Festivals 59o Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: «Leave No Trace»

5 Νοεμβρίου 2018 |

0

59o Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: «Leave No Trace»

Σκηνοθεσία : Ντέμπρα Γκράνικ

Με τους : Μπεν Φόστερ, Τομασίν Μακένζι

Διάρκεια : 109’

To Leave No Trace σηματοδοτεί την επιστροφή της δημιουργού του Winter’s Bone και εικάζω πως βάζει πλώρη και για τα Όσκαρ. Τόσο απλά. Άλλωστε, το indie έχει ανεβάσει εδώ και καιρό τον πήχη πολύ ψηλά. Το μινιμαλιστικό αλλά στιβαρό δράμα της, δεν κυοφορεί εξωγενείς απειλές. Ο «εχθρός» κατοικεί στο μυαλό του ήρωα, του εξαιρετικού Μπεν Φόστερ (του Hell or High Water), ενός στοργικού πατέρα και βετεράνου του Ιράκ που υποφέρει από μετατραυματικό στρες, κατάθλιψη και αποξένωση, ο οποίος ζει με την έφηβη κόρη του στα δάση του Όρεγκον όχι επειδή το θέλει, αλλά επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Ενώ όμως η κατάσταση του είναι ο καταλύτης ολόκληρης της αφήγησης, η ίδια (ευφυώς) δεν υπερτονίζεται (ούτε υπεραναλύεται), παραμένοντας υπό το πέπλο της αμοιβαίας κατανόησης ανάμεσα στον ίδιο και την μικρή. Ένας δεσμός ατόφιος, ζωντανός, που ενισχύεται από τον μετρημένο, ουσιαστικό και άκρως ρεαλιστικό διάλογο και τις υπέροχες ερμηνείες, ιδίως της νεαρής Τομασίν Μακένζι, στο πρόσωπο (και κυρίως στην κουρασμένη ωριμότητα του βλέμματος) της οποίας η Ντέμπρα Γκράνικ ανακαλύπτει (μάλλον) μια καινούργια Τζένιφερ Λώρενς.

Το φιλμ στοχάζεται πάνω στην έννοια της κοινωνικής ένταξης και κοινωνικοποίησης και τις νόρμες που την περιβάλλουν, στο τι μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό ή μη, παρατηρώντας έναν τρόπο ζωής που μπορεί να απέχει απ’ τον αποδεκτό, ιδανικό ή ειδυλλιακό, αλλά εξασφαλίζει την αυτονομία βούλησης, σκέψεων και διαχείρισης του προσωπικού, εσωτερικού κόσμου. Η βαθιά κατανόηση της Γκράνικ γι’ αυτούς που ζουν στις παρυφές του κοινωνικού ιστού, ενισχύεται απ’ το υπέροχο νατουραλιστικό της βλέμμα, που κινείται με την ίδια άνεση και επιδεξιότητα ανάμεσα στην άγρια φύση του Όρεγκον και τον «πολιτισμό» (τη σύντομη παραμονή των δύο κεντρικών χαρακτήρων σε μια «φάρμα επανένταξης», τις δυσκολίες προσαρμογής αλλά και τα διλήμματα που εγείρει), τους δασικούς δρυμούς και τους αυτοκινητόδρομους, την ψυχρή αίσθηση της μεγαλούπολης (παράδειγμα η σκηνή στο εναέριο τραμ του Πόρτλαντ) και την ζεστή εικόνα του αυτοσχέδιου κοινοβίου – στους κόλπους του οποίου θα βρεθούν για λίγο, όλα αυτά είναι (μικροί) κόσμοι αποτυπωμένοι με μεγάλη σκηνοθετική σιγουριά και υπόγεια δύναμη, που προσδίδουν στην εικόνα αβίαστη αμεσότητα δίχως ίχνος επιτήδευσης ή μελοδραματισμού.

Το φυσικό σκηνικό άκρως επιβλητικό, οι φωτοσκιάσεις των δέντρων και οι ανάσες του ανέμου αιχμαλωτίζουν το κάδρο με πρωταγωνιστική πυγμή. Το σενάριο αξιοποιεί υποδειγματικά τους χαρακτήρες (την στοχαστική φύση της Μακένζι και την στωική δύναμη του Φόστερ), εναρμονίζοντάς τους πλήρως στον σκηνοθετικό βηματισμό.

Το Leave No Trace είναι ένα φιλμ που για να το αφουγκραστείς πρέπει να το αφήσεις να σε παρασύρει μέσα του, στις σιωπές και στους ήχους του, στο λεπτό στρώμα μελαγχολίας που το καλύπτει, σε κείνη τη λυτρωτική, παρήγορη αίσθηση πως η αγάπη είναι πλασμένη για να σμιλεύει, να χαλκεύει και όχι να δυναστεύει, σαν έρθει η ώρα να αφεθεί ελεύθερη να αναζητήσει το δικό της δρόμο…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑