12 Monkeys

Σκηνοθεσία: Τέρι Γκίλιαμ

Παίζουν: Μπρους Γουίλις, Μάντλιν Στόου, Μπραντ Πιτ

Διάρκεια: 130′

Η ανθρωπότητα, ή τέλος πάντων ό,τι έχει απομείνει από αυτήν, έχει βρει καταφύγιο στα έγκατα της Γης, φτιάχνοντας μια υπόγεια κοινωνία σαλεμένων επιζώντων. Στην επιφάνεια του πλανήτη κουμάντο πλέον κάνουν τα ζώα, καθότι ένας φονικός ιός αποδεκάτισε το ανθρώπινο είδος με αστραπιαίες διαδικασίες, πριν κάποιες δεκαετίες. Στο φουτουριστικό παρόν, ένα σύμπαν από καλώδια, μεταλλικούς ήχους, επιστήμονες που φέρνουν σε διαβολικούς masterminds και «εθελοντές» που εξαναγκάζονται να πειθαρχούν σε διαταγές, η ελπίδα για επιστροφή στον άνω κόσμο βασίζεται πλέον στο παρελθόν. Όχι ως ταξίδι στον χρόνο που θα αναχαιτίσει τη συμφορά προτού καν συμβεί, αλλά ως αποστολή συλλογής πληροφοριών που ίσως ανοίξει τον δρόμο για ένα αντίδοτο για όσους έχουν γλυτώσει.

Οι 12 Πίθηκοι βάζουν, λοιπόν, από την πρώτη κιόλας στιγμή μια δόση ντετερμινισμού και τελεολογίας στη δυστοπική ιστορία που ξεδιπλώνουν. Όσα έχουν γραφτεί στο τεφτέρι του χρόνου, απ’ ό,τι φαίνεται, δύσκολα μπορούν να ξεγραφτούν μονοκονδυλιά. Αυτό που όμως μπορεί να αλλάξει -και αξίζει όλο τον αγώνα του κόσμου- είναι η δική μας αλληλεπίδραση με βιώματά μας, η δική μας ερμηνεία των πραγμάτων (κι εμείς και η ταινία θα επανέλθουμε αργότερα σε αυτό). Εντέλει, ίσως αυτό που εννοούμε όταν αναφέρουμε πως θα θέλαμε τα πάντα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά, εντοπίζεται σε αυτή ακριβώς τη λαχτάρα: να αλλάξουμε εμείς και όχι τα όσα μας έχουν συμβεί, να καμαρώσουμε τον εαυτό μας να συμπεριφέρεται διαφορετικά στην ίδια δεδομένη κατάσταση.

Ο Τέρι Γκίλιαμ, παρέα με τον σεναριογράφο Ντέιβιντ Πιπλς (που έχει χαρίσει τα σενάρια αριστουργημάτων όπως το Blade Runner και το The Unforgiven του Κλιντ Ίστγουντ) ενδύουν την ταινία, από την πρώτη κιόλας στιγμή, με μια απολαυστική αίσθηση αντιστροφής της συνηθισμένης sci-fi πατέντας: το παρόν (ακόμη και το παρελθόν, όπως θα δούμε) δεν είναι διόλου πιο ρόδινο και φωτεινό από το ζοφερό μέλλον της ήδη συντελεσμένης καταστροφής. Φέρνοντας έντονα στο νου το Brazil (1985), ο Γκίλιαμ φτιάχνει ένα «τώρα» που στάζει, ζέχνει και ζει σε μόνιμο καθεστώς πανικού και παράνοιας, χωρίς να υπάρχει κάποιος εμφανής λόγος ανησυχίας.

Στο 1990 και στο 1996 του 12 Monkeys, οι επίσημες δομές μοιάζουν με φυλακές, οι προύχοντες ζουν σε απομονωμένες επαύλεις, ενώ η κοινωνία μοιάζει αμετάκλητα χωρισμένη σε δύο επίπεδα. Ο υπόγειος κόσμος των άστεγων, των απόκληρων και των λησμονημένων, δεν είναι κάποιο αποκύημα της μελλοντολογικής φαντασίας, αλλά ένα οργουελικό σύμπτωμα του σήμερα.

Ευρυγώνιοι φακοί, παραμορφωτικές γωνίες λήψης -κι όπως πάντα ένα πέπλο αριστοκρατικής τρέλας, λες και οι ιππότες της εποχής μας μένουν σε καταγώγια και γκρέμια- ντύνουν την παραβολή του Γκίλιαμ, μεταδίδοντας την αίσθηση πως η λογική είναι παρείσακτη σε αυτό το μυστήριο. Γεγονός που πιστοποιείται και από την επιστήμονα Δρ. Κάθριν Ράιλι (μα πόσο απότομα χάθηκε από το προσκήνιο η Μάντλιν Στόου), η οποία αναρωτιέται αν κάποιες φορές η τυφλή πίστη στη ρασιοναλιστική εκδοχή των γεγονότων καταλήγει να αποκτά μεταφυσικά χροιά, πριονίζοντας τα δικά της πόδια.

Ένα από τα κυριότερα ατού της ταινίας είναι ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται και αξιοποιεί το εύρημα του χωροχρονικού παράδοξου. Όλα ξεκινούν, ευφυώς και προσεγμένα, όταν ο πράκτορας-χρονοταξιδιώτης δεν προσγειώνεται με τη μία στον επιθυμητό προορισμό, αλλά έξι χρόνια νωρίτερα. Κι αυτή η μικρή απόκλιση είναι που του επιτρέπει να αυτονομηθεί και να αποκτήσει προσωπική βούληση και μια αίσθηση σκοπού, για πρώτη φορά στη ζωή του, πετυχαίνοντας μια ρωγμή σε ένα τείχος προκαθορισμού.

Ο Κόουλ του Μπρους Γουίλις (ίσως η καλύτερη στιγμή της καριέρας του) προσγειώνεται σε έναν κόσμο ξένο, σαν εξωγήινο εκτόπλασμα, βουτηγμένος σε αμνιακό υγρό από σάλια, μύξες, μεμβράνες, ιδρώτα και δάκρυα. Σταδιακά, όμως, σπάει τα δεσμά της αποστολής του και αποκτά ικανότητα αυτενέργειας και αυτοπροσδιορισμού, αντλώντας δύναμη από ένα πανίσχυρο όπλο: την προσωπική ανάμνηση που γεννά λαχτάρα και προσμονή.

Ο Κόουλ σκαρώνει μια συμπληρωματική εσοχή παρελθόντος (τo 1990) που σιγοτρώει και αλλοιώνει τον τρόπο με τον οποίο βιώνει και αντιλαμβάνεται το κυρίως ειπείν παρελθόν (1996), στο οποίο έχει τηλεμεταφερθεί. Ο Κόουλ επί της ουσίας κατορθώνει να γραπώσει το παρόν και να αποκτήσει ελπίδα για το μέλλον, βουτώντας στο παρελθόν. Την ίδια στιγμή, όμως, μια επαναλαμβανόμενη εικόνα, ένα παιδικό βλέμμα που ανασύρεται από τα βάθη του μυαλού, δημιουργεί την αίσθηση πως το τέλος και η αρχή ενώνονται στο ίδιο κορμί.

Σε μια καταπληκτική σκηνή κινηματογραφικού φόρου τιμής, το κυνηγημένο ζευγάρι τρυπώνει σε ένα σινεμά προκειμένου να κρυφτεί από τους διώκτες του, αλλά και να (no surprise there) μεταμφιεστεί. Στη σκοτεινή αίθουσα, ένα απόμερο άβατο θαρρείς από το Κακό που καιροφυλακτεί εκεί έξω, στην οθόνη παρελαύνει το μεγαλοπρεπές Vertigo του Άλφρεντ Χίτσκοκ (διόλου τυχαία η Μάντλιν Στόου φοράει μια περούκα στα χρώματα της Kιμ Νόβακ, ενώ και ο έρωτας του ζευγαριού μοιάζει με αντεστραμμένο είδωλο του έρωτα στο Vertigo: η Δρ. Ράιλι ερωτεύεται έναν άνδρα που στην ουσία υπάρχει μονάχα στη σφαίρα του παράλογου και του ανέφικτου).

O Κόουλ θυμάται να έχει παρακολουθήσει την ταινία, αλλά βλέποντάς την ξανά, ανακαλύπτει νέες πτυχές, νύξεις και ερμηνείες που του ήταν μέχρι τότε άγνωστες. Έξω από την αίθουσα, υπό τους ήχους του ίδιου soundtrack, το ζευγάρι δίνει αληθινή (;) υπόσταση στη σκηνή που παρακολούθησε στην αίθουσα. Αν το καλοσκεφτούμε, σε ένα πανέξυπνο παιχνίδισμα, ο Κόουλ επαναλαμβάνει στο παρελθόν το μοιραίο λάθος που έμαθε στο μέλλον. Και ξάφνου, το τέλος μοιάζει η αρχή των πάντων και το αντίστροφο. Το μόνο που μεσολάβησε; Μια μικρή και μάταια παράκαμψη. Εκεί όπου ο άνθρωπος πίστεψε μάταια πως έχει ξεφύγει από το δρεπάνι του χρόνου.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑