Reviews Ας περιμένουν οι γυναίκες

12 Δεκεμβρίου 2018 |

0

Ας περιμένουν οι γυναίκες

1998, κινηματογράφος «Μακεδονικόν», στη Θεσσαλονίκη, απογευματινή προβολή, διακοπές Χριστουγέννων για τους μαθητές, δριμύ χειμωνιάτικο ψύχος έξω από την αίθουσα (αλλά κι εντός αυτής). Ο τότε 15χρονος υπογράφων και οι μετά βίας διψήφιοι θεατές στην αίθουσα δεν θα μπορούσαν με τίποτα να φανταστούν ότι η ταινία που παρακολουθούσαν θα μετατρεπόταν, μια εικοσαετία αργότερα, σε pop icon, cult σύμβολο κι άλλα παρόμοια βαρύγδουπα, τα οποία αρεσκόμαστε πλέον να παπαγαλίζουμε.

Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, άλλωστε, καθότι η συγκεκριμένη ταινία σατίριζε μια νοοτροπία, ένα συμπεριφορικό μοτίβο κι έναν τρόπο ζωής που εκείνη την εποχή δεν αποτελούσαν, ούτε κατά διάνοια, αντικείμενο (αυτό)σαρκασμού και παρώδησης. Διότι οι 3 βασικοί χαρακτήρες εκείνης της ταινίας μπορούσαν τότε να εκληφθούν μονάχα ως κωμικές καρικατούρες και όχι ως διογκωμένες σημαδούρες -με έστω οξυμένα χαρακτηριστικά- μιας ολόκληρης εποχής, ενός ολόκληρου modus vivendi και operandi.

Το Ας περιμένουν οι γυναίκες αποτελεί την αισθητική, εγκεφαλική, πνευματική και (συν)αισθηματική συνέχεια του Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε (1992) και σφραγίζει τη δεύτερη περίοδο στο έργο του Σταύρου Τσιώλη. Ο οποίος δεν έπεσε ως διάττων αστέρας στο ελληνικό σινεμά, αλλά είχε προλάβει να διαγράψει μια μακρά πορεία ως βοηθός σκηνοθέτη σε αμέτρητες ταινίες της Φίνος Φιλμς, ενώ οι πρώτες 4 ταινίες του -μεταξύ 1969 και 1971- κινούνταν μεταξύ φιλμ νουάρ και μελοδράματος. Μετά από 14ετή απουσία από το σινεμά, ο Τσιώλης επιστρέφει το 1985 και σταδιακά καλλιεργεί το ολότελα προσωπικό ύφος του, που εν τέλει αποκρυσταλλώνεται σε τελεσίδικη μορφή στο μαγευτικό Έρωτας στη χουρμαδιά (1990 – βλέπε φώτο αμέσως πιο κάτω).

Το 1998, ο Χρήστος Βακαλόπουλος, με τον οποίο ο Τσιώλης είχε συνεργαστεί τόσο στο σενάριο όσο και στη σκηνοθεσία στο Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε, μπορεί να μην βρίσκεται πια στη ζωή (έφυγε χτυπημένος από καρκίνο του πνεύμονα, το 1993, σε ηλικία μόλις 37 ετών), αλλά η περιπαικτική και διεισδυτική σαν κομπρεσέρ ειρωνεία του είναι πανταχού παρούσα. Εξάλλου, η αρχική σπίθα για το σενάριο της ταινίας είχε προκύψει από ένα ταξίδι του Τσιώλη με τον Βακαλόπουλο στην Καβάλα, με τον αρχικό τίτλο, που εν τέλει απορρίφθηκε, να είναι «Το ιστορικό συνέδριο της Βόλβης»…

Ο Τσιώλης κι ο Βακαλόπουλος είχαν εμπλακεί με πείσμα κι επιμονή στην αναζήτηση μιας «ελληνικότητας» στον κινηματογράφο, κατ’ αναλογία αντίστροφης φοράς προς τις ταινίες (…Μέχρι το πλοίο, Ευδοκία και Ηνίοχος, για όποιον θέλει να διαβάσει τις κριτικές, παρεμπιπτόντως) του Αλέξη Δαμιανού. Αντί να ψαχουλεύουν τις αρχέγονες δυνάμεις που έχουν σημάνει υποχώρηση και τα ταπεινωμένα ένστικτα που τελούν υπό καταστολή, αφουγκράζονται τους ψιθύρους της σιωπηρής μετάλλαξης. Ρεμβάζουν με γλυκύτητα απέναντι στις δυναστικές αλλά συνάμα απελευθερωτικές μικροπρέπειες, μετατρέποντας όλα τα ευτελή ανείπωτα σε παραληρηματικά ειπωμένα.

Οι τρεις μπατζανάκηδες είναι σχεδόν ελέω θεού προσκολλημένοι σε μια συντροφικότητα (που περιέχει, φυσικά, και ψήγματα ανταγωνισμού) και μια αδάμαστη οικειότητα, οι οποίες απορρέουν από ένα συγγενικό δεσμό (το ότι παντρεύτηκαν 3 αδερφές) πέρα για πέρα ενδεικτικό του αχανούς βεληνεκούς της ελληνικής οικογένειας. Και βρίσκονται ενώπιον του πιο τετριμμένου σύγχρονου ελληνικού ψυχαναγκασμού: των πατενταρισμένων καλοκαιρινών διακοπών.

Εκει, στον πατροπαράδοτο προορισμό, στην κόλαση της προβλέψιμης δραπέτευσης, με απαρτία σογιού και παρατρεχάμενων, σε μια υποτιθέμενη συνθήκη ξεσκάσματος που κουβαλά μέσα της όλη τη φθορά και τη ναφθαλίνη της καθημερινότητας. Το Ας περιμένουν οι γυναίκες σε προϊδεάζει ευθύς εξαρχής, μέσα από μια υπέροχη σκηνή τελετουργικής χαιρετούρας στα παλιά σιδεράδικα της Θεσσαλονίκης (που περνά λίγο στα ψιλά, λόγω του καταιγισμού ατάκας που έπεται), για την είσοδό του σε ένα καθεστώς φαντασιακής φυγής και προσωρινής αποκόλλησης από την πραγματικότητα και τα βαρίδιά της.

Οι τρεις ήρωες της ταινίας δεν αποφασίζουν ποτέ να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους και να διαγράψουν μονοκονδυλιά την άχαρη ζωή τους. Αντιθέτως, πράττουν αυτό που είναι στα μέτρα τους, αρπάζουν την ευκαιρία που είναι σε θέση να γραπώσουν. Αναβάλλουν το αναπόφευκτο, τυραννούν τον χρόνο, κάνουν κύκλους γύρω από αυτόν, παρακάμπτουν το προδιαγεγραμμένο. Ο καθένας από αυτούς συμβολίζει μια ξεχωριστή διακλάδωση τόσο του εξατομικευμένου (αλλά αγελαίου) όσο και του συλλογικού (αλλά ιδιωτεύοντος) ψυχισμού της εποχής.

Η αγκυροβολημένη ζοχάδα στα χείλη και στους σπασμούς του προσώπου, η αιώνια αίσθηση κατά φαντασίαν αδικίας και στέρησης μεγαλείων, o ανενδοίαστος φιλοτομαρισμός μικρής κλίμακας, η λαχτάρα για μια χλιδάτη ζωή που είναι σίγουρα κάπου στα πέριξ, αλλά ποτέ σε απόσταση βολής (Ζουγανέλης). Η ατολμία μπροστά σε όλους τους άγραφους νόμους και τις εθιμοτυπικές παραδόσεις, η προσκόλληση σε όποιο ισχυρό άρμα βρεθεί διαθέσιμο, η βολή της παραίτησης (Μπακιρτζής). Η ξύλινη γλώσσα που πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες, η λοβοτομημένη κομματική στράτευση, η ψευδαίσθηση μεγαλείου που πηγάζει από τον νεοπλουτισμό, η αυτάρεσκη αίσθηση υποτίμησης που κατά βάθος εδράζεται μόνο σε χρηματικά κριτήρια (Μπουλάς).

Μέσα σε όλα αυτά, η μόνη σχέση που δύναται να αναπτυχθεί με οτιδήποτε υποτίθεται πως εμπεριέχει ψήγματα σοβαρότητας, όπως η πολιτική, είναι ευκαιριακή, καρικατουρίστικη, φαρσοειδής. Η ενασχόληση με την πολιτική, στο σύγχρονο ελληνικό τοπίο του Τσιώλη, είναι αποτέλεσμα οικογενειακού αταβισμού, εξυπηρέτησης μικροσυμφερόντων, αποπλάνησης από μια βαρύγδουπη κι ακαταλαβίστικη ευγλωττία, εμμονής σε έναν οπαδικό φανατισμό. Στον αντίποδα, στο σύμπαν του Ας περιμένουν οι γυναίκες η μόνη εφήμερη λύτρωση είναι η πρόσκαιρη άφεση στον έρωτα, ο οποίος απεικονίζεται πάντοτε (είτε με λόγια είτε με εικόνες) ως κάτι το φευγαλέο, απόκοσμο και αλαφροΐσκιωτο, έξω από το ασφυκτικό πλαίσιο του καθιερωμένου χωροχρόνου.

Οι ήρωές μας διεκδικούν το ύστατο δικαίωμά τους, αυτό στην καψούρα και την ερωτική παραζάλη, το οποίο, όπως μας πληροφορεί και η διασημότερη ίσως ατάκα της ταινίας, αποτελεί αμάρτημα ασυγχώρητο. Μια παρέκκλιση καταδικαστέα από μια κοινωνία που δεν έχει κανένα πρόβλημα με την ερωτική εκδούλευση (της νεαρής τραγουδίστριας στον αφράτο κοτζαμπάση) αλλά εξεγείρεται όταν δύο σιτεμένοι κακομοίρηδες χάσουν τη γη κάτω από τα πόδια τους για ένα όμορφο κορίτσι. Κι όπως σε σχεδόν κάθε ταινία του Τσιώλη, αυτή η ονειρώδης λοξοδρόμηση, είτε με τη μορφή ενός θριάμβου ανδρικού γοήτρου είτε με αυτή του ατέρμονου παράπονου, εκφράζεται μέσα από το τραγούδι που στέκει πάνω από τους ανθρώπους, σαν μια αιωρούμενη πλάνη που κανακεύει τους καημούς.

Ο Τσιώλης πλάθει μια ταινία που εκπέμπει μια ακαταμάχητη εγγύτητα, σαν μια διήγηση που δεν θυμάσαι αν την εξιστόρησες ή αν την άκουσες, σαν μια ιστορία που προϋπήρχε και την οποία γνωρίζεις, χωρίς ποτέ να την έχεις βιώσει. Και συνετά και ώριμα, αποφεύγει να οικτίρει τους ήρωές του. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν πέφτει στην παγίδα να τους περιβάλλει με κάποια αδιαπραγμάτευτη λατρεία, απαλλαγμένη από τη λεπτή ειρωνεία.

Αυτό που τους επιφυλάσσει, εν τέλει, ως ύψιστο προνόμιο, είναι η συγκάλυψη της συνθηκολόγησης την οποία έχουν ήδη υπογράψει. Δεν θα δούμε ποτέ τους 3 μπατζανάκηδες να επιστρέφουν στη ρουτίνα, σε κανέναν, ούτε σε αυτούς ούτε σε εμάς, δεν θα άξιζε ένα τέτοιο λυπητερό τέλος. Αντ’ αυτού, μια τελευταία στάση, ένα τελευταίο «περίμενε». Για να φάνε ελαφρά. Για να κοιμηθούν 3 ώρες. Και μόλις πέσει ο ήλιος και δροσίσει, θα ξεκινήσουν για τις οικογένειές τους.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑