Reviews Μαζί ποτέ (Head-On)

12 Οκτωβρίου 2020 |

0

Μαζί ποτέ (Head-On)

Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν

Παίζουν: Μπιρόλ Ουνέλ, Σιμπέλ Κεκιλί

Διάρκεια: 121′

O Tζάιτ, ένας σαραντάρης Τούρκος μετανάστης που ζει από τα παιδικά του χρόνια στο Αμβούργο, είναι ένα σαραβαλιασμένο ερείπιο που ορισμένες στιγμές θυμίζει αμυδρά άνθρωπο. Μονίμως ισοπεδωμένος από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, με σπίτι-αχούρι που μοιάζει με δωμάτιο ξενοδοχείου σε περιοδεία των Rolling Stones στα 70s, o Tζάιτ έχει κυριευτεί από μανία αυτοκαταστροφής και χαμού.

Βιώνοντας έναν μονίμως ανολοκλήρωτο θρήνο για τον χαμό της γυναίκας του, και έχοντας προ πολλού τσαλαπατήσει κάθε υπόνοια αυτοσεβασμού και αξιοπρέπειας, πνίγεται κάθε μέρα από λίγο. Και μια νύχτα ολοκληρωτικού ξεπεσμού, αφήνει το πόδι από το φρένο κυριολεκτικά, προσμένοντας σε μια εύκολη λύτρωση.

Η μοίρα δεν θα του κάνει το χατήρι και θα βρεθεί έγκλειστος σε μια ψυχιατρική κλινική, παραδομένος περισσότερο από ποτέ στην αυτολύπηση. Εκεί, θα τρακάρει εκ νέου, αυτή τη φορά με τη Σιμπέλ, μια νεαρή εικοσάρα Τουρκάλα, που αποπειράθηκε να κόψει τις φλέβες της. Η Σιμπέλ ζει σε ένα σπιτικό που μοιάζει με ψυχικό μπουντρούμι, εγκλωβισμένη στα συντηρητικά ήθη μιας οικογένειας που ζει σε έναν κατά φαντασίαν κόσμο ψυχαναγκαστικής αρετής και ευπρέπειας. Ακόμη και το γεγονός ότι η μονάκριβη κόρη κόντεψε να χάσει τη ζωή της δεν αντιμετωπίζεται ως μια παρολίγον τραγωδία, αλλά ως μια πηγή ατελείωτης ντροπής και κηλιδωμένης τιμής.

Η Σίμπελ λαχταρά να καταπιεί τη ζωή και να ξεκοκαλίσει τα νιάτα της, ψάχνοντας απεγνωσμένα οποιαδήποτε διαθέσιμη διέξοδο. Όσο ανορθόδοξη, παρανοϊκή ή εξωπραγματική κι αν φαίνεται σε κάποιον έξω από τον χορό. Ο Τζάιτ και η Σιμπέλ, δυο καρυδότσουφλα της ζωής, θα βρεθούν παντρεμένοι σε έναν λευκό γάμο (απείρου κάλους οι γαμήλιες σκηνές) σε ένα από τα πιο ξεκούρδιστα και θεοπάλαβα προξενιά που έχουμε δει ποτέ στο σινεμά.

Ο Φατίχ Ακίν φτιάχνει μια ταινία με διαβολεμένο κέφι και εκστατικό ρυθμό, με δύο πρωταγωνιστές που τρυπώνουν κάτω από το δέρμα σου και σου γδέρνουν την καρδιά. Ο Τζάιτ και η Σιμπέλ δεν είναι οι καταραμένοι αντιήρωες που έχεις συνηθίσει, είναι δύο χειροβομβίδες πάθους που σκάνε συνεχώς στα χέρια σου.

Το Head On (2004), που κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στην Μπερλινάλε, δαγκώνει τη ζωή από τον λαιμό, σαν ένας συνεχής κλαυσίγελως που το παίζει δίπορτο ανάμεσα στη συντριβή και στην ευτυχία, στο τρανταχτό γέλιο και στον βουβό σπαραγμό. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Ακίν προσανατολιζόταν αρχικά προς την κατεύθυνση της ξεκάθαρης κωμωδίας, στην πορεία όμως υπέκυψε στην πρωτόλεια και σαρωτική ορμή της ιστορίας του.

Πράγματι, το πρώτο σκέλος της ταινίας, όσο ακόμη οι πρωταγωνιστές βρίσκονται στο Αμβούργο, βρίθει από στιγμές όχι απλώς αστείες, αλλά ενίοτε απολύτως ξεκαρδιστικές. Με κορυφή στη λίστα, φυσικά, την αδιανόητη σεκάνς της γνωριμίας του Τζάιτ (παρέα με τον κολλητό του, ο οποίος παριστάνει τον θείο του) με τη hard-core συντηρητική οικογένεια της Σιμπέλ. Ο Ακίν, αντλώντας έμπνευση από τα δικά του βιώματα, αποτυπώνει το ψυχικό, συναισθηματικό και κοινωνικό αδιέξοδο μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων που βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα μεταιχμιακό κόσμο.

Οι Τούρκοι μετανάστες στη Γερμανία υπερβαίνουν το πρώτο επίπεδο μιας απλής εθνολογικής-κοινωνικής υποκατηγορίας του συνολικού πληθυσμού, αποτελώντας στην στην ουσία μια άτυπη χώρα εντός της χώρας. Συγκροτούν έναν κόσμο γοητευτικό και απωθητικό την ίδια ακριβώς στιγμή, έναν κόσμο που ανά στιγμές μοιάζει πλήρως αφομοιωμένος. Άλλοτε, όμως, θυμίζει μια ξέμπαρκη νησίδα σε εξορία, που ακολουθεί τους δικούς άγραφους, άκαμπτους και κατά βάθος νοθευμένους (όπως φανερώνει ο διάλογος του Τζάιτ με τους φίλους του κουνιάδου του) κανόνες.

Ο Ακίν, μεγαλωμένος στην πολυεθνική, πολύχρωμη, θορυβώδη κοινότητα του Ζανκτ Παουλί στο Αμβούργο, γραπώνει όχι απλώς τον παλμό του δρόμου, αλλά και τον εσωτερικό χτύπο μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων που παγιδεύονται σε ένα δίλημμα που δεν διαφέρει πολύ από Συμπληγάδες. Όσοι λαχταρούν να απαλλαγούν από τα αναχρονιστικά και καταπιεστικά έθιμα της καταγωγής τους, είναι αναγκασμένοι να αποκοπούν με τρόπο βίαιο και αφύσικο από ό,τι ορίζει την ταυτότητά τους, βιώνοντας εκ των πραγμάτων έναν ιδιότυπο ακρωτηριασμό.

Αντιστοίχως, όσοι αδυνατούν ή δεν αποτολμούν να ενσωματωθούν και να αφήσουν την αγκαλιά της οικειότητας, καταλήγουν να αναπαράγουν έθιμα και στερεότυπα που μοιάζουν με μακρινούς αντίλαλους ενός ξένου κόσμου. Εν ολίγοις, περισσότερο συμμορφώνονται σε μια αταβιστική επιταγή, παρά μένουν πιστοί σε μια συνειδητή επιλογή.

Πάνω απ’ όλα, όμως, το Gegen Die Wand είναι μια ιστορία παραληρηματικής αγάπης. Μιας αγάπης που μοιάζει βγαλμένη από κάποιο εγχειρίδιο έρωτα, το οποίο έχει αποτινάξει κάθε προβοκατόρικο κυνισμό, αλλά και κάθε περιττό μελοδραματισμό. Στο πλαίσιο της αρχικής τους συμφωνίας, ο Τζάιτ και η Σιμπέλ είναι δύο συγκάτοικοι σχεδόν κατά κυριολεξία στην τρέλα, που ανέχονται ο ένας τα ξεσπάσματα και τα απωθημένα του άλλου, αλλά έρχονται κάθε μέρα πιο κοντά, έστω και για λίγα χιλιοστά, χωρίς να αφήνουν τα κορμιά τους να ενωθούν.

Κι όσο περνά ο καιρός το διαμέρισμά τους, που έχει πλέον εξανθρωπιστεί χάρη στη Σιμπέλ, φωτίζεται με πιο ζεστά και φιλόξενα χρώματα. Κι όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, στην πιο ανύποπτη και αντι-φαντασμαγορική στιγμή, θα ακουστεί η λέξη «αγάπη» με τον πιο υπαινικτικό και βαθιά συγκινητικό τρόπο. Η αγάπη του Τζάιτ και της Σιμπέλ σφυρηλατείται πάνω στη στροφή μιας άγριας κατηφόρας, στην κεκτημένη αίσθηση ότι ωφελούν ο ένας τον άλλο ακόμη και με τρόπους ανεπαίσθητους και ασύνειδους, στη φωτιά της ζήλιας και της απαγορευμένης επιθυμίας που θολώνουν το μυαλό.

Ο Φατίχ Ακίν φτιάχνει μια ταινία που ακούγεται σαν κραυγή και σαν ψίθυρος, μια ταινία που είναι αμαρτία από τον θεό να μην συνοδεύεται από πολλά ντεσιμπέλ. Διόλου τυχαία, η ταινία διαθέτει τρεις διαφορετικές μουσικές υποκρούσεις, η καθεμία από τις οποίες έχει το δικό της σημασιολογικό φορτίο. Οι πανκ και ροκ ραψωδίες προαναγγέλλουν τα ξεσπάσματα λαγνείας, (όχι μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών, αλλά ως αποτύπωση ενός πάθους που φλέγεται, αλλά εκδηλώνεται αλλού), ελευθερίας, αλλά και καταβύθισης στην κόλαση.

Οι ανατολίτικες παραπονιάρικες μελωδίες σιγοψήνουν την οικειότητα και το δέσιμο, ενώ η εμβόλιμη αναγγελία κάθε υπο-ενότητας από τη μουσική κομπανία με θέα τον Βόσπορο λειτουργεί σε διπλό ταμπλό. Αφενός προοικονομεί την παλιννόστηση, αφετέρου μεταδίδει την αίσθηση μιας αρχαίας ραψωδίας σε συνέχειες: η ιστορία αυτή είναι παλιά όσο και ο χρόνος, ζει και πεθαίνει όσο ζουν και πεθαίνουν άνθρωποι.

Οι Sisters of Mercy και το Temple of Love, σε μία από τις πιο όμορφες σκηνές ανόθευτης αδρεναλίνης που θυμόμαστε, έχουν ήδη ανακοινώσει το επιμύθιο. In the temple of love you hide together / Believing pain and fear outside / But someone near you rides the weather / And the tears he cried will rain on walls / As wide as lovers eyes.

Ο έρωτας είναι θάνατος, ψυχικός, πνευματικός, βιολογικός, ο έρωτας είναι γυμνά πόδια σε γυαλιά. Κι ο αδικοχαμένος Birol Ünel, με τις ουλές και το πύρινο βλέμμα, τα μεθύσια και τα βρισίδια, τα αίματα και κλάματα, είναι η ζωντανή ενσάρκωση της καψούρας. Η επιστροφή στη γενέθλια γη, που λαμβάνει μια χροιά αλληγορική, θα επιφέρει τη λύτρωση, αλλά θα πυροδοτήσει και την πιο αδυσώπητη συντριβή. Ο Τζάιτ και η Σιμπέλ δεν γίνεται να έρθουν πιο κοντά. Είναι τόσο κοντά, που θα είναι μαζί μέχρι το ποτέ.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑