. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο ήρωας αρθρώνει κάποιες φανερά ενοχλητικές ατάκες, που – ως εκ θαύματος – φαίνεται να ξεγλιστρούν της λογοκρισίας.

Αν μη τι άλλο, η παρατεταμένη, βασανιστική αντιπαράθεση των δύο πρωταγωνιστών στις τελευταίες σκηνές, εκεί όπου η ηρωίδα αναδεικνύεται… «νικήτρια», πρέπει να είναι κι αυτή που γλύτωσε την ταινία του Τσουχράι από το μακρύ χέρι της λογοκριτικής ψαλίδας. Κι έτσι, παραμένει θαύμα που η ταινία έφτασε στο κοινό …ανέπαφη. Ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της, κλήθηκε να συμμετάσχει στο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ των Καννών, απ’ όπου έφυγε με το Ειδικό Βραβείο της επιτροπής. Όσος καιρός κι αν έχει περάσει από τότε που την είδες για τελευταία φορά, επιστρέφεις πάντα. Έστω για να ξανακούσεις στο φινάλε εκείνο το συγκλονιστικό …»δεν θα ξανανοίξουν πια τα μάτια που μου έδωσαν το φως«!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • Cinedogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Η κορυφαία ερμηνευτική στιγμή του αγαπημένου Χοακίν Φίνιξ μέχρι σήμερα;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts