Κωνσταντίνος Σαμαράς («Τρεις αυγουλιέρες, παραλίγο τέσσερις»)

Ο  Κωνσταντίνος Σαμαράς διέπρεψε στο πρόσφατο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας. Η ταινία του, «Τρεις αυγουλιέρες, παραλίγο τέσσερις», κέρδισε τον Αργυρό Διόνυσο, ενώ ο ίδιος όρθωσε ανάστημα και άρθρωσε λόγο στην τελετή λήξης. Τόσο απέναντι στην Υφυπουργό Πολιτισμού, Άντζελα Γκερέκου, όσο και απέναντι στο μέλος του ΔΣ του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Γιάννη Γλέζο, υπενθυμίζοντας σε όλους μας τα αυτονόητα που δυστυχώς πάντα εννοούνται αλλά ποτέ δεν λέγονται. Ότι το ελληνικό κράτος είναι εχθρικό απέναντι στους Έλληνες σκηνοθέτες κι ότι το χρήμα δεν πρέπει ποτέ να φιμώνει.

«Τρεις αυγουλιέρες, παραλίγο τέσσερις»

Παίζουν: Νίκος Καραθάνος, Αλεξία Καλτσίκη, Νικόλας Χανακούλας, Αργύρης Μπακιρτζής, Χάρης Φραγκούλης

Διάρκεια: 25′

Βασισμένη σε διήγημα του Σωτήρη Δημητρίου

Ας ξεκινήσουμε με το συμβάν στην τελετή λήξης στη Δράμα. Για να θέσω όσο πιο απλά γίνεται, υποθέτω πως νιώθεις καλά με τον εαυτό σου και τη στάση που κράτησες και δικαίως, να προσθέσω εγώ. Αν θες, μου απαντάς.

Δεν έχω κανένα κόλλημα να σου απαντήσω σε κάτι τέτοιο. Στιγμιαία, αλλά κι εκ των υστέρων, η μεγαλύτερη ικανοποίηση έγκειται στο να μπορείς να πεις ό,τι κατεβάζει το κεφάλι σου. Βέβαια για να ολοκληρωθεί κάτι τέτοιο, έπρεπε μια επιτροπή να βραβεύσει δις την ταινία (σκηνογραφία, Αργυρός Διόνυσος), αφού σε διαφορετική περίπτωση ένας παλαιοκομματικός τραμπουκισμός θα έμενε, έστω και συμβολικά, αναπάντητος. Όμως η τύχη δε μπορεί παρά να επικρατεί περιστασιακά έναντι της ωμής βίας.

Συγκρίνοντας την τωρινή ταινία σου με την προηγούμενη («Τα ήσυχα βράδια»), παρατηρώ μια διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά το διαλογικό σκέλος και τις ερμηνείες. Θα ήθελα ένα σχόλιο.

Νομίζω πως υπάρχει μόνο ένα κοινό: η απέχθεια προς τον νατουραλισμό και την αληθοφάνεια. Αλλά εξήγησέ μου πώς το εννοείς.

Στην προηγούμενη ταινία, ένιωθα πως βασιζόσουν περισσότερο στο τι θα πουν και πώς θα το πουν οι ηθοποιοί, ενώ εδώ το τι έλεγαν και το πώς το έλεγαν εντασσόταν πιο ολοκληρωμένα στο σύμπαν της ταινίας. Όσον αφορά το αισθητικό σκέλος, ενώ βυθίστηκα στις συμμετρίες, στα χρώματα και στη κάδρα της προηγούμενης, σε αυτή ένιωθα πως αναπνέω ευκολότερα.

Έχει μεσολαβήσει μια πορεία σίγουρα μεταξύ των δύο ταινιών. Οπότε να σου εξελίξω και το πιο αφοριστικό περί απέχθειας προς το νατουραλισμό και την αληθοφάνεια. Σιχαίνομαι το σινεμά που παριστάνει πως η κάμερα είναι στημένη σε μια γωνία και παρατηρεί την αδιαμεσολάβητη πραγματικότητα, λες και ακόμα και στην πραγματικότητα την ίδια υπάρχει έστω κι ένας που να είναι αδιαμεσολάβητα ο εαυτός του όταν ένα ζευγάρι μάτια είναι στραμμένο πάνω του. Οπότε το «θέατρο», με την έννοια που το χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα, εμένα μου είναι εξαιρετικά αρεστό αφού είναι απολύτως ανθρώπινο. Δε θέλω από κάποιον να είναι ο «εαυτός του», αλλά να παίξει έναν ρόλο με φαντασία, στιλ και γενναιοδωρία. Αυτό λοιπόν είναι το κοινό σημείο ανάμεσα στην προηγούμενη ταινία « Τα ήσυχα βράδια» και στην τωρινή – μια θεατρικότητα, που όμως δε μπορείς να την συναντήσεις στο θέατρο. Από κει και πέρα, νομίζω ότι «Τα ήσυχα βράδια» είχαν κάτι πιο οριακό, πιο επιθετικό στο γονίδιό τους – και το λέω αυτό χωρίς ίχνος ναρκισσισμού. Νομίζω ότι μέχρι τις «Αυγουλιέρες» μεσολάβησε ένα άνοιγμα, μια συμφιλίωση, κάτι τέτοιο.

Ένα ξεχωριστό σχόλιο και για την επιλογή του Νίκου Καραθάνου, θα ήθελα.

Η επιλογή του Καραθάνου προήλθε από αυτή τη στροφή προς ένα θέαμα που αποδέχεται τις λαϊκές ρίζες του, όπου κι αν θέλουν να φτάσουν τα κλαδιά του. Η «Γκόλφω» του ήταν ό,τι συγκλονιστικότερο έχω δει στο θέατρο, και λίγο αργότερα κατάφερε να επαναλάβει τον θρίαμβο με το «Δεκαήμερο». Παρόλο που κινηματογραφικά ήταν άπειρος, ο Καραθάνος έφερε στην ταινία έναν ολόκληρο κόσμο ευαισθησίας και αγάπης για τις αδιόρατες λεπτομέρειες. Μετά την πρώτη προβολή, κάποιος μου είπε: «Την ερμηνεία του Καραθάνου, την εκτιμάς απόλυτα μόνο στη μεγάλη οθόνη» και αυτό ουσιαστικά το θεωρώ το καλύτερο εγκώμιο.

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το ρεπεράζ της ταινίας. Το σπίτι και το λόμπι του ξενοδοχείου ήταν σαν να πρωταγωνιστούν κι αυτά.

Λατρεύω το ρεπεράζ τόσο πολύ, που δεν μου είναι και τόσο δύσκολο να σταματήσω μόνο όταν έχω βρει ό,τι καλύτερο. Ο χώρος δεν είναι φόντο, αλλά ο απολύτως μοναδικός κόσμος της κάθε ταινίας. Δεν υπάρχει καμία καλή ταινία στην οποία οι χώροι να μην είναι πρωταγωνιστές, έτσι δεν είναι; Από τον Οφύλς και τον Ρεναί, μέχρι τον Καουρισμάκι και τον Ρόι Άντερσον.

Πολλοί είπαν πως  η ταινία σου είναι «γαλλική», εγώ την χαρακτήρισα «Παναγιωτοπουλική». Είναι τελικά κούφια λόγια όσων δεν κάνουν ταινίες το να ψάχνουν τις «αναφορές» σε κάθε ταινία;

Μπα, όλοι έχουμε ανάγκη να ταξιθετούμε τις σκέψεις μας. Αν με ενοχλεί κάτι, είναι η αοριστία των όρων που δεν επεξηγούνται. Το κρυφτό πίσω από γενικότητες. Ας μην αραδιάζουμε επίθετα, αλλά στοιχεία. Η γλώσσα πρέπει να είναι ικανή να εκφράσει αυτό που ένιωσες.

Ας το εξηγήσω λοιπόν. Λέγοντας ότι η ταινία είναι «παναγιωτοπουλική», νιώθω ότι γραπώνει πολύ από αυτό το περιεκτικό τίποτα που είναι η ζωή, πως δεν έχει την ανάγκη να πει ότι ζωή είναι το τάδε ή το δείνα αλλά ότι είναι τίποτα κι αυτό αρκεί. Επίσης, η ταινία φέρεται καλά κ όμορφα στον χρόνο. Τόσο στον real δικό της χρόνο όσο και στον χρόνο στον οποίο παραπέμπει.

Αν δεν πιστεύεις σε θεούς και δαίμονες, η ζωή είναι προφανώς μια ανοησία, μια πολύβουη ασυναρτησία. Ο Παναγιωτόπουλος πράγματι είναι από τους ελάχιστους που κοιτάζουν το α-νόητο κατάματα, αρνούμενοι τα δήθεν υψηλά νοήματα και τις δήθεν ευγενείς προθέσεις. Αν με αυτήν την έννοια η ταινία μου είναι «παναγιωτοπουλική», κανένα πρόβλημα. Ίσα-ίσα, νιώθω κολακευμένος από την παρατήρηση. Όσο για τον χρόνο και την αποτύπωσή του, είναι μια μεγάλη κουβέντα που τελικά προσπαθεί να αποτυπώσει διαισθητικά κριτήρια μέσα από τεχνικά φίλτρα. Κρατάω πάντως το βασικό δόγμα του μεγάλου Μπουνιουέλ: το θέμα είναι να μην βαριέται ποτέ ο θεατής.

Και να μην κατουριέται, όπως είπε ο Χίτσκοκ. («Η χρονική διάρκεια μιας ταινίας δεν μπορεί να ξεπερνάει την αντοχή της ουροδόχου κύστης του ανθρώπου».) Ζόρικο να παρακολουθήσεις κάτι με προσοχή αν σφίγγεσαι.

Γι αυτό κι έθεσε τον κανόνα της τέλειας διάρκειας μιας ταινίας, που είναι 90κάτι, άντε 100 λεπτά! Έχω μεγάλη κατανόηση και συμπάθεια προς όσους κατουριούνται συχνά, σε σημείο που καμιά φορά να συγχωρώ ακόμα και τα κερδοσκοπικά διαλείμματα των προβολών.

Πιστεύεις ότι μετά τη βράβευση, θα είναι ίσως πιο εύκολο να υλοποιήσεις τα επόμενα πλάνα σου;

Είμαστε 30 χρονών, άρα οι δυνάμεις και οι φιλοδοξίες μας βρίσκονται στα ντουζένια τους. Προσωπικά δεν βλέπω την ώρα να ξεκινήσω την προετοιμασία της μεγάλου μήκους ταινίας μου, αλλά το να πιστεύω ότι θα βοηθηθώ από ένα βραβείο στη Δράμα. είναι σα να απειλώ με ένα φωτόσπαθο τους φασίστες της γειτονιάς.

Μιλώντας για φιλοδοξίες και μεγάλου μήκους ταινίες, πες μας για το επόμενο πλάνο σου.

Είναι μια μεταφορά του μυθιστορήματος του Μπαλζάκ «Το μαγικό δέρμα» (La peau de chagrin) στη σύγχρονη Αθήνα. Όσο γυρίζαμε τις Αυγουλιέρες, η παραγωγός μου Φαίδρα Βόκαλη μου ανέφερε ενθουσιώδης την κεντρική ιδέα του βιβλίου. Λίγους μήνες μετά θυμήθηκα εκείνη την συζήτηση, διάβασα το βιβλίο μέσα σε τρεις μέρες και άρχισα κατευθείαν να γράφω το σενάριο. Λέμε να πάμε για γύρισμα του χρόνου, αφού μας λείπουν μόνο κάτι μικρολεπτομέρειες, όπως τα λεφτά.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑