Festivals 60ό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Sweet Movie

31 Οκτωβρίου 2019 |

0

60ό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Sweet Movie

Σκηνοθεσία : Ντούσαν Μακαβέγιεφ

Με τους : Καρόλ Λωρ, Πιέρ Κλεμεντί, Άννα Προύκναλ, Σάμι Φρέι

98’ (Γαλλία/Δ. Γερμανία/Καναδάς, 1974)

«Κει στο βουνό ψηλά, κάτι μαύρο θωρώ. Μια γελαδίσια σβουνιά; Ή τον άντρα π’ αγαπώ;»

Στον Διαγωνισμό «αγνότητας» (που θυμίζει vintage, κιτσάτο ριάλιτι) για την ανάδειξη της Μις Κόσμος 1984, θριαμβεύει η Μις Καναδάς (της οποίας τα γεννητικά όργανα λαμπυρίζουν) που ακολούθως νυμφεύεται έναν Τεξανό μεγιστάνα του γάλακτος, τον πλουσιότερο άνθρωπο στον κόσμο (την μεγαλύτερη πλάκα έχει η σκρόφα – με το «αγγελικό» χαμόγελο – μάνα του τελευταίου). Σύντομα ωστόσο τρομοκρατείται απ’ το χρυσαφένιο πέος του συζύγου της και στέλνεται «πακέτο» στο Παρίσι μέσα σε μια βαλίτσα. Εκεί αναλώνεται – περιπλανώμενη – σε διάφορες (ανεπιτυχείς) σεξουαλικές περιπέτειες που στο τέλος την αφήνουν ανικανοποίητο (το δάκρυ που κυλά μ’ ένα ανδρικό μόριο κολλημένο στο μάγουλό της το μαρτυρά) και αδρανές μέλος ενός περίεργου, ασυνήθιστου κοινοβίου.

Παράλληλα με την ιστορία της Μις Καναδά παρακολουθούμε κι εκείνη της (σεξουαλικά και πολιτικά) απελευθερωμένης Άννα Πλανέτα (της Άννας του πλανήτη), που αρμενίζει ατέρμονα (σαν καταδικασμένη) σε μια ουτοπική no man’s land δίχως προορισμό, εγκαταλειμμένη και στοιχειωμένη από τις μνήμες ενός τραγικού παρελθόντος (τουτέστιν του «Φαντάσματος της Επανάστασης») στο οποίο όλοι οι εραστές της είναι νεκροί (και μόνο κάποιοι ελάχιστοι «απόμαχοι» την επισκέπτονται σποραδικά).

Περιμαζεύει έναν νεαρό ρώσο ναύτη («τι χαρά που σε συνάντησα, ένας αυθεντικός εραστής προλετάριος», του λέει) και επιδίδονται σε σεξουαλικούς πειραματισμούς πάνω στο πλοιάριό της (την «Κιβωτό της Επανάστασης»), το αμπάρι του οποίου είναι τιγκαρισμένο από μια (αστείρευτη) πανδαισία γλυκισμάτων και ζάχαρης (αλλά και εικαστικών κειμηλίων της ένδοξης και οδυνηρής Ιστορίας). Όμως… «πικρές οι βουλές και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων» (που λέει κι ο Γκάτσος) και η νοσηρή (ψυχο-σεξουαλική) προδιάθεση της ηρωίδας δεν θα αργήσει να βγει στην επιφάνεια.

Γυρισμένο το 1974, έναν χρόνο αφότου ο Μακαβέγιεφ εξορίζεται από τις Γιουγκοσλαβικές αρχές (για τα «Μυστήρια του Οργανισμού»), το Sweet Movie πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα την μόνιμη εξερεύνηση της σεξουαλικότητας, της ιδεολογίας και των ορίων της ατομικής ελευθερίας στις ταινίες του προβοκάτορα δημιουργού. Από τεχνικής απόψεως, η (δομημένη εντελώς ελεύθερα αλλά) πολυεπίπεδη αφήγηση εξακολουθεί να πειραματίζεται με την κινηματογραφική φόρμα σε τέτοιο βαθμό ώστε κοινό και κριτικοί να αποφανθούν (σχεδόν καθολικά και ομόφωνα) ότι – παρά το γεγονός πως αποτελεί ξεκάθαρη συνέχεια της προηγούμενης δουλειάς του – το Sweet Movie συνιστά την πιο «βλάσφημη» και αμφιλεγόμενη έκφραση της ανακυκλούμενης προβληματικής και της φορμαλιστικής του μεθοδολογίας. Το εκρηκτικό, αναρχικό, μηδενιστικό σχεδόν, μπαρόκ κινηματογραφικό δοκίμιο-μανιφέστο του Σέρβου auteur πάνω στις εγγενείς αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης, τις περίπλοκες εσοχές και εγκεφαλικές διεργασίες της λίμπιντο και την απελευθερωτική δύναμη της σεξουαλικότητας, γεμάτο σουρεαλιστικές εικόνες και υπερρεαλιστικούς διαλόγους (που ξεπηδούν από τη λογική του σινεμά-κολάζ), παραμένει ένα σπαραχτικά ασυμβίβαστο, sui generis εικαστικό και συμβολιστικό πυροτέχνημα.

Οι δύο ιστορίες του σεναρίου είναι βαθύτατα αλληγορικές και στενά αντιπαρατιθέμενες (στη βάση ενός σημειολογικού κοντράστ), από την άποψη πως η μεν πρώτη σατιρίζει ανελέητα την δυτική (βορειοαμερικανική), καπιταλιστική εκδοχή της εμπορευματοποίησης του σεξ, ενώ η δεύτερη αποτελεί ερωτική εκδοχή της πολιτικο-ιδεολογικής σύγκρουσης που χαρακτηρίζει τον σοβιετικού τύπου ολοκληρωτισμό. Η πρώτη ιστορία παρακολουθεί τις αλλόκοτες περιπέτειες της εστεμμένης «Παρθένας του Κόσμου» (Καρόλ Λωρ) που καταλήγει γαμήλιο, υποτακτικό τρόπαιο ενός αμερικανού κροίσου (Τζων Βέρνον).

Ο Μακαβέγιεφ οδηγεί τα βήματα της ηρωίδας του στην Ευρώπη (στο Παρίσι, την Πόλη του Έρωτα) και σε αναζήτηση σανίδας σωτηρίας και (δυνητικής) λύτρωσης μέσα από σεξουαλικές συνευρέσεις με στερεοτυπικές εκδοχές του ανδρισμού: μετά από τον Μίστερ Κεφάλαιο-αδίστακτο καπιταλιστή θα ακολουθήσουν ένας Αφροαμερικανός μπόντι μπίλντερ («Η όψη της σοκολάτας… αφού την βλέπεις, μετά την δοκιμάζεις») κι ένας Λατίνος περφόρμερ και διαβόητος γυναικάς (Σάμι Φρέι), ενώ το ταξίδι-οδύσσεια της τελευταίας θα κορυφωθεί (δίχως την πολυπόθητη λύτρωση αλλά υπό τους ήχους ενός ακορντεόν που παίζει το επαναστατικό «Σμέλα Ταβάρις») στους κόλπους ενός αυτοθεραπευτικού/αντιψυχιατρικού (ο Θεός να το κάνει) κοινοβίου – το τι γίνεται εκεί μέσα δεν περιγράφεται!

H (αλληγορική) σεξουαλική βουλιμία του οποίου μετατρέπεται σε κυριολεκτική μέσω ενός πρωτοφανούς, αποκρουστικού οργίου κατάποσης και αφόδευσης, στο οποίο βασιλεύουν η εμετοφιλία κι η κοπρο/ουρολαγνεία και που (σε στιγμές) λειτουργεί ως προάγγελος των «Ηλιθίων» (1998) του Τρίερ. Τα μέλη του τρώνε περιττώματα τραγουδώντας την «Ωδή στη Χαρά» ενώ η σεκάνς διακόπτεται απ’ την παρεμβολή ενός ασπρόμαυρου, γερμανικού επίκαιρου με την επίδειξη Φυσικών Ασκήσεων Υγιεινής για Βρέφη από έναν ταγματάρχη-νευρολόγο στο Βερολίνο, για να συνεχιστεί αμέσως μετά με την …παραποιημένη εφαρμογή τους σε «ενήλικο βρέφος» του ακατονόμαστου κοινοβίου. Στο τέλος χορεύουν όλοι ξεβράκωτοι βαλς, στους ρυθμούς της «Διεθνούς».

Το δεύτερο νήμα της αφήγησης παρακολουθεί το ταξίδι της «καπετάνισσας» Άννα Πλανέτα (Άννα Προύκναλ), που διαπλέει – υπό τους ήχους του χατζιδακικού «Is there life on the Earth?» που τραγουδά η Άνν Λόνμπεργκ – τα κανάλια του Άμστερνταμ με το πλοιάριό της (που φέρει – ειρωνικά – το όνομα Survival/Επιβίωση). Τo ταξίδι της Άννας συμβολίζει την ανεπιτυχή Ρωσική επανάσταση του 1905 αλλά και όλες τις αποτυχημένες επαναστάσεις (το σκαρί της κουβαλά μια κλαίουσα προτομή – από πεπιεσμένο χαρτί – του Μαρξ στην πλώρη).

Στο παιχνίδι έρωτος-θανάτου ανάμεσα στην ίδια και τον ναύτη Λαβ Μπακούνιν (με το αλησμόνητο πηλίκιο του «Ποτέμκιν» στο κεφάλι), την αλληγορική φιγούρα που ενσαρκώνει τον τελευταίο επιζώντα-μέλος του στασιασθέντος πληρώματος του θρυλικού Θωρηκτού (τον υποδύεται ο Πιέρ Κλεμεντί), η Άννα παροτρύνει τον εραστή της να εγκαταλείψει το πλοιάριο για να γλυτώσει. Τον προειδοποιεί πως «αυτή η μαούνα (τουτέστιν, η Επανάσταση) είναι γεμάτη πτώματα».

Η σκηνή συνοδεύεται από μια αιφνίδια, δίλεπτη παρεμβολή ναζιστικών επίκαιρων που απεικονίζουν την ανακάλυψη των ομαδικών τάφων και των σορών στο δάσος του Κατίν (Katyn). H σφραγίδα – σήμα κατατεθέν του σκηνοθετικού στυλ του Μακαβέγιεφ (η αντιπαραβολή – και τοποθέτηση πλάι-πλάι – του αυθεντικού ντοκουμέντου/υλικού τεκμηρίωσης με την μυθοπλασία) αποκτά ιδιαίτερη διάσταση και ακόμη μεγαλύτερη σημασία δεδομένου ότι, την εποχή που γυριζόταν το φιλμ, τούτη η αποτρόπαιη σφαγή-θηριωδία περίπου 20.000 Πολωνών αξιωματικών και πολιτών-αιχμαλώτων πολέμου από την μυστική αστυνομία του Στάλιν εξακολουθούσε να τυγχάνει της πεισματικής διάψευσης από πλευράς σοβιετικών και το γεγονός της θαρραλέας και απερίφραστης συμπερίληψής της εδώ (με μουσικό χαλί την φωνή της Μαρίας Κάτηρα που ερμηνεύει τους εμβληματικούς και πασίγνωστους πλέον στίχους του Χατζιδάκι : «τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς, πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχτρούς κι από πιστούς») αντισταθμίζει την (αδιάψευστη) φρίκη της πραγματικότητας με εκείνη των χαρακτήρων του Μακαβέγιεφ. Εν κατακλείδι παρατίθεται και μια φράση του σερ Όουεν Ο’ Μάλλεϋ (βρετανού επιτετραμμένου κατά τον Β’Π.Π. στην εξόριστη πολωνική κυβέρνηση), όπως διατυπώθηκε σε επιστολή του προς τον Άντονι Ίντεν – υπουργό εξωτερικών της Βρετανίας: «Να τα σκεφτόμαστε πάντα, μα να μη μιλάμε ποτέ γι’ αυτά!».

Ως επακόλουθο, η πλέον (επίμαχη και) αμφιλεγόμενη σεκάνς του έργου (εξαιτίας της οποίας η Προύκναλ εξορίστηκε για 7 χρόνια από την Πολωνία) παραμένει αυτή στην οποία η Άννα παρασύρει στο αμπάρι του πλοίου της (σ’ αυτό το candy-trap διαστροφής και φετιχιστικού ντεκόρ, με τις κλεφτές, ηδονοβλεπτικές και σινεφιλικές πινελιές) – συνοδεία σλάβικων εκκλησιαστικών ψαλμών – μια ομάδα ανήλικων αγοριών, σ’ ένα αλλόκοτο παιχνίδι που ακροβατεί μεταξύ αποπλάνησης, παιδοφιλίας και – εν τέλει – φόνου («μπορείς να με γαμήσεις αν είσαι τυχερός, μίστερ Ζάχαρη!»): αθώα θύματα, παράπλευρες απώλειες ή κοιμώμενοι-χρήσιμοι ηλίθιοι που απλώς περιμένουν το τρένο της επόμενης «επανάστασης» για να πηδήξουν επάνω, όπως μαρτυρά το τελευταίο κάδρο; Η αποκωδικοποίηση αυτής της (βασανιστικά) άβολης και σκανδαλιστικής – για την εποχή της – σεκάνς (που οδήγησε σε απαγόρευση προβολής της ταινίας στις περισσότερες χώρες) παραμένει ακόμη και σήμερα συγκεχυμένη.

Ο ίδιος ο Μακαβέγιεφ υποστήριξε (σε αρκετές συνεντεύξεις του) πως η συγκεκριμένη σκηνή δεν είναι τίποτε άλλο «παρά ένα απ’ τα αναρίθμητα παιχνίδια αποπλάνησης που όλοι έχουμε παίξει και συνεχίζουμε να παίζουμε στη ζωή μας». Απ’ την άλλη (και στα γενικότερα πλαίσια της ως τότε δουλειάς του σκηνοθέτη), θα μπορούσε να θεωρηθεί-εκληφθεί ως η πλέον αρνητική, πεσιμιστική εξερεύνηση του συγκρουσιακού δίπολου λίμπιντο και ιδεολογίας.

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα φιλμ του (ιδίως το «Έγκλημα Ζηλοτυπίας» και τα «Μυστήρια του Οργανισμού») στα οποία Έρως και Ιδεολογία απεικονίζονται ως άξονες της σύγκρουσης μεταξύ δημιουργικότητας και (συστημικής) ακαμψίας, το Sweet Movie παρακολουθεί αυτές τις δύο (αντιμαχόμενες) δυνάμεις να γίνονται Ένα! Για πρώτη φορά παρατηρεί κανείς στο έργο του Μακαβέγιεφ την (επιθυμία της) λίμπιντο να αποτελεί πρωταρχικό, βασικό καταλύτη της πολιτικής συμπεριφοράς του ατόμου και – το πιο σημαντικό ίσως – τις επιπτώσεις και συνέπειες αυτής της «ένωσης» να αποβαίνουν ολέθριες και καταστροφικές!

«Όσοι αγάπησα, έχουν πεθάνει» μονολογεί η Πλανέτα (με φόντο μια γιγαντοαφίσα στην οποία στριμώχνονται ο Κάμενεφ, η Πράβντα, ο Στάλιν κι ο Μάρλον Μπράντο). «Φοβάσαι το παρελθόν;» την ρωτάει ο Μπακούνιν. «Έφερα μπόλικη ζάχαρη. Μα δεν μπορώ να γλυτώσω απ’ την πίκρα. Αφήνει παντού ίχνη», απαντά εκείνη. Όμως τα ίχνη της δεν είναι ανιχνεύσιμα κι οι όποιοι μάρτυρες οφείλουν απλώς να… εξαφανιστούν.

«Ζηλεύω τόσο πολύ που ο Βακούλνιτσουκ (ο επικεφαλής ναύτης της εξέγερσης στο Ποτέμκιν) σκοτώθηκε» λέει ο τελευταίος, λίγο προτού το εκτυφλωτικό, κρυσταλλικό λευκό του βουνού της ζάχαρης που τον καλύπτει γίνει …πορφυρό! Τι τα θες όμως, η ζωή δεν είναι μόνο γλυκιά (κι ας… διαφημίζεται ως τέτοια) αλλά και δολοφονική συνάμα, αφού στο τέλος ακόμη και η Μις Κόσμος πνίγεται (ηδονικά και βασανιστικά) μέσα σε τόνους λιωμένης σοκολάτας…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest