Reviews Walk On The Wild Side

21 Ιανουαρίου 2018 |

0

Walk On The Wild Side

Σκηνοθεσία : Έντουαρντ Ντμίτρικ

Με τους : Λώρενς Χάρβεϋ, Καπισίν, Τζέιν Φόντα, Μπάρμπαρα Στάνγουϊκ, Αν Μπάξτερ, Ρίτσαρντ Ραστ

Ελληνικός τίτλος : To σπίτι της αμαρτίας

Έτος παραγωγής : 1962

Χώρα παραγωγής : Η.Π.Α

Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ είχε πει κάποτε πως «το καλύτερο πράγμα που ένας συγγραφέας θα μπορούσε να κάνει σε σχέση με τις ταινίες, είναι να οδηγήσει μέχρι την Καλιφόρνια, να πετάξει ένα σενάριο πάνω απ’ την πύλη ενός στούντιο, να γραπώσει το παραδάκι και να εξαφανιστεί το συντομότερο«. Τις παλιές, κακές μέρες, το σύστημα των στούντιο θεωρούσε πως ο κόσμος των αναγνωστών και εκείνος των θεατών δεν διασταυρώνονταν πουθενά. Έτσι, αντιμετώπιζε τις νουβέλες – τα δικαιώματα των οποίων αγόραζε για να γυριστούν ταινία – αναλόγως.

Τρανταχτό παράδειγμα, ο Νέλσον Όλγκρεν : ένας καταξιωμένος κάποτε συγγραφέας, τα βιβλία του οποίου δεινοπάθησαν στη μεγάλη οθόνη. Εκδιώχθηκε από το σετ της κινηματογραφικής μεταφοράς της νουβέλας του «Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Χέρι«, αφού έπεσαν κεφάλια με το σκηνοθέτη Ότο Πρέμινγκερ, που διέθετε τη φήμη ανθρώπου που «συνέθλιβε ψυχές» (χαρακτηριστική, κραυγαλέα περίπτωση η Ντόροθι Ντάντριτζ). Το αποτέλεσμα ήταν μια ταινία που ναι μεν θεωρήθηκε κλασική, ωστόσο διέθετε ελάχιστα κοινά με το μυθιστόρημα που την ενέπνευσε. Ο Όλγκρεν ορκίστηκε πως δεν θα ασχολιόταν ποτέ ξανά με το Χόλυγουντ!

Παρόλα αυτά δεν δίστασε να πάρει τα λεφτά και να την …κάνει (που λένε), στην περίπτωση της μεταφοράς της νουβέλας Walk On The Wild Side. Το σίγουρο είναι πως έχουν υπάρξει χειρότερες κινηματογραφικές μεταφορές από αυτήν. Άλλωστε το σχεδόν παρεκβατικό, διολισθαίνον και συμβολικό ύφος της πρόζας του βιβλίου, είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό στη δραματοποίηση. Εν τούτοις, το φιλμ δεν κάνει παρά ελάχιστα για να αναδείξει την σκοτεινή γοητεία του τελευταίου. Η δράση εκτυλίσσεται στη δεκαετία του ’30 και ακολουθεί τον Νταβ Λίνκχορν (Λώρενς Χάρβεϊ) – ένα χωριατόπαιδο απ’ το Τέξας – σε ένα εφιαλτικό, πρωτόγνωρο ταξίδι καθόδου στον άθλιο υπόκοσμο της Νέας Ορλεάνης. Όπως συμβαίνει με όλα τα έργα του συγγραφέα, το story εστιάζει στους ποταπότερους των ποταπών, αντιστέκεται ωστόσο στα φτωχά αλλά καθαρά κλισέ. Προϊόν της Μεγάλης Ύφεσης και ο ίδιος, απηχεί την ταξική συνειδησιακή οργή ενός Στάϊνμπεκ, χωρίς τον διδακτισμό του τελευταίου.

Το σενάριο των Τζον Φάντε (του υπέροχου Ρώτα τον Άνεμο) και Έντουϊν Μόρρις (με την uncredited συνδρομή του Μπεν Χεκτ), περιορίζει αρκετά την ασυνάρτητη, σχεδόν άνευ πλοκής αφήγηση της νουβέλας : Ο Νταβ μεταμορφώνεται σε άνθρωπο με Αποστολή : ταξιδεύει στη Νέα Ορλεάνη για να ξαναβρεί την αληθινή του αγάπη, την καλλιτέχνιδα Χάλι (Καπισίν). Καθοδόν θα διασταυρωθεί με τις δολοπλοκίες και τις παγαποντιές της αλήτισσας πιτσιρίκας Κίτυ Τουίστ (Τζέϊν Φόντα), που θα τον βοηθήσει να φτάσει στον προορισμό του.

Εν τω μεταξύ, η Χάλι βαλτώνει σε ένα αριστοκρατικό πορνείο της πόλης με το όνομα Κουκλόσπιτο (Doll House), που διευθύνεται από την σιδηρά και ανέκφραστη Μαντάμ Τζο (Μπάρμπαρα Στάνγουϊκ). Οι δύο εραστές επανασυνδέονται εν τέλει, αν και η Χάλι ραγίζει την καρδιά του Νταβ όταν αυτός μαθαίνει τι κάνει για να βγάζει το ψωμί της. Ορκίζεται να την πάρει μακριά απ’ αυτή τη ζωή, ωστόσο η διεύθυνση του πορνείου είναι απρόθυμη να της το επιτρέψει και θα εμπλέξει την Κίτυ σε ένα σχέδιο εκβιασμού του Νταβ, προκειμένου ο τελευταίος να εγκαταλείψει την Χάλι για πάντα. Το φιλμ ολοκληρώνεται μέσα σε μία σκυθρωπή νότα, ασυνήθιστη και ατυπική για την εποχή του, καθησυχάζοντας ωστόσο τον θεατή πως όλοι οι ένοχοι θα τιμωρηθούν κατάλληλα!

Ο Έντουαρντ Ντμίτρικ κάνει εξαιρετική χρήση του σκηνικού της Γαλλικής Συνοικίας της Νέας Ορλεάνης, με τις «βυζαντινού» τύπου σιδηροφράξεις, τα σκιώδη φουαγιέ και τις αρχιτεκτονικά ιδιόρρυθμες αυλές και βεράντες. Το φιλμ, ωστόσο, διαθέτει ουσιαστικά προβλήματα : ελάχιστο από το γκρίζο, παρακμιακό και ρυπαρό κλίμα της νουβέλας του Όλγκρεν έχει μεταφερθεί στο τελικό αποτέλεσμα. Το αστραφτερό Κουκλόσπιτο διαθέτει τζαζ μπάντα και πλήρως εξοπλισμένο μπαρ για την εξυπηρέτηση των πελατών του, ενώ το μεγαλύτερο πρόβλημα των καλοντυμένων εργαζομένων του μοιάζει να είναι το πως θα αποκρούσουν την πλήξη. Πλήρης αντίθεση με τα χαμόσπιτα που πλημμυρίζουν τη νουβέλα του Όλγκρεν και την κατάβαση (σχεδόν καταβύθιση) σε έναν κόσμο άγριων νταβατζήδων, ντροπιασμένων φετιχιστών και θλιμμένων κοριτσιών που μοιάζουν να ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή περισσότερο από συνήθεια, παρά από διακαή πόθο!

Παρόμοια προβληματική είναι και η προσέγγιση των σεναριογράφων στο μοραλιστικό σύμπαν του συγγραφέα : ο Όλγκρεν δεν καταδικάζει τις πόρνες και τους απατεώνες του – κρατάει την περιφρόνησή του για τους Άρχοντες της Πόλης που παρασύρουν τους φτωχούς κι απελπισμένους με τα δολώματά τους, επωφελούμενοι και κερδοσκοπώντας από την δυστυχία των τελευταίων. Το φιλμ, αντιθέτως, είναι γεμάτο από τις αντιφάσεις και τα αντικρουόμενα μέτρα και σταθμά της εποχής Αϊζενχάουερ γύρω από τα σεξουαλικά ήθη.

Έχοντας απολέσει οριστικά την αθωότητά του, ο Νταβ είναι ένας σταυροφόρος που τελικά αποφασίζει να συγχωρέσει τη γυναίκα που αγαπά γι αυτό που εκείνη κάνει. Ο λόγος του αναβλύζει βιβλικές κοινοτοπίες περί πίστεως και αγάπης, την ίδια ώρα που ο θεατής παρακολουθεί και το σιωπηρό, υπαινικτικό του ειδύλλιο με την Τερασίνα (Αν Μπάξτερ), την μεξικανή ιδιοκτήτρια καφέ που θα τον αφήσει να μείνει μαζί της, όσο εκείνος αναζητά την Χάλι. Η ερμηνεία της τελευταίας παραπαίει στο χείλος της στερεοτυπίας, χαρακτηριστική μιας εποχής όπου ήταν ακόμα αποδεκτό οι λευκοί ηθοποιοί να ερμηνεύουν ρόλους διαφορετικής φυλετικής προέλευσης.

Η Χάλι της Καπισίν διαθέτει τη φινέτσα και την ευρωπαϊκή αύρα που κουβαλά η ίδια η ηθοποιός, μοιάζει όμως να μην την απασχολεί κι ιδιαίτερα το αν θα δραπετεύσει ή όχι από την αμαρτωλή ζωή που κάνει. Δεν υπάρχει ίχνος χημείας ανάμεσα σε κείνη και τον Χάρβεϊ, ο οποίος – με τη σειρά του – δεν κουβαλά παρά ελάχιστη από την πυρετώδη ένταση που μας χάρισε στον Άνθρωπο της Μαντζουρίας. Οι μόνες σπίθες που ανάβει το φιλμ, είναι εκείνες που ξεπηδούν από την περίεργα ομοερωτική σύγκρουση πνευμάτων ανάμεσα στην Καπισίν και την τσατσά Στάνγουϊκ, η οποία ερμηνεύει μια στυγνή, υπολογιστική φιγούρα που μοιάζει να ξεπηδά απ’ το πιο παλιό ντουλάπι του σελιλόϊντ : εκείνο που φιλοξενεί τις Λεσβίες Σκύλες.

Σε ένα φιλμ που διατείνεται πως πραγματεύεται την Άγρια Πλευρά της ζωής, η Κίτυ της Τζέϊν Φόντα (στον τρίτο μόλις ρόλο της καριέρας της) είναι ο μοναδικός χαρακτήρας που διαθέτει – έστω και ελάχιστα – ίχνη κτηνώδους λαγνείας. Ο τρόπος που η τελευταία επιχειρεί να μπει στα παντελόνια του Νταβ κι – ακόμα χειρότερα – ο τρόπος που θα τον προδώσει όταν δεν θα το κατορθώσει, είναι η στιγμή που το φιλμ πλησιάζει πιο κοντά από ποτέ στο Όραμα του Όλγκρεν, αυτό ενός κόσμου όπου οι άνθρωποι προσπαθούν με νύχια και με δόντια όχι να προχωρήσουν προς τα πάνω, αλλά απλά να κρατηθούν μακριά από τον πάτο.

Το να μεταφέρει κανείς το συγκεκριμένο βιβλίο πιστά στην οθόνη εν έτει 1962, εποχή που ο Κώδικας Χέηζ βρισκόταν ακόμη στα ντουζένια του και σε πλήρη ισχύ, φαντάζει εξωπραγματικό. Ωστόσο, αυτό που χάνεται στη μεταφορά από τις σελίδες στο πανί δεν είναι τόσο η ζωντανή αναπαράσταση της φτώχειας και της ζωής στα πορνεία, όσο η ματιά και η άποψη του συγγραφέα για τους ανθρώπους που κατοικούν στο συγκεκριμένο σύμπαν. Το φιλμ μετατρέπει ένα βιβλίο που συνειδητά και επιμελώς αποφεύγει την ηθικολογία σε κινηματογραφικά τετριμμένη δημηγορία κατά των έκπτωτων γυναικών. Και το τελευταίο δεν θα ήταν τόσο ενοχλητικό, αν το φιλμ δεν έδειχνε ξεκάθαρα πως θέλει ΚΑΙ τα δύο : να δελεάσει δηλαδή τον θεατή υποσχόμενο γεύση και (κρυφές) ματιές από τη ζωή στους οίκους ανοχής, την ίδια ώρα που … κουνάει το δάχτυλο σε κάτι που, τελικά, ούτε καν τολμά να δείξει!

Κι έτσι, με τον δικό του διαστρεβλωμένο τρόπο, το Walk on the Wild Side απεικονίζει την Ολγκρενική Νέα Ορλεάνη της εποχής της Μεγάλης Ύφεσης – που τόσο μοιάζει με το Χόλυγουντ που εξαπάτησε και πίκρανε τον ίδιο – σαν έναν κόσμο όπου… «οι πάντες προσπαθούν να βγάλουν ένα έντιμο δολάριο με απατεωνίστικο τρόπο«!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑