Reviews Une Vie (One Life)

28 Ιανουαρίου 2018 |

0

Une Vie (One Life)

Σκηνοθεσία : Αλεξάντρ Αστρύκ

Με τους : Μαρία Σελ, Κριστιάν Μαρκάν, Πασκάλ Πετί, Αντονέλα Λουάλντι, Ιβάν Ντέσνυ

Ελληνικός τίτλος : Η ζωή μιας γυναίκας / Πονεμένη πυργοδέσποινα

Διάρκεια : 86’

Έτος παραγωγής : 1958

Χώρα παραγωγής : Γαλλία, Ιταλία

«Εκείνη τη μέρα, όπως έκανα συχνά, είχα αποφασίσει να πάω μια βόλτα μέχρι την ακροθαλασσιά. Η άνοιξη ήταν πιο όμορφη από ποτέ…». Μοιάζει με την αρχή μυθιστορήματος. Βέβαια, τούτες δεν είναι και οι πραγματικές λέξεις με τις οποίες εκκινεί η (παρθενική) νουβέλα του Γκι ντε Μωπασάν (την μετέφερε προσφάτως στο πανί και ο Στεφάν Μπριζέ του νταρντενικού «Νόμου της Αγοράς») στην οποία βασίζεται το Une Vie : περισσότερο απηχούν το αλησμόνητο ξεκίνημα της Jane Eyre, σε έναν κόσμο εντούτοις που θυμίζει περισσότερο εκείνον του Τόμας Χάρντυ (και όχι της Σαρλότ Μπρωντέ) και έχει μεταφερθεί από το Ουέσσεξ στην απέναντι πλευρά του καναλιού της Μάγχης και στη Νορμανδία.

Όπως ο Χάρντυ, έτσι και ο Μωπασάν αποτελούσε ανέκαθεν πρόκληση για τους κινηματογραφιστές (αυτό βέβαια που κυρίως μνημονεύεται στα βιβλία ιστορίας του σινεμά ή στις κινηματογραφικές εγκυκλοπαίδειες είναι το Une Partie de Campagne του Ζαν Ρενουάρ – ως αντάξιο του βιβλίου που το ενέπνευσε – και τούτο, επί της ουσίας, για λόγους που ελάχιστα έχουν να κάνουν με τον ίδιο τον Μωπασάν). Εκεί μέσα λοιπόν, στα βιβλία των εγκυκλοπαιδιστών σοφών, μπορεί να μη βρει κανείς να γίνεται ούτε καν αναφορά στο Une Vie. Ήρθε λοιπόν η ώρα αγαπημένε αναγνώστη και σινεφίλ, να ακουμπήσεις αναπαυτικά στην πλάτη του καθίσματός σου, να πάρεις μια βαθιά ανάσα και να απολαύσεις (πριν αναφωνήσεις κι ο ίδιος ότι πρόκειται για τέτοιο) το πιο ξεχασμένο και παραγνωρισμένο αριστούργημα του γαλλικού κινηματογράφου και του δημιουργού του (και εμπνευστή της θεωρίας της «κάμερα-στυλό») Αλεξάντρ Αστρύκ (μα καλά, αυτός ήταν θεωρητικός του σινεμά, θα αντιτάξουν πολλοί – ναι, κι ο Κοκτώ επίσης ήταν ποιητής θα σου πει κάποιος άλλος και πάει λέγοντας).

Για όσους εναγκαλίζονται τη σπουδαιότητα της θεωρίας της Camera-Stylo, ενδεχομένως το Une Vie να στέκει ως επίτευγμα ξεχωριστής σημασίας ανάλογο με κείνο της «Νύχτας του Κυνηγού», του Τσαρλς Λώτον. Όπως ο Γουίλιαμ Γουάιλερ στην (αξεπέραστη) εκδοχή του «Πύργου των Καταιγίδων» (1939), ο Αστρύκ μεταφέρει στην Οθόνη μονάχα το πρώτο μισό της νουβέλας, έτσι (ίσως διόλου τυχαία) το Une Vie μοιράζεται με το συγκεκριμένο μια παρόμοια εύθραυστη, τραγική ηρωίδα (εδώ την γεμάτη ευαισθησία και έξοχη ερμηνευτικά Μαρία Σελ), έναν ξέχειλο, σκληρό συνάμα ερωτισμό (ο Κριστιάν Μαρκάν που υποδύεται τον σύζυγο είναι ένα ιδιότυπο, σολιψιστικό κτήνος που απατά τη γυναίκα του με όποιο θηλυκό διασταυρώνεται) και το ολοζώντανο, ανάγλυφο σκηνικό μιας καταπράσινης Νορμανδίας (στο οποίο η φωτεινή κάμερα του Κλωντ Ρενουάρ περιπλανιέται σαν μεθυσμένη).

«…Γεννιόμαστε κι ερχόμαστε σ’ αυτό τον κόσμο για να πονέσουμε» (αυτό είναι ένα απ’ τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της θεματικής του Μωπασάν). Κι αυτό εδώ είναι ένα απ’ τα καλύτερα δείγματα του έργου του (αντάμα με τις περίφημες μικρές του ιστορίες – είναι γνωστό, επί παραδείγματι, πως το σενάριο του Ντάντλεϋ Νίκολς για την «Άμαξα της Αγωνίας» του Φορντ βρήκε πάτημα έμπνευσης στο Boule de Suif του γάλλου νατουραλιστή). Ο Αστρύκ, αν και ήρθε στο προσκήνιο με τη νουβέλ βαγκ, δεν αποτελούσε κομμάτι της (ωστόσο, του αποδίδεται η πνευματική της «πατρότητα» και η προδρομική συμβολή σε δημιουργούς-θρύλους όπως ο Τρυφώ, ο Γκοντάρ και ο Σαμπρόλ). Ο αισθητισμός του συχνά απηχεί εκείνον των μεγάλων προγενέστερων (πατριαρχικού – ομοίως – επιπέδου) : του Ρενουάρ και του Μαξ Οφύλς (κυρίως του «Le plaisir»), όμως το στυλ του είναι σκληρότερο, δίχως λυρικές εκροές ή εξάρσεις.

Σύμφωνα με τον Αστρύκ, ο σεναριογράφος παύει να υπάρχει, γιατί σε αυτό το είδος της κινηματογραφίας η διαφορά μεταξύ συγγραφέα και σκηνοθέτη καταργείται. Η σκηνοθεσία δεν είναι πλέον ένας τρόπος εικονογράφησης ή παρουσίασης μιας σκηνής αλλά μια αληθινή πράξη γραφής. O κινηματογραφιστής – συγγραφέας γράφει με την κάμερα του, όπως ο συγγραφέας γράφει με το στυλό του. Σε μια τέχνη στην οποία φιλμ κάποιου μήκους και μια ηχητική μπάντα μπαίνουν σε κίνηση και προχωρούν μέσω κάποιας φόρμας και κάποιας ιστορίας (θα μπορούσε να μην υπάρχει ούτε καν ιστορία – λίγη σημασία έχει) για να αναπτύξουν κάποια φιλοσοφία ζωής, πώς θα ήταν δυνατό να διακρίνουμε τον άνθρωπο που συλλαμβάνει το έργο από τον άνθρωπο που το γράφει; (δεν είμαι εντελώς σίγουρος κατά πόσο η θεωρία του Αστρύκ επαληθεύεται στην πράξη και στο τελικό αποτέλεσμα ενός κινηματογραφικού έργου – κι αν αυτό εδώ είναι το «πειστήριο» που μας κληροδότησε, ίσως το ερώτημα γύρω απ’ την ορθότητά της να παραμένει : το γεγονός πάντως είναι πως έχουμε να κάνουμε με μια υπέροχη αισθητική σύνθεση και φιλμοκατασκευή).

Η νεαρή, ευαίσθητη, ρομαντική Ζαν (που έχει πρόσφατα αποφοιτήσει από τις καλόγριες), κόρη του βαρόνου Λε Περντουί, ερωτεύεται έναν τραχύ τύπο, τον Ζυλιέν, έναν αριστοκράτη δίχως (ευδιάκριτη) οικονομική επιφάνεια τον οποίο και παντρεύεται για να ξεκινήσει από κει κι ύστερα η βαθιά δυστυχία της και η περιπέτεια της ενήλικης ζωής της. Μια ιστορία κοινωνικού εγκλωβισμού, δεμένη με τις επιταγές της εποχής της, μόνο που εδώ οι κανόνες του παιχνιδιού δεν είναι πρωτίστως οικονομικοί μα κυρίως ηθικοί, το ίδιο ανελαστικοί ωστόσο απέναντι σε κάθε ανθρώπινη «εξαίρεση» (με ότι μπορεί να θεωρήσει ή να αντιληφθεί κανείς ως εξαίρεση, ερχόμενος αντιμέτωπος με τους χαρακτήρες του φιλμ).

Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία μιας τρυφερής, θαρραλέας, εσωστρεφούς και υπομονετικής γυναίκας του 19ου αιώνα, που ανακαλύπτει τους νόμους και κανόνες της ζωής μέσα από μια διαδικασία επιβίωσης γεμάτη περίπλοκα ψυχολογικά, οικογενειακά, ηθικά (ακόμη και θρησκευτικά) διλήμματα. Η σκηνοθεσία του Αστρύκ χειρίζεται δημιουργικά το πέρασμα του χρόνου, φθάνοντας εν τέλει βαθιά στον ταραγμένο ψυχισμό της ηρωίδας, τα πάθη της οποίας ευθυγραμμίζονται διαρκώς με τα ταμπού, τα πρέπει και τα ήθη ενός καιρού η σκληρότητα του οποίου αναδεικνύεται απ’ τη στάση των χαρακτήρων, το (ώρες ώρες) ωμά ρεαλιστικό αποτύπωμα της κάμερας, την ανήσυχη αίσθηση των πλάνων και την (συχνή) ασφυξία της πρωταγωνίστριας εντός των κάδρων.

Το λυπηρό είναι πως τούτο το φιλμ γυρίστηκε στη χειρότερη δυνατή εποχή για κείνο : μια τέτοια κλασική, παραδοσιακή ιστορία να καταφτάνει μέσα στην τρικυμία, τον πρωτοποριακό σάλο και το άστατο τοπίο της νουβέλ βαγκ (που οι εκφραστές της τελευταίας ανακάλυψαν την ουσιαστική ικανότητα του κινηματογράφου να διηγείται ιστορίες διαμέσου των εικόνων και της σύνθεσής τους όχι στις «ποιοτικές» παραγωγές που βασίζονταν σε λογοτεχνικά κείμενα, τον θεμέλιο λίθο του Γαλλικού σινεμά, αλλά στις ταινίες είδους του Χόλυγουντ, τον θεμέλιο λίθο του παγκόσμιου σινεμά – γι αυτό και αγάπησαν τόσο πολύ τον Χίτσκοκ). Όπως πολλά απ’ τα αριστουργήματα του βωβού που παρέσυρε η έλευση του ομιλούντος για να ανακαλυφθούν και να επανεκτιμηθούν (εκ νέου) μεταγενέστερα, έτσι και το Une Vie μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια απ’ τις σπουδαίες και (αληθινά) φιλόδοξες απόπειρες μεταφοράς της γαλλικής λογοτεχνίας στο πανί, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα και μια απ’ τις πλέον συναρπαστικές και αλησμόνητες ηρωίδες της.

Πολλοί τότε επέκριναν την παιδιάστικη (ενδεχομένως και αφελή) γοητεία που εκπέμπει η πρωταγωνίστρια Μαρία Σελ (το ίδιο είχαν πράξει μαζί της και προηγουμένως στην «Ταβέρνα» του Ρενέ Κλεμάν – απ’ την ομώνυμη νουβέλα του Ζολά) : γεγονός είναι πως η ίδια παραμένει απόλυτα ταιριαστή με την εποχή, συμβαδίζει απίστευτα με το ρόλο και η επιλογή της είναι άψογη. Μοιάζει αγία (μα συγχρόνως κουβαλά κι έναν υπαινιγμό γήινου πάθους) – υπάρχει μια σκηνή που συγκλονίζει : εκεί που προσφέρει τον εαυτό της πάνω στο κρεβάτι του άντρα της σαν θυσία σε βωμό, εκλιπαρώντας τον ουσιαστικά με τα μάτια να την αγαπήσει (να της κάνει έρωτα) όπως ποτέ άλλοτε ως τότε (θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αποτελεί το ακριβώς αντίθετο μιας Έμμα Μποβαρύ). Το μόνο σφάλμα της ότι είναι άψογη, αψεγάδιαστη («άμεμπτη» την αποκαλεί εκείνος) κι έτσι δεν προκαλεί το ενδιαφέρον του τελευταίου, ο οποίος αγαπά μόνο το κυνήγι. Αλλά κι ο Κριστιάν Μαρκάν (φρέσκος απ’ το «Κι ο Θεός έπλασε τη Γυναίκα» του Βαντίμ) είναι εξαιρετικός : περιφέρεται διαρκώς σαν πληγωμένη αρκούδα, πότε με μια λάμπα γκαζιού στο χέρι και πότε με ένα κυνηγόσκυλο στο κατόπι του.

Ένα εξαιρετικό, αλησμόνητο μουσικό σκορ (του Ρομάν Βλαντ), εντυπωσιακή σκηνογραφία (ιδίως στα εξωτερικά πλάνα) και μια επαναστατική φωτογραφία (του Κλωντ Ρενουάρ, όπως προείπαμε) που συνδυάζει το φυσικό, ιμπρεσιονιστικό φως με το καθηλωτικό τοπίο της Νορμανδίας (ούτε για τον συνονόματό του Ζαν Ρενουάρ, του οποίου έχει υπάρξει διευθυντής φωτογραφίας, δεν έκανε τόσο καλή δουλειά). Όσο για τον ίδιο τον Αστρύκ, τούτος δυστυχώς θα ξέπεφτε στη συνέχεια σε διασκευές του Έντγκαρ Άλαν Πόε για την τηλεόραση και θα επέστρεφε στα θεωρητικά του συγγράμματα, λες και «Η Ζωή μιας Γυναίκας» δεν υπήρξε παρά το υπέροχο εκείνο διάλλειμα που θα τον έχριζε μάστερ του ενός και μόνου αριστουργήματος! Προφανώς, από κει κι ύστερα, όπως λέει και η ηρωίδα του έργου σε κάποια στιγμή «… οι μέρες, απλά, συνέχισαν την πορεία τους»!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑