Reviews Katalin Varga

3 Δεκεμβρίου 2017 |

0

Katalin Varga

Σκηνοθεσία : Πήτερ Στρίκλαντ

Με τους : Χίλντα Πέτερ, Νόρμπερτ Τάνκο, Τίμπορ Πάλφυ

Ελληνικός τίτλος : Η εκδίκηση της Καταλίν Βάργκα

Διάρκεια : 82’

Έτος παραγωγής : 2009

Χώρα Παραγωγής : Ρουμανία, Ηνωμένο Βασίλειο

Ο Πήτερ Στρίκλαντ (Berberian Sound Studio, Ο δούκας της Βουργουνδίας) υπήρξε (πραγματική) αποκάλυψη πριν μια δεκαετία περίπου στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Βρετανός (με ελληνικές ρίζες, παρακαλώ), γεμάτος αυτοπεποίθηση, με ωριμότητα και πλήρη έλεγχο των εκφραστικών του μέσων, σχεδόν ολοκληρωμένος (με το καλημέρα) δημιουργός, που μοιάζει να ξεπήδησε από το πουθενά. Ένας (επίδοξος) auteur που κατόρθωσε να παραδώσει ένα τολμηρό και άρτιο (μεγάλου μήκους) σκηνοθετικό ντεμπούτο, έξω από τα σύνορα της χώρας του και (εντελώς) εκτός κυκλώματος συμπαραγωγών, κρατικών επιχορηγήσεων ή διεθνών χρηματοδοτήσεων.

Καταβάλλοντας ηρωική προσπάθεια (και με πολύτιμο αρωγό μια αναπάντεχη – αν και φτωχή, για τέτοιο εγχείρημα – κληρονομιά από έναν θείο του), ο σκηνοθέτης αναρριχήθηκε το δύσβατο και γεμάτο παγίδες μονοπάτι της ανεξάρτητης παραγωγής, χωρίς να λάβει σχεδόν ούτε πεντάρα από το Βρετανικό Κέντρο Κινηματογράφου. Άραγε το τελευταίο να αισθάνεται (ενδεχομένως) τύψεις ή περηφάνια για έναν Βρετανό σκηνοθέτη που υπήρξε από το πρώτο του κιόλας φιλμ ανεξάρτητος, με την κυριολεκτική έννοια του όρου;

Η ταινία του Στρίκλαντ είναι μια αργόσυρτη, επιβλητική και υποβλητική – σχεδόν ντοστογιεφσκική – ιστορία εκδίκησης (πρώτα το έγκλημα, μετά η τιμωρία), τοποθετημένη στα μεθυστικά, καρτ-ποσταλικά τοπία της ρουμάνικης υπαίθρου και των Καρπαθίων. Πολλοί πιστεύουν ότι το φιλμ γυρίστηκε σε ουγγρικό έδαφος. Στην πραγματικότητα έχει κινηματογραφηθεί στην καρδιά της ρουμάνικης γης και ειδικότερα στην περιοχή Székely της Τρανσυλβανίας. Το γεγονός πως πολλοί κάτοικοι της συγκεκριμένης περιοχής είναι ουγγρικής καταγωγής, συχνά δημιουργεί σύγχυση. Φιλμ φτιαγμένο από (σπάνια) υλικά προορισμένα να σε ταξιδέψουν μακριά, με τρόπο ονειρικό, σαν να πέφτεις σε παρατεταμένη «νάρκη». Που δεν αμελεί διόλου τον στόχο, αφού – εκτός όλων των άλλων – αφηγηματικά (και εν μέσω θαυμαστής οικονομίας) κορυφώνεται με πληρότητα. Σ’ αυτό συμβάλλει και η (κατά διαστήματα) υπόγεια ένταση, που το καθιστά ένα (περίπου) θολό νουάρ, με στοιχεία μεταφυσικής.

Η ηρωίδα Καταλίν Βάργκα (Χίλντα Πέτερ), ζει σε ένα απομακρυσμένο χωριό με τον μικρό της γιο. Με την έναρξη του φιλμ, την συναντάμε σε κατάσταση απελπισίας. Ο άντρας της έχει ανακαλύψει το …μυστικό της! Κυριευμένος από (πικρή) αγανάκτηση, την αποκαλεί …πόρνη και την διατάζει να εγκαταλείψει το χωριό μαζί με το παιδί. Η Καταλίν και ο δεκάχρονος Ορμπάν (Νόρμπερτ Τάνκο) ξεκινούν το μακρύ, μοναχικό τους ταξίδι πάνω σε ξύλινο κάρο που σέρνει ένα άλογο. Η αναχώρησή τους προσδίδει στο κάδρο μελαγχολία όμοια σχεδόν με εκείνη που ξεπηδά από τις σελίδες του Τόμας Χάρντυ όταν ο τελευταίος περιγράφει ανάλογα σκηνικά στην αγγλική ύπαιθρο, κινηματογραφημένη με μακρινές λήψεις καθώς οι δύο φιγούρες διασχίζουν ατέλειωτους λόφους και χωράφια που μοιάζουν να στέκουν (εκστατικά) βουβά και απαράλλαχτα στο πέρασμα των αιώνων.

Σε ένα τέτοιο σκηνικό, μόνο τα κινητά τηλέφωνα αποτελούν ένδειξη ότι η ιστορία λαμβάνει χώρα στο σήμερα. Η ηρωίδα ρωτάει δύο έφηβες, σε κάποια στάση της διαδρομής, για το πως θα κατευθυνθεί σε κάποιο χωριό που ονομάζεται Jadzereda. Αφού τις ευχαριστήσει για τις οδηγίες, η μια από αυτές αποκρίνεται χλευαστικά : «Ποτέ μην ευχαριστείς κάποιον που σε …οδηγεί στην Jadzereda». Ίσως και να πρόκειται για διαδρομή που οδηγεί κατευθείαν στην Κόλαση! Αργότερα, διανυκτερεύοντας σε ένα άθλιο βουστάσιο, η Καταλίν εξηγεί στο μικρό της γιό την αιτία της μελαγχολίας της : «Μου λείπει ο άντρας μου, αυτό είναι όλο». Η απάντηση αφήνει τον μικρό Ορμπάν περισσότερο μπερδεμένο από ποτέ : «Εννοείς τον …μπαμπά, έτσι δεν είναι; Γιατί δεν τον αποκάλεσες …μπαμπά;».

Η ηρωίδα νιώθει – μετά την αποκάλυψη του μυστικού της – την ανάγκη να σφραγίσει οριστικά (πλέον) τις εκκρεμότητες του παρελθόντος. Πόσο εύκολα άραγε μπαίνει τέλος όταν (απλά) το αποφασίσει κάποιος ή με τον τρόπο που ο ίδιος το επιθυμεί; Καθώς η Καταλίν ταξιδεύει στο τραχύ περιβάλλον μιας αφιλόξενης ενδοχώρας και στις μικρές, αναχρονιστικές του κοινωνίες, διασταυρώνεται αρχικά με έναν δυσάρεστο τύπο ονόματι Γκέργκελι (Ρομπέρτο Τζιακομέλο) και εν συνεχεία με έναν τελείως διαφορετικό άντρα, τον Άνταλ (Τίμπορ Πάλφυ). Η ίδια τους γνωρίζει πολύ καλά, αυτοί ωστόσο δεν φαίνεται να έχουν παρά μονάχα μια αμυδρή ανάμνηση από εκείνη.

Η συνάντηση μαζί τους μετατρέπει το φιλμ σε ταινία «καταδίωξης», στην οποία η ηρωίδα είναι συγχρόνως και κυνηγός και θήραμα. Όταν μάνα και γιος καταλήξουν να φιλοξενηθούν από τον Άνταλ και τη γλυκιά σύζυγό του Ετέλκα (Μελίντα Κάντορ), ένα ζευγάρι από το οποίο λείπει μονάχα ένα παιδί για να ολοκληρώσει τον – κατά τα άλλα – ευτυχισμένο γάμο του, η περίεργη και ψυχρή ένταση που υποβόσκει μέχρι τότε στο φιλμ πυροδοτεί ένα κρεσέντο απροσδόκητων εξελίξεων. Σε μια παράξενη (όσο και γοητευτική) σκηνή, στην οποία η ηρωίδα κάνει βαρκάδα μαζί με τους οικοδεσπότες της (και μέσα από έναν εξαιρετικό μονόλογο, στα όρια του παραληρήματος ή και της παραίσθησης), η Καταλίν ανακαλεί στη μνήμη της τα – προ δεκαετίας – τραγικά συμβάντα που εκτυλίχθηκαν κάπου εκεί κοντά.

Εκτός από τις (προφανείς) λογοτεχνικές του επιρροές, ο σκηνοθέτης μοιάζει να αντλεί στοιχεία από το σφιχτό και αυστηρό κινηματογραφικό σύμπαν του Μπέλα Ταρ (οι ταινίες του οποίου κινούνται με αργούς ρυθμούς, όμως – όλως περιέργως – διαθέτουν πλοκή που παραπέμπει σε θρίλερ ή νουάρ). Σε αντίθεση πάντως με την τάση για ακαδημαϊκή έπαρση που μαστίζει το σινεμά του τελευταίου, ο αφηγηματικός ιστός του βρετανού δημιουργού είναι αρκούντως συνεκτικός και οι χαρακτήρες του ανθρώπινοι, απολύτως ικανοί να προσφέρουν στον θεατή ένα αυθόρμητο χαμόγελο η ένα αβίαστο δάκρυ. Η ερμηνεία της Πέτερ δεν διαθέτει την παραμικρή στερεοτυπία κατατονικής ή ανέκφραστης φιγούρας, απ’ αυτές που κινδυνεύει κανείς να συναντήσει σε ένα επιτηδευμένα στιλιστικό, αρτίστικο κατασκεύασμα.

Μπορεί να είναι ταυτόχρονα ξεριζωμένη άστεγη και καταπονημένη πρόσφυγας, εξοστρακισμένη σύζυγος και πικραμένη μάνα (εκδιωγμένη απ’ τον ουτοπικό της παράδεισο), vengeance lady και ξελογιάστρα… και το πρόσωπό της να αλλάζει δραστικά σε κάθε τέτοια κατάσταση ή μεταμόρφωση, όπως εκείνο ενός θύματος κακοποίησης που υποφέρει από ανάλογη διαταραχή προσωπικότητας! Μια ιστορία που θα ήταν πιο πιθανό να συμβεί σε ένα αστικό κέντρο παρά στην ύπαιθρο, στα κρύα πεζοδρόμια και κάτω από τις φωτεινές επιγραφές μιας μεγαλούπολης κι όχι στους δασώδεις λόφους, πίσω από χρυσά ηλιοβασιλέματα. Ένα φιλμ που λάμπει από το ίδιο του το «μέσα», κι αυτό το «μέσα» δεν είναι άλλο από το φοβερό μυστικό που κουβαλάει.

Εάν κάποιος περιμένει η ματιά του σκηνοθέτη να εκδηλωθεί μέσα από το παιχνίδι με τις (φαινομενικές) συμβάσεις μιας ταινίας εκδίκησης, θα απογοητευτεί. Ο Στρίκλαντ μας επιτρέπει από (πολύ) νωρίς να αντιληφθούμε τι λογής φιλμ θέλει να κάνει και η κάμερά του κατοικεί για μεγάλο διάστημα στις ιδιαίτερες στιγμές που το προσδιορίζουν, ενδιαφέρεται όμως λιγότερο γι’ αυτό καθαυτό το είδος και περισσότερο για όσα το τελευταίο μπορεί να παράξει, για την ικανότητά του να κατασκευάζει (κινηματογραφικά) αρχέτυπα μέσω των οποίων εξερευνάται – σε εξαίρετη και αριστοτεχνικά συμπυκνωμένη μορφή – ο τρόπος με τον οποίο τα ανθρώπινα όντα κατοικούν τον κόσμο τούτο και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.

Αποκαλύπτοντάς μας (σχεδόν) εξαρχής τον τρόπο που θα κινηθεί αφηγηματικά, το Katalin Varga μας προ(σ)καλεί να (ανα)σκάψουμε προσηλωμένα στους φυσικούς και ψυχολογικούς χώρους που κινούνται οι χαρακτήρες του και να αναρωτηθούμε μετ’ επιτάσεως για ζητήματα όπως το κίνητρο (και η ικανοποίηση του ενστίκτου), το τραύμα, η αμαρτία, η ενοχή, η ύβρις, η εξιλέωση, η συγχώρεση, το αίτιο και το αιτιατό (διλήμματα υπαρξιακής, ηθικής και θεολογικής φύσεως), με τρόπο που μια παιχνιδιάρικη ή μια ευθέως ρεαλιστική εκδοχή της ίδιας ιστορίας δεν θα επέτρεπαν. Δεν έχουμε να κάνουμε με μελοδραματικό ρεαλισμό, αλλά με ένα ψυχόδραμα που διαθέτει αποχρώσεις από τον κόσμο του φανταστικού και του μεταφυσικού. Κάποιος θα μπορούσε να πει πως διαθέτει δάνεια από το σύμπαν του Ταρκόφσκι ή (και) του Ντέιβιντ Λιντς.

Έξοχη χρήση του φωτός και των σκιάσεων, (αγόγγυστα) επινοητική κάμερα και μια (εντέχνως) απόκοσμη ηχητική μπάντα που συνδυάζει την μουσική τονικότητα με ατέρμονες σιωπές και ατμοσφαιρικούς ήχους από το περιβάλλον (πουλιά και άλλα πλάσματα, διάφοροι φυσικοί ήχοι κλπ). Εικαστικά, η πλαστικότητα των πλάνων (σχεδόν) παραπέμπει στο βουκολικό σύμπαν της (αγροτικής) Ουγγαρίας που αποτυπώνει ο φακός του Μικλός Γιαντσό στον «Κόκκινο Ψαλμό» (1972). Όλα τα παραπάνω ενισχύονται και με τη χρήση ρουμάνικων και ουγγρικών παραδοσιακών τραγουδιών που – σκοπίμως – είναι σύντομη (ακολουθώντας το παράδειγμα του Μπρεσόν, κατά τον Στρίκλαντ), έτσι ώστε να μην αποσπάται η προσοχή του θεατή από τη συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων, που ναι μεν δίνεται υπογείως, παραμένει εν τούτοις ιδιαιτέρως τεταμένη!

Μέσα απ’ τον μαεστρικό, (αφοπλιστικά) ληθαργικό του βηματισμό, το φιλμ ξεδιπλώνει την διαχρονική τραγικότητα μελαγχολικού παραμυθιού ή φολκλορικής ιστορίας (κάτι σαν αχνό μοιρολόι) όπου η βία γεννά περισσότερη βία και, ως συνήθως, σπέρνει στο δρόμο της αθώα και παράπλευρα θύματα. Το εντυπωσιακό είναι πως ο σκηνοθέτης κατασκευάζει και συντηρεί αυτή την σκοτεινή ατμόσφαιρα με μια ασύλληπτη σε ομορφιά (και αρτιότητα) εικονογραφία. Δεν είναι, ωστόσο, ο μόνος που ακτινοβολεί με την δουλειά του. Η (επίσης πρωτοεμφανιζόμενη) πρωταγωνίστριά του σκύβει με υποδειγματική αφοσίωση πάνω από τον «εξολοθρευτή – άγγελο» που υποδύεται.

Κι αν το φιλμ παραπέμπει πιότερο σε art-house εκδοχή της μπεργκμανικής «Πηγής των Παρθένων» και λιγότερο (ή καθόλου) σε σοφιστικέ βερσιόν του (exploitative) «Last House On The Left», σε κάθε περίπτωση αυτό που επιτυγχάνει είναι να διηγείται εξίσου ικανά και αποτελεσματικά τόσο την μεγάλη, όσο και την μικρή ιστορία του : την μεγάλη, που αγκαλιάζει την προαιώνια φύση, την αρχέγονη κουλτούρα και την αναπόδραστη μοίρα υπό το βάρος των οποίων οι άνθρωποι ζουν γενεές επί γενεών και την μικρή, εκείνη μιας νέας γυναίκας που θα ανακαλύψει πως καμία (οδυνηρή) λύτρωση δεν επέρχεται δίχως βαρύ κόστος…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑