Festivals 60ό ΦΚΘ: WR: Mysteries of the Organism

31 Οκτωβρίου 2019 |

0

60ό ΦΚΘ: WR: Mysteries of the Organism

Σκηνοθεσία : Ντούσαν Μακαβέγιεφ

Με τους : Μιλένα Ντράβιτς, Ίβιτσα Βίντοβιτς, Γιάγκοντα Κάλοπερ, Τζάκυ Κέρτις

84’  (Γιουγκοσλαβία-Δ. Γερμανία, 1971)

Στη δημοκρατία, ο καθένας δικαιούται κι από ένα ντόνατς. Κάποιοι όμως παίρνουν μόνο την τρύπα του ντόνατς. Φαίνεται, τελικά, πως το πρόβλημα είναι η τρύπα!

Τα «Μυστήρια του Οργα(νι)σμού» εκκινούν ως μια (εμφανώς) ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση στον ύστερο βίο του Βίλχελμ Ράιχ, του αμφιλεγόμενου (μαρξιστή) Αυστρο-αμερικανού ψυχαναλυτή και βοηθού του Φρόιντ (ενώ σε ρομβικά-πολυγωνικά κάδρα σέπιας το σεξ γιορτάζεται στους αγρούς, συνοδεία κομμουνιστικών ασμάτων). Καλύπτουν το όψιμο έργο του, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις θέσεις του πάνω στο ζήτημα του οργασμού και τον συσχετισμό τους  με την σεξουαλική επανάσταση των τελών της δεκαετίας του ’60.

Η ταινία μετατοπίζεται απότομα στην ιστορία της (περήφανης και ανεξάρτητης) Γιουγκοσλάβας Μιλένα (Μιλένα Ντράβιτς) και στη σχέση της με τον νεαρό (ρώσο) κομμουνιστή-πρωταθλητή του καλλιτεχνικού πατινάζ… Βλαδίμηρο Ίλιτς! Συγκρίσεις και αντιπαραθέσεις λαμβάνουν χώρα ανάμεσα στο μυθοπλαστικό ζευγάρι της ιστορίας (που εκκινεί την Πρωτομαγιά – τυχαίο; – του ’71 στο Βελιγράδι), τις μελέτες του Ράιχ και διάφορες φιγούρες-κλειδιά της αντικουλτούρας των sixties, μεταξύ των οποίων οι καλλιτέχνες Μπέτυ Ντόντσον και Άντυ Γουόρχωλ, η queer σούπερ σταρ Τζάκυ Κέρτις και ο εκδότης του περιοδικού Screw, Αλ Γκολντστάιν… προτού το φιλμ καταλήξει στο αναπάντεχο και σοκαριστικό φινάλε, που θέτει κάθε έννοια σεξουαλικής ελευθερίας υπό αμφισβήτηση.

Ο Ράιχ υπήρξε πολύ ιδιαίτερη περίπτωση: περιέγραφε τον καρκίνο ως υστερία των κυττάρων που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο. Υποστήριζε πως καρκίνος και φασισμός συνδέονται στενά, πως ο φασισμός είναι η φρενίτιδα του σεξουαλικού ακρωτηριασμού και πως η σβάστικα οφείλει τον μαγνητισμό της στο ότι είναι το σύμβολο δύο οργανισμών κλειδωμένων σε γενετήσιο αγκάλιασμα.

Ισχυριζόταν ότι οι εραστές ακτινοβολούν οργανικό φωτισμό, σαν αυτόν που είδαν οι αστροναύτες στο διάστημα – κι ότι ο άνθρωπος πρέπει να επανενεργοποιήσει τις φυσικές δονήσεις μέσα στον εαυτό του και την κοινωνία. Και πως οι επαναστάτες των οποίων η επανάσταση παραιτείται απ’ την Αγάπη, νιώθουν πολύ άβολα. Κυνηγήθηκε για τις ιδέες και τις θεωρίες του – ο ίδιος πέθανε σε ομοσπονδιακό σωφρονιστήριο των ΗΠΑ. Το ερώτημα που διατυπώνεται στο φιλμ, είναι : «εάν όντως ήταν παράφρων, όπως υποστηρίζεται, ποιος ο λόγος να δικαστεί;» (και άλλα τέτοια όμορφα).

Τα αντίτυπα των έργων του (Η ανακάλυψη της Οργόνης: Η Λειτουργία του Οργασμού & The Cancer Biopathy, Αιθέρας, Θεός και Διάβολος, Κοσμική Υπέρθεση, Άκου Ανθρωπάκο, Η Δολοφονία του Χριστού κ.α.) κάηκαν σε δημόσιο αποτεφρωτήρα της Νέας Υόρκης. «Μισώ το παράλογο, ωστόσο πιστεύω πως ακόμη και ο πιο κατάφωρος παραλογισμός πρέπει να περιέχει ψήγματα μιας ορθολογικής αλήθειας», ήταν το motto του. Μιλάνε τα μέλη της οικογενείας του και οι γείτονές του στην Πενσυλβάνια (που τον περιγράφουν ως ασυνήθιστο και τύπο που ο κόσμος δεν τον καταλάβαινε – θυμούνται μέχρι και τη βραδιά που κάμποσοι συγκεντρωμένοι εμφανίστηκαν έξω απ την πόρτα του, φωνάζοντας «κάτω τα όργια, κάτω τα κομμούνια» (τους αποκαλούσαν έτσι απ’ την σύντμηση του Orgonon και της Οργόνης).

Την δεκαετία του ’50, το «Orgonon» του Ράιχ (που μετά το θάνατό του παρέμεινε ως μουσείο) έγινε ένα διεθνές κέντρο έρευνας του σεξ (φήμες το ήθελαν να αποτελεί μυστική εβραϊκή οργάνωση που έβαζε ασθενείς αυνανισμού στους «συσσωρευτές οργόνης», πειραματιζόταν με παιδιά μέσα σε κλουβιά και συνωμοτούσε για να εγκαθιδρύσει την «δημοκρατία της εργασίας») – αυτά τουλάχιστον ισχυρίζονταν οι ομοσπονδιακοί πράκτορες που τον παρακολουθούσαν, θεωρώντας τον κουμουνιστή («εγώ πολέμησα τον κομμουνισμό το ’30, πολύ πριν οποιοσδήποτε από εσάς εδώ στις ΗΠΑ τον γνωρίσει», δήλωνε ο ίδιος).

Σαγηνευτικό κι άβολο συγχρόνως, το δημιούργημα του Μακαβέγιεφ παραμένει μια απ’ τις πιο πρωτοποριακές δουλειές στο σινεμά των πρώιμων ‘70s, αν και – σε τελική αποτίμηση – μάλλον αποτελεί περισσότερο μια συναρπαστική χρονοκάψουλα παρά ένα (αντικειμενικά) σπουδαίο έργο. Ένα κινηματογραφικό ισοδύναμο της free jazz, με (εσκεμμένη) επεισοδιακή μορφή την οποία διατρέχει μια αραιή αφηγηματική δομή που συνδυάζει πλάνα αρχείου, ντοκιμαντερίστικα ένθετα, live εικαστικά «δρώμενα» στους δρόμους της Νέας Υόρκης με σαφείς αιχμές κατά του πολέμου στο Βιετνάμ («σκοτώστε για την Ειρήνη») ή της φυλετικής-ρατσιστικής έξαρσης ενάντια στους μαύρους («πηδιούνται πιο γρήγορα απ’ ότι τους σκοτώνουμε») και σκηνές μυθοπλασίας, ενώ συγχρόνως παρεμβάλλονται σεκάνς στις οποίες διάφοροι γιατροί-ερευνητές δοκιμάζουν πάνω σε ασθενείς-πειραματόζωα περίεργες μεθόδους αυτοβελτίωσης (ή μάλλον… αυτοεκτόνωσης) και ακολούθως αναλύουν τα συμπεράσματά τους on camera.

Η περίοπτη θέση που καταλαμβάνει στην ιστορία του σινεμά οφείλεται ασφαλώς στις τολμηρές και απροσχημάτιστες σκηνές (όπως το «τσιμέντωμα» ενός ανδρικού μορίου σε στύση για να βγει σε …καλούπι), ενώ στην καλύτερη περίπτωση το ίδιο λειτουργεί ως θηριώδης και ανελέητη σάτιρα της συγκεκριμένης περιόδου, που υμνεί το νεανικό κίνημα των sixties και ταυτόχρονα περιπαίζει τις κοινωνικές νόρμες ενάντια στις οποίες το τελευταίο επαναστατούσε: ιδιαίτερα την «καλπάζουσα» κουλτούρα της εμπορευματοποίησης (μέσω της διαφημιστικής πλύσης εγκεφάλου) και μια mainstream κινηματογραφική τάση που ευνοούσε (εξόφθαλμα) τον εφησυχασμό και την αδράνεια του κοινού.

Η αναγνώριση για τον δημιουργό Μακαβέγιεφ είχε ήδη προηγηθεί (στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60): με τα τρία προηγούμενα φιλμ του και κυρίως με την Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο το ’68, για το ντοκιμαντέρ-κολάζ Innocence Unprotected. Ωστόσο, παρότι ήδη εκφραστής μιας πρωτοποριακής και σαφώς παραδειγματικής, πολυμορφικής αφηγηματικής μεθοδολογίας, τίποτε απ’ όσα προηγήθηκαν δεν προμήνυε (ούτε μπορούσε να προετοιμάσει οποιονδήποτε για) την άγρια πρωτοτυπία και προκλητικότητα των «Μυστηρίων του Οργανισμού». Το υποδέχτηκαν με επαίνους αλλά και με περιφρόνηση, με αποθεωτικές επευφημίες κι άλλο τόσο χλευασμό. Όμως, σε μια εποχή που το πολιτικοποιημένο avant-garde σινεμά ήταν στα ντουζένια του σε (Δυτική) Ευρώπη και Λατινική Αμερική, επέφερε αναστάτωση και συγκεχυμένη αμηχανία γύρω απ’ τις παγιωμένες (ως τότε) προσδοκίες για τον κομμουνιστικό κινηματογράφο, κλονίζοντας (αν όχι ανατρέποντας) αρκετές απ’ τις κλισέ (υιοθετημένες) αντιλήψεις που είχε επιβάλλει-καλλιεργήσει ο Ψυχρός Πόλεμος και το Σιδηρούν Παραπέτασμα. «Ο κομμουνισμός χωρίς ελεύθερο έρωτα είναι σαν ξύπνημα σε νεκροταφείο», λέει η ηρωίδα που τριγυρνάει ξεβράκωτη μ’ ένα αμπέχονο κι ένα δίκοχο στο κεφάλι, διακηρύττοντας πως «η Οκτωβριανή Επανάσταση καταστράφηκε όταν απέρριψε τον ελεύθερο έρωτα». «Αφήστε τον κόσμο να πηδήξει ελεύθερα και οι φυλακές θα αδειάσουν μονομιάς (κανείς δεν θα επιδίδεται πλέον σε κλοπές, εγκλήματα και ταραχές), μη σκέφτεστε σαν προπολεμικοί κομμουνιστές!», λέει στους συγκεντρωμένους στο προαύλιο ενός συγκροτήματος εργατικών κατοικιών.

Ο Ράιχ υποστήριζε πως κανένας ενθουσιασμός δεν συγκρίνεται με την στοιχειακή δύναμη του οργασμού. Γι’ αυτό και η πολιτική προσελκύει εκείνους των οποίων ο οργασμός είναι υποβαθμισμένος, ελαττωματικός, διαταραγμένος ή πρόωρος. Μαζικοί-οργασμοί σαν το βάδισμα της χήνας (των ναζιστικών στρατευμάτων), μαοϊκές λαοθάλασσες ή ο Στάλιν να διασχίζει τεράστιες σάλες με τα πλήθη εκατέρωθεν να τον επευφημούν (και με ηχητικό χαλί το «Lili Marleen») και εν συνεχεία να ορκίζεται πίστη στα αξιακά λάβαρα που κληροδότησε ο Λενινισμός (ενώ παρεμβάλλονται σκηνές ανθρώπινων «ηλεκτροσόκ» ή δεμένων με ζουρλομανδύα που χτυπούν τα κεφάλια τους στους τοίχους), παρελαύνουν μπροστά στην κάμερα του αναρχικού Σέρβου auteur. Η ηρωίδα σφιχταγκαλιάζει μια φωτογραφία του Χίτλερ που περιστοιχίζεται από δεκάδες γυναίκες, λέγοντας: «με την τυφλή υποταγή τους, τον παραλογισμό τους και την αρχέγονη δύναμη του σεξ, οι γυναίκες ασπάζονται κάθε ιδεολογική αυταπάτη πάνω στη γη» (κι η κάμερα ζουμάρει σ’ ένα πορτραίτο του Φρόιντ στον τοίχο που έχει γίνει στόχος για βελάκια).

Θα μνημονεύσει μέχρι και τις θεωρίες της Κολλοντάι (απ’ τις ελάχιστες «παλαιο-μπολσεβίκες» που γλύτωσε το θάνατο στις Μεγάλες Εκκαθαρίσεις του ’30), ιέρειας του σοσιαλιστικού φεμινισμού: «η επανάσταση πρέπει να καταστρέψει το γάμο. Ο αστικός γάμος δεν είναι τίποτα πέρα από μια νόμιμη πορνεία», ενώ στη συνέχεια αναρωτιέται αν αυτοί που έκλεισαν τον Ράιχ σε άσυλο-φυλακή στις ΗΠΑ ήταν οι ίδιοι που πήγαν στο Μεξικό και φύτεψαν μια αξίνα στο κρανίο του Τρότσκι.

Ο ρώσος εραστής της διατηρεί τις επιφυλάξεις του: πώς να δεχτεί τις θεωρίες κάποιου (σαν τον Ράιχ) που μετέτρεψαν τις απόψεις του Τρότσκι από διαρκή επανάσταση σε έναν μόνιμο οργασμό; «Αγαπάτε όλη την ανθρωπότητα, αλλά είστε ανίκανοι να αγαπήσετε ένα άτομο, ένα ζωντανό πλάσμα», λέει η ηρωίδα στον ‘σύντροφο’ Βλαδίμηρο. «Ποια είναι αυτή η Αγάπη που σε κάνει σχεδόν να σου φύγει το κεφάλι; Είπες ότι είμαι τόσο όμορφη όσο η επανάσταση. Αλλά δεν θα μπορούσες να αφήσεις την «Επανάσταση» να σε αγγίξει!» Για να ολοκληρώσει: «Ένα μπαλόνι είναι η επανάστασή σας. Ένα μικροαστικό ανθρώπινο ψέμα μεταμφιεσμένο σε μεγάλη ιστορική αλήθεια!»

Τo σκόπιμα κατακερματισμένο φιλμ του Μακαβέγιεφ παραμένει στο μεγαλύτερο μέρος του άναρχο και κατά διαστήματα ασθμαίνον. Οι συναρπαστικές του στιγμές εναλλάσσονται με σεκάνς που φαντάζουν εντελώς εκβιαστικές και αμήχανες. Λειτουργεί πολύ καλύτερα ως ντοκιμαντέρ παρά ως (χαλαρή έστω) μυθοπλασία, αν κι είναι ξεκάθαρο πως ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται για τίποτε απ’ τα δύο. Τα πρώτα κομμάτια που αφορούν στον Ράιχ δένουν πολύ καλύτερα με την μεταγενέστερη εξερεύνηση της σεξουαλικής ελευθερίας μέσα απ’ την παρουσία φιγούρων όπως η εικαστικός και σεξολόγος Betty Dodson (που περιγράφει τις αντιδράσεις φίλων-μοντέλων που δέχτηκαν να ποζάρουν για κείνην αυνανιζόμενα και με φόντο τους καμβάδες-αποτελέσματα του πειραματισμού της ή συζητά για γυναίκες-μέλη κάποιου λίμπιντο γκρουπ που ανακαλύπτουν στα …30 τους πως το ζήτημα του οργασμού δεν συνδέεται αποκλειστικά με την ύπαρξη-συμμετοχή άντρα) ή η νεοϋορκέζα τρανσέξουαλ Jackie Curtis (αστεία και συγκινητική συνάμα, καθώς εξιστορεί στην κάμερα τις πρώτες σεξουαλικές της εμπειρίες). Αν ο Μακαβέγιεφ είχε επιλέξει τον δρόμο του κλασικού ( ή πιο ορθόδοξου έστω) ντοκιμαντέρ, ιχνηλατώντας  τους συσχετισμούς και συγκοινωνούντες διαύλους της σεξουαλικής επανάστασης και του έργου του Ράιχ, το αποτέλεσμα μάλλον θα προέκυπτε πιο συμπαγές και επιτυχημένο, αλλά η κατακτημένη αυθεντικότητα και επαναστατική ορμή αυτού που τελικά φτάνει στον θεατή θα αναχαιτιζόταν, θα εξατμιζόταν και θα εξέπνεε.

Και μη νομίζεις πως ο ντόρος που ξεσήκωσε στην εποχή του περί πορνογραφικού περιεχομένου ήταν κάτι φοβερό και τρομερό με βάση τα σημερινά δεδομένα (με το ζόρι θα τσίμπαγε σηματάκι «ακαταλληλότητας», κι αυτό για μετρημένες στα δάχτυλα σκηνές). Μάλλον αρκούντως τιθασευμένο – έως και αδιάφορο – μοιάζει στον συγκεκριμένο τομέα, συγκρινόμενο με άλλες hardcore πρωτοπορίες  της εποχής του – γεγονός που αυτομάτως εγείρει αμφιβολίες για την κατάταξή του στο συγκεκριμένο είδος. Αν για κάτι ξεχωρίζει μέχρι και σήμερα, είναι η (εγγενής) επιθετικότητα, το συγκρουσιακό ύφος και το πόσο αντισυμβατικό παραμένει.

Δύσκολα φαντάζεσαι (πλην μετρημένων εξαιρέσεων) τους σύγχρονους mainstream δημιουργούς να αποδέχονται τέτοιες εξτρεμιστικές προκλήσεις – την χρήση του μοντάζ και των τεχνικών του κολάζ με τρόπο που (σποραδικά έστω) παραπέμπει στις μεθόδους του εικαστικού Μπρίον Γκίσιν (με χαρακτηριστικότερη το cut-up:  το κόψιμο και ράψιμο, δηλαδή, φράσεων προς αναζήτηση διαφορετικών νοημάτων) ή σ’ εκείνες του Γουίλιαμ Μπάροουζ – αντιπαραθέτοντας (φαινομενικά) παράφωνες μεταξύ τους σκηνές που όμως «σχολιάζουν» η μια την άλλη, δίνοντας έτσι το έναυσμα (μέσω ενός μοντάζ αλά Αϊζενστάιν) για καινούργιες ιδέες και έννοιες που προκύπτουν από μια ανατρεπτική, ρηξικέλευθη χρήση της φιλμικής γλώσσας.

Τα Μυστήρια του Οργανισμού είναι πλήρως προβλέψιμα σε επίπεδο πολιτικού σχολιασμού. Στο ίδιο μήκος κύματος με κάποια απ’ τα Γκονταρικά φιλμ ή κάποιες άλλες πειραματικές δουλειές της συγκεκριμένης περιόδου, το πολιτικό στίγμα τους παραμένει απλοϊκό και ξεκάθαρα μεθοδευμένο. Το ερωτικό ζευγάρι στο κέντρο της (χαλαρής) μυθοπλασίας είναι προφανές σύμβολο της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας του κομμουνιστικού καθεστώτος. Ο Μακαβέγιεφ το «ξεχειλώνει» κιόλας, παραπέμποντας μέσω του ονόματος του πρωταγωνιστή στον Λένιν (αχρείαστο, αν ρωτάς).

Εντούτοις, παρά τις όποιες τέτοιες ατυχείς εμπνεύσεις-δυστοκίες (πες τις όπως θες), πολύ δύσκολα αποφεύγεις το σοκ των τελευταίων λεπτών στα οποία η ηρωίδα (στην κυριολεξία) καρατομείται/αποκεφαλίζεται (με ένα επινικελωμένο πατίνι) εξαιτίας της ανικανότητας του συντρόφου της να λειτουργήσει απελευθερωμένα ερωτικά και να ικανοποιηθεί ως σεξουαλικό ον (όπως οφείλουμε να ικανοποιούμαστε όλοι). «Δεν μπορούσε να το αντέξει. Έπρεπε να πάει ένα βήμα πιο πέρα. Ο Βλαδίμηρος είναι ένας άνθρωπος των ορμών, με μεγάλη φιλοδοξία και τεράστια ενέργεια. Είναι ρομαντικός, ασκητικός, πραγματικός Κόκκινος φασίστας», παρατηρεί το κομμένο κεφάλι της ηρωίδας (που – σε κάθε περίπτωση – δεν μετανιώνει για το κομμουνιστικό της παρελθόν), μιλώντας μέσα απ’ το ταψί του ιατροδικαστή (ενώ η πιο λυρική ίσως στιγμή παραμένει το τραγούδι του περιπλανώμενου, με αιματοβαμμένα χέρια, Βλαδίμηρου στο φινάλε).

Αδιαμφισβήτητη η σπουδαιότητα του εν λόγω φιλμ, αφού εξακολουθεί ένθερμα να διχάζει το πλατύ κοινό ακόμη και σήμερα. Στη Γιουγκοσλαβία παρέμεινε απαγορευμένο για 16 ολόκληρα χρόνια και έβαλε ταφόπλακα στην καριέρα του Μακαβέγιεφ εντός των συνόρων, αναγκάζοντάς τον να αναζητήσει χρηματοδότηση στο εξωτερικό για τα επόμενα σχέδιά του.  To πρώτο απ’ αυτά, το Sweet Movie (1974), θα χρησιμοποιήσει κάμποσα απ’ τα θέματα-κλειδιά του συγκεκριμένου διυλίζοντάς τα σε κάτι λιγότερο χαοτικό και πιο εστιασμένο στο τρίπτυχο σεξ-θάνατος-κοινωνική επανάσταση για να μετατραπεί κατ’ αυτόν τον τρόπο στο αδιαφιλονίκητο αριστούργημα του Σέρβου δημιουργού, εν τούτοις απορίας άξιον παραμένει τι θα μπορούσε να έχει υπάρξει δίχως το «σκαλοπάτι» (ή την θεμελιώδη κληρονομιά) των πιο εσωτερικών, κρυπτικών «Μυστηρίων»!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest