Reviews Ευδοκία

27 Νοεμβρίου 2018 |

0

Ευδοκία

Η πορεία μοιάζει αντίστροφη σε σχέση με πέντε χρόνια νωρίτερα. Μια άγαρμπη και αδέξια παλιννόστηση, σε ένα κόσμο αγκυροβολημένο στα ασφυκτικά του πλαίσια, στο εδώ και το τώρα μιας αγχωμένης δύσπνοιας. Το καταληκτικό πλάνο του Μέχρι το πλοίο σμίλευε τα βουνά που εξαϋλώνονταν μέσα στη νέα «Πατρίδα» που σάλπαρε για το άγνωστο, ενώ στην Ευδοκία, η εναρκτήρια σκηνή μας συστήνει ένα βάλτο από τον οποίο δεν υπάρχει διαφυγή.

Το ελληνικό φως του Δαμιανού και πάλι παρόν, κατακαίει και τα χλωρά μαζί με τα ξερά, δεν αφήνει σπιθαμή να ανασάνει. Τσουρουφλά βασανιστικά τους απροστάτευτους ανθρώπους, είναι το δομικό υλικό των φτωχικών σπιτιών, της ατέρμονης προσμονής, των σισύφειων μύθων, της ύβρεως που καιροφυλακτεί σε κάθε γωνιά, που καψαλίζει τα σωθικά των ταραγμένων ψυχών.

Ο χρωματικός καμβάς στην Ευδοκία λαμβάνει δύο μορφές: μιας ελαιογραφίας που βυθίζει τους ήρωές της σε ένα σύμπαν δειλινών και σουρουπωμένων αποχρώσεων και μιας θρησκευτικής τοιχογραφίας που εξυψώνει τους δύο πρωταγωνιστές στο πάνθεον του μάρτυρα, σε απαλό λυκόφως αυγής, που προσφέρει σποραδικές στιγμές περιπαικτικής λύτρωσης.

Το πανοραμικό πλάνο της εισαγωγής προσγειώνεται εν τέλει στο πρόσωπο της Ευδοκίας, της χαρίζει το μυστικό χρίσμα ενός αόρατου αφηγητή. Η Ευδοκία κουβαλά μέσα της την πιο αρχέτυπη και ζωογόνο δύναμη, τη διάψευση και το τσάκισμα των ελπίδων. Είναι επιφορτισμένη με το ετυμολογικό βάρος του ονόματός της, με τη μάταιη προσμονή, με τη θεϊκή ευμένεια που καγχάζει ειρωνικά καθώς ξεδιπλώνει μια δύσβατη μοίρα. Στον κόσμο, όμως, του Δαμιανού, που συγγενεύει άρρητα και οντολογικά με αυτόν της αρχαίας τραγωδίας, οι χρησμοί εμπαίζουν, κατατροπώνουν, παραπλανούν. Προειδοποιούν ύπουλα και για μια αντίθετη κατεύθυνση που λοξοδρομεί ακόμη πιο γρήγορα προς τη συντριβή.

Η Πόρνη και ο Λοχίας είναι τα νόθα τέκνα του Οιδίποδα, της Αντιγόνης, του Ορέστη και της Ηλέκτρας. Γύρω τους χορεύουν Ερινύες, Βάκχες, Σάτυροι και Μάντεις, που έχουν όμως μεταμφιεστεί και σουλατσάρουν κρυμμένοι, αθέατοι. Ενσωματωμένοι σε αυτό το σκηνικό απόλυτης ανυδρίας και ξεραΐλας, σε αυτό το τσιμεντένιο δάσος από παραπήγματα, μπετά, μπάζα, γκρέμια, χαλίκια, φτωχόσπιτα. Σε αυτό τον τόπο, το μίσος θρέφεται σιγά σιγά και επιβιώνει σαν σκουριά που δεν λέει με τίποτα να διαλυθεί.

Ο Έρωτας, τούτη τη φορά, ορθώνει το ανάστημά του πιο στεντόρεια και θαλερά, εξασφαλίζοντας μια ένα γκρέμισμα με ολόγιομο κρότο και πάταγο, σε μια μάχη διττή. Από τη μια, δυο σώματα που παλεύουν μεταξύ τους, παλεύουν να αγγίξουν τη διαβολική αγαλλίαση του διονυσιακού πάθους. Από την άλλη, δυο σώματα που ουρλιάζουν για βοήθεια μέσα στη σιωπή και την απουσία. Κραυγές βοώντων εν έρημω, σε μια χωματερή μικροπρέπειας και μιζέριας. Ο Έρωτας είναι μάχη μέχρι εσχάτων, είναι η απόλυτη κορύφωση ενός δράματος χωρίς ανακούφιση. Οι δρόμοι της Πόρνης και του Λοχία έχουν διασταυρωθεί όχι για να ξεμπλέξουν από τον βούρκο, αλλά για να επισφραγίσουν την κοινή τους μοίρα. Το συναπάντημα δύο λουλουδιών που φύτρωσαν πλάι πλάι μέσα στη λάσπη.

Σε αυτό τον χορό των καταραμένων, που καλούνται να σύρουν ένα ζεϊμπέκικο του θανάτου, η παντοκρατορία του λόγου της ομιλίας διαλύεται μια για πάντα. Οι δύο απόκληροι, που βγήκαν παγανιά για μια τελευταία γυροβολιά, ενώνονται και διαλύονται μέσα από τα βλέμματα, τα γραπώματα και το παραλήρημα. Ανακαλύπτουν τον κοινό τους τόπο μέσα από το θαμμένο και κατακτημένο βασίλειο του ά-λογου, το οποίο εκδηλώνεται είτε ως άρνηση της γλώσσας (κραυγές, γέλια, βρυχηθμοί, σιωπές) είτε ως άρνηση της καθεστηκυίας συμπεριφοράς (ένας παράλογος γάμος, ένας ντελιριακός χορός, ένα χτύπημα μπότας, μια απελπισμένη κατάποση γυαλιών). Ο Δαμιανός φτιάχνει και πάλι μια κρυφή εσοχή, μια κουφάλα στον χώρο και τον χρόνο, όπου μπορούν να φωλιάσουν -έστω και οι προσωρινά- οι ευλογημένοι τρελοί.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑