Festivals The Golden Glove (Der goldene Handschuh)

20 Σεπτεμβρίου 2019 |

0

The Golden Glove (Der goldene Handschuh)

Σκηνοθεσία : Φατίχ Ακίν
Με τους : Γιόνας Ντάσλερ, Μαργκαρέτε Τίζελ, Κάτια Στουντ, Αδάμ Μπουσδούκος

115’

Ο Φριτς Χόνκα είναι τόσο άσχημος που οι βιζιτούδες στο μπαρ που συχνάζει «…ούτε που θα κατουρούσαν πάνω του για να τον σώσουν αν καιγόταν». Είμαστε το οργανάκι (η λατέρνα) του Θεού κι Εκείνος γυρνάει απλώς τη μανιβέλα. Κι όλοι χορεύουμε στο ρυθμό του. Η ζωή είναι σαν ένα χαρτοπαίγνιο. Αν θες να παίξεις (για να κερδίσεις), πρέπει να γραπώσεις το χέρι που μοιράζει! Ο Φριτς Χόνκα είναι εμφατικά δύσμορφος (το παρουσιαστικό του αντανακλά την εσωτερική του αποσύνθεση). Στο «Χρυσό Γάντι» μετά βίας κατορθώνει να κεράσει (μετά βίας βλέπονται κι αυτές) κάποιες από κείνες που προσεγγίζει : τις απωθεί η κακοτράχαλη, χοντροκομμένη του μύτη, ο ψυχρός, κοκάλινος σκελετός των γυαλιών του, το (ανατριχιαστικά) γλοιώδες, έκφυλο μειδίαμά του. Ο Χόνκα, ανειδίκευτος εργάτης με παιδιόθεν αμβλυωπία (γνωστή και ως «τεμπέλικο μάτι») και δερματική ευπάθεια οφειλόμενη σε «τσιμεντοψωρίαση» (άκου τώρα!), κουβαλάει σιτεμένες πόρνες στην άθλια σοφίτα του, αφού προηγουμένως τις ποτίσει στο «Χρυσό Γάντι». Εκεί καταλήγει να τις βιάσει (όταν το κατορθώνει), να τις δολοφονήσει και να τις διαμελίσει – προτού καν τελειώσει η νύχτα. Για τη δυσοσμία των στοιβαγμένων (σε αυτοσχέδιες κρυψώνες, πίσω απ’ τα τοιχώματα της σοφίτας) και τεμαχισμένων πτωμάτων, ο Χόνκα κατηγορεί το …μαγείρεμα της οικογένειας των Ελλήνων μεταναστών του κάτω ορόφου.

Ως τη στιγμή που τα τεκμήρια της φρικτής του δράσης αδυνατούν πλέον να «σιωπήσουν» και η «οργή» των παραμελημένων πτωμάτων αρχίζει να «διαμαρτύρεται». Τον Φριτς Χόνκα τον συναντάμε (με το καλημέρα) – στην καταθλιπτική, αποπνικτική του σοφίτα με τις αμέτρητες γυμνές αφίσες στους τοίχους, τα κοπάδια από σβησμένες γόπες στα πατώματα και τις μισοάδειες μποτίλιες με schnapps στα τραπέζια (και τα ντουλάπια) – επί το έργον, δηλαδή πάνω στο …πετσόκομμα! Ένας απελπισμένος, οργίλος αλκοολικός, έτοιμος να «εκτονωθεί» για όλα τα δεινά του σε όποια συφοριασμένη σκοντάψει στο δρόμο του.

Το «Χρυσό Γάντι» του τίτλου (στο οποίο ξεροσταλιάζει ο ήρωας) είναι μια παρακμιακή παμπ στη συνοικία Ζανκτ Πάουλι (στα «Κόκκινα Φανάρια») του Αμβούργου – της πόλης, παρεμπιπτόντως, όπου μεγάλωσε κι ο ίδιος ο Φατίχ Ακίν – γιομάτη αλκοολικούς, τζογαδόρους, πρεζόνια, ιερόδουλες, περιθωριακούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και σκοτώνουν (ή αποδιώχνουν) το χρόνο τους πίνοντας αδιάκοπα, αργόσχολους κι αποκαρδιωμένους παρίες. Με τις κουρτίνες κλειστές όλο το 24ωρο, για να μην ξέρεις τι ώρα είναι (κανείς δεν θέλει να πιει όταν βλέπει το φως του ήλιου). Κλασική (60’s και ‘70s) doowop μουσική αλλά και διασκευασμένες στα γερμανικά επιτυχίες δεσπόζουν στο τζουκ μποξ (και στο – ταραντινικά – μερακλίδικο σάουντρακ : μέχρι και «Παιδιά του Πειραιά» με τη φωνή της Ντάλια Λάβι), τραγούδια με θέμα τον έρωτα και τις απογοητεύσεις του ή το «σαλπάρισμα» για νέα ταξίδια και ουτοπικά μέρη.

Σε τούτο το θλιβερό μέρος, ο Χόνκα διαλέγει τα θύματά του : κάτι περιπλανώμενα ναυάγια που τους γεμίζει τα ποτήρια μέχρι να τον ακολουθήσουν στο σπίτι. Ανίκανος να λειτουργήσει (κτηνωδώς έστω) σεξουαλικά, μετατρέπει το σωρευμένο μένος και την παραφροσύνη του σε φονική έκρηξη αδρεναλίνης με ποικίλους, απίθανους τρόπους (κι άδειο στομάχι να μην έχεις, θα αδειάσει στο άψε-σβήσε).

Ο Ακίν ανασύρει απ’ το χρονοντούλαπο την σκοτεινή ιστορία ενός σίριαλ κίλερ στο Αμβούργο του ’70 (βασισμένη σε νουβέλα του Χάιντς Στρουνκ), σαν μια άσκηση ύφους προορισμένη να προκαλέσει (εσκεμμένη) αηδία και αποστροφή (και σαν ευθεία επίθεση στις αντοχές του θεατή). Υπ’ αυτό το πρίσμα, κρίνεται άκρως αποτελεσματική. Με απύθμενα ωμή και γραφική βία, η σκηνοθεσία του φλερτάρει (σχεδόν) με τα όρια, τον (έκδηλο) μισογυνισμό και τη σαρκοβόρα διαστροφή του ήρωα. Δεν είναι καθόλου εύκολο αυτό που βλέπεις. Αλλά και πάλι, τούτο δω είναι το πορτρέτο ενός κοινωνικά εκτοπισμένου, ενός ξεχασμένου απ’ τον κόσμο στον οποίο ζει, τα δολοφονικά ένστικτα του οποίου ζυμώνονται μέσα σε ένα περιβάλλον καθολικής παρακμής. Βέβαια η προσήλωση στην αναπαράσταση των εγκλημάτων σε βάθος τέτοιας (σπλαχνικής) λεπτομέρειας – που ξεπερνάει ακόμη και στιλιζαρισμένο torture porn – στοχεύει ή στο στοίχειωμα ή στην πλήρη (σε νεκρικό βαθμό) αναισθητοποίηση του θεατή.

Κι όμως, παρά το κρεσέντο βίας, ο τελευταίος εμφορείται απ’ την αίσθηση ότι κάποιος-κάπου-κάπως (τριγύρω) ξορκίζει όλα τα δαιμόνια και μεταλαμπαδεύει συμπόνια (κι ίσως συμπάθεια) όχι μόνο προς τα θύματα, αλλά και την πλειοψηφία των τσακισμένων περίοικων-θαμώνων του καταγώγιου, οι ιστορίες των οποίων αποτελούν ιδανική αντίστιξη στα φρικτά έργα και τις ημέρες του κεντρικού χαρακτήρα. Ένα τσούρμο χαμένων κορμιών (παραδομένο σε μπαράζ αυτοσαρκασμού, βρώμικων σχολίων και πειραγμένων μονολόγων που δύσκολα αναπαράγονται), αποσυνάγωγοι όλοι που έχασαν – μαζί κι ο ήρωας – το τρένο του δυτικογερμανικού οικονομικού θαύματος. Υπάρχει όμως (απλωμένο παντού) και το (ακόμη) μεγαλύτερο κάδρο : η Ενοχή και το Τραύμα του Πολέμου, το Όνειδος του Ολοκαυτώματος (εις εκ των θαμώνων είναι πρώην αξιωματικός των SS, μια άλλη επιζήσασα των στρατοπέδων που απ’ το ’37 ως το τέλος του πολέμου εξαναγκάστηκε στην πορνεία, ακόμη και ο πατέρας του Χόνκα κλείστηκε σε στρατόπεδο ως κομμουνιστής).

Όλα αυτά είναι ζώσα Ιστορία. Το Ζανκτ Πάουλι παραμένει και σήμερα μια υποβαθμισμένη, πολυσύχναστη γειτονιά με μπαρ-καταγώγια, πορνο-σινεμάδες, στριπτιζάδικα και μπορντέλα (αλλά και την ιστορική, αγαπημένη ποδοσφαιρική ομάδα απ’ την εποχή ακόμη που παρακολουθούσαμε Μπουντεσλίγκα στην πάλαι ποτέ κραταιά ΕΡΤ). Στο Αμβούργο άλλωστε, αν δεν κατορθώσεις να πνίξεις τον πόνο σου στο πιοτό, σε περιμένουν πάντα τα νερά του Έλβα (να σε εξαγνίσουν ή να σε παρασύρουν).

Αυτό που η Γερμανία δεν κατορθώνει να ξεπλύνει με τίποτα είναι το απόστημα του αμαρτωλού παρελθόντος (σε επίπεδο ατομικής και συλλογικής συνείδησης). Η κηλίδα είναι ανεξίτηλη. Ο Ακίν δεν τα μασάει επί τούτου (δεν αλληθωρίζει, ούτε θολώνει το κάδρο). Μπορεί (σε στιγμές) να γίνεται δυσβάσταχτο, όμως το έργο του βρίσκει διέξοδο και αποδέκτες του μηνύματος μέσα σ’ όλον αυτό τον βόρβορο, τον ζόφο, τη σήψη και την αποφορά. Αρκετοί φαντάζομαι θα αναρωτηθούν περί της σκοπιμότητας (και αναγκαιότητας) ενός φιλμ που δεν εξηγεί και πολλά για την ψυχοσύνθεση του Χόνκα (δεν είναι ψυχολογικό πορτρέτο), αλλά εστιάζει περισσότερο στις κοινωνικές συνθήκες που τον εξέθρεψαν ως περίπτωση. Ο Χόνκα προσπάθησε να εξελιχθεί, να γίνει κάποιος. Να βρει μια δουλειά και να ζήσει φυσιολογικά. Παρόλα αυτά, δεν μπόρεσε να το διαχειριστεί. Ακόμη και το ανθρώπινο ενδιαφέρον που θα επιδείξει για κείνον μια συνάδελφος καθαρίστρια, θα ενεργοποιήσει απλώς τα βάναυσα ορμέμφυτα του νοσηρού του ψυχισμού.

Σε αντίθεση με τον ευφυή ήρωα (οι φόνοι του οποίου εξελίσσουν την εσωτερική του παράνοια) στο «Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ», ο Χόνκα είναι ένα αξιοθρήνητο μικρό τέρας (συγγενεύουν μονάχα στο βαθμό έκθεσης στην ωμότητα). Κάτω απ’ τη φρίκη αχνοφέγγει ωστόσο μια (αμυδρή) ικμάδα ελπίδας. Κι ένα (χλιαρό έστω) μοραλιστικό στίγμα που (τόσο κραυγαλέα) απουσιάζει απ’ το σολιψιστικό οικοδόμημα του Τρίερ. Απλώς θα πρέπει να παραμερίσει κανείς όλα αυτά τα πτώματα, για να καταδυθεί στη σκοτεινή (και παλλόμενη) καρδιά του φιλμ.

Σπαρμένη, διακλαδωμένη μέσα στην ιστορία του κεντρικού χαρακτήρα επιπλέει σαν διαμάντι στην επιφάνεια του βούρκου (ή του βόθρου) η «περιπέτεια» ενός ραντεβού ανάμεσα σε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι (στο τελευταίο αντανακλάται και η μοναδική ικμάδα οξυγόνου-καθάριας ονείρωξης που περιστασιακά διαλύει την τοξικότητα γύρω απ’ το καθοδικό σπιράλ του ήρωα) που τελικά – τι ειρωνεία – καταλήγει να λάβει χώρα στο κακόφημο μπαρ του τίτλου (όταν παραβιάζεις την κρυπτικότητα ενός κλειστού σύμπαντος, η περιέργεια τιμωρείται : απλά κάποιες φορές τη σκαπουλάρεις φτηνά κι ανώδυνα).

Κι από δίπλα, σε μικρές αλλά χαρακτηριστικές, εντυπωτικές σκηνές, η οικογένεια των ελλήνων μεταναστών (ο «έλληνας γείτονας» Αδάμ Μπουσδούκος – απολαυστικές οι συνευρέσεις του με τον ήρωα) που ζει από κάτω, έχοντας «δραπετεύσει» απ’ την δική της δικτατορία και σε αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος (έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως μεταχειρίζεται η κάμερα του Ακίν όλες αυτές τις «εξωτερικές» φιγούρες σε σύγκριση με τους θαμώνες στο «Χρυσό Γάντι»).

Η ολοκληρωτική μεταμόρφωση (μέσα-έξω) του Γιόνας Ντάσλερ (εντελώς αγνώριστος) σε δύσμορφο Χόνκα και η συγκλονιστική παρουσία των ανυποψίαστων θυμάτων του (ιδίως της Μαργκαρέτε Τίζελ) φλερτάρουν – αν δεν ευθυγραμμίζονται – με τα τρίσβαθα ενός παρακμιακού σύμπαντος που τόλμησε να ακτινογραφήσει μονάχα ο Φασμπίντερ (στα χαρτογραφημένα νερά του οποίου κολυμπά ο Ακίν), ο δημιουργός που διάνυσε την πιο παραγωγική του περίοδο την ίδια εποχή που δρούσε και ο αληθινός Χόνκα.

Ο Ντάσλερ αιχμαλωτίζει το φακό (και το κάδρο) ως Τέρας που ξεπήδησε απ’ τον Εφιάλτη (την ώρα που τα θύματά του απλώς Ξυπνούν μέσα σ’ Αυτόν), παραμονεύοντας στις σκιές και τα σκοτάδια των δικών του αρρωστημένων εμμονών και ενστίκτων : το ύφος και η ατμόσφαιρα παραπέμπουν στην ιστορία ενός άλλου σίριαλ κίλερ, του κανιβαλικού γκέι Φριτς Χάαρμαν (τον υποδύθηκε ο Κουρτ Ράαμπ) – του επονομαζόμενου και «χασάπη του Αννόβερου» – στην «Τρυφερότητα των Λύκων» του Ούλι Λόμελ. Σε επίπεδο φωτογραφίας και σχεδιασμού παραγωγής είναι άψογο. Ειδικά το σκηνικό της σήψης και αποφοράς του εσωτερικού της σοφίτας του Χόνκα είναι τόσο (ανατριχιαστικά) ζωντανό, που νιώθεις ότι το οσμίζεσαι!

Η σκοτεινιά της μεταπολεμικής Γερμανίας εκτίθεται ανελέητα (σαν πυγμαχική γροθιά) στο «Χρυσό Γάντι», που θα ήταν απλώς ένα ακόμη ανατριχιαστικό σπλάτερ αν δεν ήταν τόσο αριστουργηματικά κατάμαυρο (ακόμη και στο χιούμορ του). Ο Ακίν χρησιμοποιεί το (αδίστακτα) αιματοβαμμένο γκροτέσκο για να εξερευνήσει ωμά, κυνικά και βάναυσα τον κατακερματισμένο, αλλοτριωμένο ψυχισμό ενός ολόκληρου έθνους: το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να προκύψει πιο διχαστικό.

Ο ήρωάς του επιλέγει το Μίσος που είναι κρυστάλλινο, ξεκάθαρο, έναντι μιας Αγάπης (την οποία ουδέποτε προφανώς γνώρισε) που πολλές φορές είναι εξίσου αμείλικτη, σχεδόν φονική. Κι όπως λέει το τραγουδάκι που παίζει πάντα στο πικάπ της βρώμικης σοφίτας του Θανάτου : «…ένα δάκρυ ξεκινάει το ταξίδι του πάνω μου»!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest