Festivals Yi Yi (A One and a Two)

23 Σεπτεμβρίου 2019 |

0

Yi Yi (A One and a Two)

Σκηνοθεσία : Έντουαρντ Γιανγκ

Με τους : Νιεν-Τζεν Γου, Ιλέιν Τζιν, Κέλι Λι, Τζόναθαν Τσανγκ, Σου-Γιουν Κο

173’ (Ταϊβάν, 2000)

Ελληνικός τίτλος : «Και ένα… και δύο… οικογενειακοί ρυθμοί»

Παράλληλες ιστορίες που εξελίσσονται (και περιστρέφονται η μία στην άλλη) με επίκεντρο μια μεσοαστική οικογένεια της Ταϊπέι και μια σειρά (παράπλευρων) χαρακτήρων που διασταυρώνονται με τα μέλη της. Η αφήγηση εκκινεί με τον γάμο του Α-Ντι (και της ευρισκόμενης σε προχωρημένη εγκυμοσύνη νύφης), ωστόσο πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε πως τούτος ο ανεύθυνος ((εν πολλοίς) τύπος δεν είναι το πρώτο βιολί της οικογένειας, σε αντίθεση με τον γαμπρό του ΝJ, διευθυντικό στέλεχος μιας εταιρίας λογισμικού που δεν διάγει μέρες ευημερίας.

Η σύζυγος του NJ, Μιν-Μιν, βυθίζεται σε κατάθλιψη όταν η (ηλικιωμένη) μητέρα της παθαίνει εγκεφαλικό (πέφτοντας σε κώμα) και αναζητά διέξοδο στα όρη, στα (ήσυχα) βουνά και τα βουδιστικά μοναστήρια, ενώ ο NJ αρχίζει να νιώθει την ανάγκη αναθεώρησης πολλών πραγμάτων (ακόμη κι ενός νέου ξεκινήματος με την πρώτη του αγάπη, την Σέρι, που ζει πλέον στην Αμερική αλλά πέφτουν αναπάντεχα ο ένας πάνω στον άλλο στη διάρκεια μιας επίσκεψης της τελευταίας στην πατρίδα).

Τα παιδιά διατηρούν εξίσου σημαντικό μερίδιο ως χαρακτήρες : η Τινγκ-Τινγκ, η έφηβη κόρη του NJ και της Μιν-Μιν, αρχινά ένα διστακτικό ρομάντζο με τον ασταθή, προβληματικό φίλο της κολλητής της (η συμπεριφορά του οποίου εξηγείται με οδυνηρό τρόπο στο φινάλε), ενώ ο μικρός της αδερφός, ο οκτάχρονος Γιανγκ-Γιανγκ, (παραδόξως) ενδιαφέρεται για τα απρόβλεπτα, καθημερινά αινίγματα της ίδιας της ζωής. Μέχρι τη στιγμή της κηδείας με την οποία ολοκληρώνεται το φιλμ, όλα τα διλήμματα, οι (εσωτερικές) αγωνίες και συναισθηματικές μεταπτώσεις των ηρώων, θα έχουν (εν μέρει) ξεκαθαρίσει…

Μπορεί ο χαρακτήρας του μικρού Γιανγκ-Γιανγκ να είναι (τύποις) δευτερεύων, ο ρόλος του όμως είναι καθοριστικός (όπως μαντεύει κανείς απ’ το όνομα) αφού επί της ουσίας υποκαθιστά το «βλέμμα» του σκηνοθέτη στην ιστορία. Παρά το νεαρό της ηλικίας τον διακρίνει εξυπνάδα και πρόωρη διορατικότητα, καθώς διακατέχεται από ανεξάντλητη περιέργεια για τα πάντα, ακόμη και για τον «ατελή» τρόπο με τον οποίο οι ενήλικοι γύρω του αντιλαμβάνονται – ή αδυνατούν να αντιληφθούν – την πολυπλοκότητα του κόσμου στον οποίο ζουν.

Λακωνικός σαν τον πατέρα του, επιθυμεί να μάθει το πως οι άνθρωποι ξεχωρίζουν τι είναι αλήθεια και τι όχι, ειδικά απ’ τη στιγμή που κανείς δεν δύναται να βλέπει τα πράγματα απ’ όλες τις πιθανές πλευρές και προοπτικές τους : όταν ο τελευταίος του χαρίζει μια φωτογραφική μηχανή για να εξασκήσει το βλέμμα του στον κόσμο, ο μικρός αρχίζει να απαθανατίζει τα σημεία που οι άνθρωποι δεν μπορούν να διακρίνουν οι ίδιοι, όπως το πίσω μέρος του κεφαλιού τους.

Η απόλυτη συμβολιστική για το (τόσο ξεχωριστό) σινεμά του ίδιου του Γιανγκ – σινεμά διασταλτικό και συγχρόνως οικείο, περιεκτικό μα και τόσο συγκεκριμένο, εστιασμένο στο άτομο αλλά με (στέρεα) αντίληψη όλων όσων το πλαισιώνουν (ιδίως της βαρύτητας μιας κοινωνικής και πολιτισμικής επίδρασης που το ίδιο αρέσκεται συχνά να προσπερνά), σινεμά γνήσιας ενσυναίσθησης και ψυχολογικής ενδοσκόπησης που τοποθετεί τον άνθρωπο στις (απόλυτες) διαστάσεις του περιβάλλοντός του, κάτι που ο ίδιος (πολλές φορές) αδυνατεί να πράξει.

«Υi» (στα Μανδαρίνικα) σημαίνει «ένας» και επαναλαμβανόμενο (Yi Yi) καταδεικνύει συγχρόνως την ατομικότητα (μοναδικότητα) και την πολλαπλότητα σε δύο μικροσκοπικές, φευγαλέες σαν ανάσα συλλαβές. Είναι ακριβώς τούτη η σύμπνοια μοναχικότητας και συντροφικότητας (σύζευξης και διάζευξης) που τυλίγει την πλειονότητα των χαρακτήρων και κυρίως εκείνον του μεσήλικα NJ, λάτρη της κλασικής μουσικής και κεφαλή της οικογενείας, αντιμέτωπου με το ενδεχόμενο ρήξης με μια πληκτική, ανέμπνευστη ζωή – την αδιάφορη, βαρετή δουλειά του, την αποξενωμένη συμβία, την έφηβη κόρη που κι εκείνη σταδιακά αποξενώνεται καθώς αρχίζει να στρέφεται στους τρίτους, εκτός οικογενείας – και ενός καινούργιου ξεκινήματος με τον παιδικό έρωτα με τον οποίο ξανασμίγει για ένα διήμερο στο Τόκιο (δίνοντας στον σκηνοθέτη την ευκαιρία να συνθέσει το ομορφότερο κομμάτι της ταινίας του : μια παράλληλη αφήγηση που παρεισφρέει τις νεανικές αναμνήσεις του ήρωα στα τεκταινόμενα του πρώτου ερωτικού ραντεβού της κόρης του, Τινγκ-Τινγκ, σαν μια ιστορία που επαναλαμβάνεται δεκαετίες μετά).

Αλλά δεν είναι ο μόνος – κι οι υπόλοιποι χαρακτήρες παλεύουν μ’ ένα αίσθημα ασφυξίας, κινούμενοι οριακά μεταξύ (συναισθηματικής) σύγκλισης και απαγκίστρωσης : η Μιν-Μιν που παλεύει με τη θλίψη και αναζητεί καταφύγιο στη θρησκεία και την απομόνωση, η Τινγκ-Τινγκ που διχάζεται αν θα στηρίξει ή θα «προδώσει» την καλύτερή της φίλη, ο νεαρός Fatty που διακατέχεται από πόθο αλλά και φόβο μπρος στο ενδεχόμενο να αποκτήσει καινούργιο κορίτσι, η Σέρι (πρώτη αγάπη του πατρός NJ) που ταλαντεύεται – βασανίζεται καλύτερα – μεταξύ πικρίας, οργής για το (ξοδεμένο) παρελθόν και (αχνής) ελπίδας για ένα έωλο μέλλον, ακόμη κι ο μικρός Γιανγκ-Γιανγκ που καταδιώκεται απ’ τις δικές του, ιδιοσυγκρασιακές εμμονές (και ξεχύνεται στο κατόπι τους) την ώρα που τα άλλα μέλη της οικογένειας – κλεισμένα στον εαυτό τους -κυκλοφορούν δίχως να του δίνουν σημασία.

Με βάση την ευφυία και το δημιουργικό πνεύμα της ηλικίας (και τηρουμένων των αναλογιών), εύλογα ο θεατής αναμένει πως ο μικρός Γιανγκ-Γιανγκ θα κατορθώσει να ζήσει μια εκπληρωμένη και γεμάτη συγκινήσεις ζωή – σε αντίθεση με τους ενήλικες συγγενείς του, για τους οποίους είναι ήδη αργά : η (ψυχική) νωθρότητα έχει ριζώσει για τα καλά μέσα τους, καλλιεργώντας στοιχειωδώς τον φόβο για οποιαδήποτε αλλαγή, για οτιδήποτε νέο, για κάθε καινούργια, βιωμένη εμπειρία.

Τούτη η (εσωτερική) «αδράνεια» επισημαίνεται από έναν γιαπωνέζο επιχειρηματία-επίδοξο συνεργάτη του NJ (με σπασμένα-ξύλινα Αγγλικά, τη μόνη γλώσσα στην οποία μπορούν οι δυο τους να συνεννοηθούν), σε μια απ’ τις πιο μεστές σκηνές του φιλμ : «Γιατί φοβόμαστε πάντα την πρώτη φορά; H κάθε μέρα της ζωής μας είναι και μια «πρώτη φορά». Κάθε μέρα είναι κάτι νέο. Ποτέ δεν ζούμε το ίδιο πράγμα δυο φορές. Παρόλα αυτά δεν φοβόμαστε καθόλου να ξυπνήσουμε το πρωί».

Γιατί τότε να στεκόμαστε τόσο αναποφάσιστοι απέναντι στα κελεύσματα της ζωής, τόσο διχασμένοι ανάμεσα στο φόβο και την ελπίδα, ανάμεσα στην εξερεύνηση και το τέλμα; Ο ίδιος δεν διαθέτει απάντηση, κατανοεί ωστόσο το πρόβλημα – πράγμα που δεν μπορείς να ισχυριστείς και για τους υπόλοιπους, με εξαίρεση τον μικρούλη Γιανγκ-Γιανγκ οι ενστικτώδεις αναζητήσεις-περιπλανήσεις του οποίου παρέχουν και το φιλοσοφικό, υπαρξιακό κέντρο βάρους της ιστορίας (ο σύντομος, συγκλονιστικός του μονόλογος – πάνω από ένα φέρετρο – που κλείνει το φιλμ, στέκει ως τρανή απόδειξη).

Ο Έντουαρντ Γιανγκ έχει χαρακτηριστεί ο πιο μεθοδικός, ο πιο «ανατομικός» από τους δημιουργούς που σφυρηλάτησαν το Ταϊβανέζικο Νέο Κύμα του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ’80. Σπούδασε πληροφορική (όπως – προφανέστατα – και ο ήρωάς του, NJ) προτού στραφεί στην Τέχνη, εντούτοις (δίχως κάποια εμφανή αποστροφή ή αδιαφορία απέναντι σε οτιδήποτε τεχνολογικό ή επιστημολογικό στις ταινίες του) η συστηματικότητα με την οποία προσεγγίζει και οργανώνει το υλικό του διακρίνεται από ασυνήθιστη επιδεξιότητα, επάρκεια και ευελιξία στον τρόπο με τον οποίο ενορχηστρώνει και ενσωματώνει (στα κάδρα) μια πολυπρόσωπη πινακοθήκη χαρακτήρων σε συνδυασμό με την εκτεταμένη γκάμα κοινωνικών, ψυχολογικών και φιλοσοφικών ζητημάτων που τον απασχολούν. Ποτέ άλλοτε στο σινεμά της Άπω Ανατολής όλα τα παραπάνω δεν παντρεύτηκαν τόσο αρμονικά καθιστώντας το τελικό αποτέλεσμα μια (στην κυριολεξία) «αστική συμφωνία», μια ραψωδία της βαθιάς πόλης κι έναν χαμηλότονα μελαγχολικό ύμνο στο αμετάκλητο της καθημερινής ζωής.

Η κάμερα του Γιανγκ είναι αφουγκραστική, ποτέ ηδονοβλεπτική (το ειδύλλιο της Τινγκ-Τινγκ με τον νεαρό Fatty καταγράφεται μόνο από μεσαία ή μακρινά πλάνα, με κυρίαρχο φόντο-σημείο συνάντησης μια ανισόπεδη διάβαση). Το Yi Yi απέφερε στον δημιουργό του το Βραβείο Σκηνοθεσίας στις Κάννες, αλλά έμελλε να είναι το τελευταίο του (πριν υποκύψει στον καρκίνο, στα 59 του, το 2007). Η απώλειά του σηματοδότησε και το τέλος του Νέου Ταϊβανέζικου Σινεμά στο οποίο πρωτοστάτησε μαζί με εξίσου χαρισματικούς δημιουργούς, όπως ο Τσάι Μινγκ-λιανγκ και ο Χου Χσιάο-χσιέν, αληθινοί μάστορες όλοι του αριστοτεχνικού υπαινιγμού και των λεπτών αποχρώσεων, αλλά και μιας κινηματογραφικής πειθαρχίας, εγκράτειας και εσωτερικότητας που δυστυχώς απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό απ’ τις φιλμοκατασκευές του σήμερα…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest