Α Woman Under the Influence

Σκηνοθεσία: Τζον Κασσαβέτης

Παίζουν: Τζίνα Ρόουλαντς, Πίτερ Φολκ

Διάρκεια: 155’

Οι ταινίες του Τζον Κασσαβέτης δίνουν πάντα την εντύπωση πως διαδραματίζονται σε μία in media res συνθήκη. Κι εμείς, ως θεατές, απλώς ρίχνουμε κλεφτές ματιές σε ένα έργο που εκτυλίσσεται ακατάπαυστα και χωρίς διάλειμμα. Σαν να υπάρχει μια κουρτίνα δίπλα μας, την οποία παραμερίζουμε και βυθιζόμαστε σε μια παράσταση που δεν ενοχλείται καθόλου από την παρουσία μας.

Ακόμη κι όταν επιλέξουμε να αποχωρήσουμε, τα πάντα θα συνεχιστούν με τον ίδιο ακανόνιστο, συγκεχυμένο, αντιφατικό τρόπο και ρυθμό. Όπως ακριβώς η ίδια η ζωή, δηλαδή. Οι ταινίες του Κασσαβέτης, εξάλλου, γνώριζαν πώς να σε βυθίζουν στον αναβρασμό και την ταραχή της ζωής. Γι’ αυτό και δεν είχαν την παραμικρή ανάγκη ή πρεμούρα να φανούν αυθόρμητες ή «φυσικές»: ούτως ή άλλως, απλώς συνέβαιναν και αυτό ήταν πέρα για πέρα αρκετό.

H Μέιμπελ (Τζίνα Ρόουλαντς), σύζυγος του οικοδόμου Νικ (Πίτερ Φολκ) και μητέρα τριών παιδιών, δεν βαστά καλά στα πόδια της και το μυαλό της λοξοκοιτάζει προς την εύκολο διέξοδο, τον πειρασμό της τρέλας. Η Μέιμπελ βρίσκεται σε διαρκή πόλεμο με τον εαυτό της και το πεδίο μάχης δεν είναι άλλο από το σπιτικό της.

Η συζυγική ευτυχία είναι το ναρκοπέδιο και η μητρότητα είναι τα χαρακώματα, χωρίς αυτό να συνεπάγεται πως δεν αγαπά τον σύζυγο ή τα παιδιά της -το κάθε άλλο, μάλιστα. Σε αυτή την οικογενειακή εστία, έχει εξαφανιστεί προ πολλού η οποιαδήποτε υπόνοια ιδιωτικότητας. Το σπίτι είναι ένα κέντρο διερχομένων, μονίμως μποτιλιαρισμένο και πολύβουο από φίλους, γνωστούς, συγγενείς, συναδέλφους, περαστικούς. Κάθε μέρα που περνά, η Μέιμπελ χάνει κι ένα ακόμη κομμάτι από την ψυχική της υγεία. 

Στις σποραδικές στιγμές νηνεμίας του ανδρόγυνου, μπορείς να αφουγκραστείς τις απαρχές του έρωτα, σχεδόν στην ατόφια τους μορφή. Αυτή ηρεμία όμως είναι πάντα μια μικρή παύση πριν την καταιγίδα. Η Μέιμπελ ουρλιάζει και ωρύεται να κάνουν άπαντες ησυχία, χωρίς να αντιλαμβάνεται πως η ίδια είναι ένας κινούμενος θόρυβος. Αναζητεί μάταιη ηρεμία στο αλκοόλ, τον καπνό και τα χάπια, επινοεί διαλόγους με αόρατους συνομιλητές, γουρλώνει τα μάτια λες και αντίκρισε φαντάσματα να περπατάνε στους διαδρόμους.

Κατά βάθος, πάσχει από την ανίατη ασθένεια της υπερπροσπάθειας: παλεύει με μανία να γίνει αρεστή, να επιτελέσει το καθήκον της, να κάνει τους άλλους χαρούμενους, να πείσει τον εαυτό της πως η ευτυχία δεν είναι μια φενάκη του μυαλού. Ακόμη και οι προτροπές προς τα παιδιά της, αντί να αναλώνονται σε νουθεσίες για κοσμιότητα και καθωσπρέπει συμπεριφορά, μοιάζουν περισσότερες με ιαχές που καλούν σε παιχνίδι, ποδοβολητό, λαχάνιασμα, τρέξιμο και χαρωπές φωνές, σαν μια στρεβλωμένη βερσιόν του μητρικού angst απέναντι στην αναγκαιότητα της παιδικής ευτυχίας.

Το A Woman Under the Influence (1974) έχει το τέμπο, το ύφος, το στιλ και την κατάστρωση ενός ατελείωτου και οιστριονικού αυτοσχεδιασμού, στην πραγματικότητα όμως είναι γραμμένο και προβαρισμένο στη νιοστή εκτός του κινηματογραφικού πλατό (αν τυχόν είχατε την παραμικρή αμφιβολία, απλώς αναλογιστείτε πως η μητέρα του Κασσαβέτης και η μητέρα της Ρόουλαντς υποδύονται τις δύο συμπεθέρες στην ταινία).

Υπό μία έννοια, μάλιστα, η συγκεκριμένη ταινία έρχεται να «κουμπώσει» με τις τρεις που είχαν προηγηθεί στην κασσαβετική φιλμογραφία, σχηματίζοντας μια άτυπη και χαλαρή τετραλογία: από τον γάμο που συνθλίβεται με κρότο και ασχήμια (Faces, 1968), περνάμε στην σπαρακτική και παλιμπαιδίστικη κατάρρευση της ανδρικής αυτοπεποίθησης (Husbands, 1970), από εκεί μεταφερόμαστε στην αισιόδοξη αναλαμπή της πρώτης ερωτικής σπίθας (Minnie and Moskowitz, 1971), για να καταλήξουμε στη γυναικεία κραυγή απόγνωσης (A Woman Under the Influence, 1974).

Αν ρίξουμε μια προσεκτικότερη ματιά, πάντως, θα συναισθανθούμε πως η απορρύθμιση και ο αποπροσανατολισμός δεν είναι αποκλειστικό παθογενές προνόμιο της Μέιμπελ. Ενόσω η ίδια νοσηλεύεται, αντιλαμβανόμαστε σταδιακά πως και ο Νικ τρεκλίζει και παραφέρεται (ίσως και με πιο βλαπτικό τρόπο για τα παιδιά του σε σύγκριση με την «άρρωστη» Μέιμπελ), απλώς έχει φροντίσει να καμουφλάρει την ετοιμόρροπη κατάστασή του κάτω από ένα εύθραυστο προσωπείο αξιοπρεπούς αρρενωπότητας (και όχι machismo).

Όταν η Μέιμπελ πάρει εξιτήριο, θα αναλάβει εκ νέου τον αιώνια καπαρωμένο ρόλο της σε ένα παλκοσένικο καλοκουρδισμένης δυσλειτουργίας. Ενδέχεται να έχει θεραπευτεί, ολικώς ή μερικώς, δεν αποκλείεται μέχρι και να έχει χειροτερέψει: και μόνο η επιστροφή της, όμως, και μόνο η ανακατάληψη του συναισθηματικού χώρου που είχε μείνει κενός και ορφανός, είναι αρκετή για να προσφέρει κύματα ανακούφισης στους δικούς της ανθρώπους.

Στο παλλόμενο σύμπαν του Κασσαβέτης, ο μεγάλος καημός της ζωής εντοπίζεται στη βασανιστική της ιδιότητα να είναι συνεχόμενη, χωρίς διαλείμματα για ξεκούραση και ανάκτηση δυνάμεων. Οι κασσαβετικοί ήρωες τρέμουν όπως ο διάολος το λιβάνι τη βουβαμάρα και την περισυλλογή, θαρρείς και η στιγμιαία ακινησία είναι συνώνυμη ενός πρώιμου θανάτου.

Και όλες τους οι φωνές, οι χειρονομίες, οι γκριμάτσες και τα καμώματα δεν είναι τίποτα άλλο παρά κραυγές αγάπης και μοναξιάς που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Οι ήρωες αυτοί δεν είναι ιδιαίτερα ταλαντούχοι στο σπορ της αγάπης, γι’ αυτό και πασχίζουν να αναπληρώσουν μέσα από την εξαντλητική προπόνηση. Κανείς, πάντως, δεν μπορεί να τους κατηγορήσει ότι δεν προσπάθησαν.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑