Festivals 60ό ΦΚΘ: Innocence Unprotected

6 Νοεμβρίου 2019 |

0

60ό ΦΚΘ: Innocence Unprotected

Σκηνοθεσία: Ντούσαν Μακαβέγιεφ
Με τους: Ντράγκολιουμπ Άλεξιτς, Μπράτολιουμπ Γκλιγκόριεβιτς, Βέρα Γιοβάνοβιτς, Άνα Μιλοσάβλιεβιτς

79’  (Γιουγκοσλαβία, 1968)

ε.τ. Απροστάτευτη αθωότητα

Ένα φιλμ που δομείται ως κολάζ τριών διαφορετικών αλλά συνδεδεμένων μεταξύ τους αφηγήσεων. Η βασική περιστρέφεται γύρω από την πρώτη σέρβικη ομιλούσα ταινία – το Innocence Unprotected του 1942 – με επίκεντρο τον γιουγκοσλάβο μασίστα (πρόδρομο του μπόντι μπίλτερ) και κασκαντέρ-εκτελεστή ριψοκίνδυνων ακροβατικών, Ντράγκολιουμπ Άλεξιτς (παραγωγό και πρωταγωνιστή του φιλμ). Η δεύτερη αποτελείται από ντοκιμαντερίστικο υλικό – τραβηγμένο στο Βελιγράδι και άλλα σημεία της πληγείσας από τον πόλεμο Σερβίας – που εναλλάσσεται με κομμάτια του αυθεντικού φιλμ του ’42.

Οι παρεμβολές-ντοκουμέντα απεικονίζουν την ζωή στη χώρα υπό ναζιστική κατοχή: στιγμές καθημερινότητας που εναλλάσσονται με σκηνές μαζικών καταστροφών και ξυπνούν μνήμες της τεράστιας ταλαιπωρίας του σερβικού λαού, εγείροντας συγχρόνως ερωτήματα για τα φαινόμενα συνέργειας και δωσιλογισμού διαφόρων. Τέλος, όλα τα προηγούμενα περικλείονται σε ένα τρίτο αφηγηματικό επίπεδο, αυτό ενός ντοκιμαντέρ που εξελίσσεται στο σήμερα με τους επιζώντες συντελεστές του φιλμ του ’42 να θυμούνται και να εξιστορούν στην κάμερα την εμπειρία τους από την περιπέτεια των γυρισμάτων.

Με περίσσεια ριζοσπαστικότητα (αλλά και αποφασιστικότητα) σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα έργα του (Man is not a Bird, Love Affair), ο Μακαβέγιεφ παντρεύει στην «Απροστάτευτη Αθωότητα» τον πειραματισμό της κινηματογραφικής φόρμας με μια προσεγμένη (σχετικά μετριοπαθή), χιουμοριστική, έξυπνη και διακριτικά εύστοχη εξέταση σύνθετων και (εν πολλοίς) άβολων ζητημάτων που άπτονται του ιστορικού και ιδεολογικού γίγνεσθαι. Το Innocence Unprotected αποτελεί ένα κινηματογραφικό κολάζ που συγκροτείται από ετερόκλητο οπτικό υλικό. Τo κυρίως μέρος καλύπτει η (προπαρασκευασμένη) ένταξη σ’ αυτό του ομώνυμου, ερασιτεχνικού μελοδράματος που γυρίστηκε το ’42 στο κατεχόμενο Βελιγράδι, με ήρωα τον διάσημο προπολεμικό ακροβάτη Άλεξιτς.

Η απόφαση του σκηνοθέτη να χτίσει το δικό του κινηματογραφικό οικοδόμημα πάνω του βασίζεται αφενός στο γεγονός πως το συγκεκριμένο αποτελεί την πρώτη ομιλούσα παραγωγή στα σερβο-κροάτικα, αλλά και στο ότι το τελευταίο αγνοήθηκε εσκεμμένα (και επί μακρόν) από την μεταπολεμική γιουγκοσλαβική κινηματογραφική ιστοριογραφία (επειδή γυρίστηκε στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής – και για πολλούς, μη γνωρίζοντες, θεωρήθηκε αβασάνιστα προϊόν της). Στο ξεκίνημα του έργου, ο συμπαραγωγός του φιλμ (που υποδυόταν και τον αδερφό του πρωταγωνιστή) διηγείται πως ασφάλισε την αυθεντική κόπια της ταινίας (μαζί με τα αρνητικά και την ηχητική μπομπίνα) την άνοιξη του ’44 σε υδατοστεγές κάνιστρο ενός χωριού της Σερβίας , θάβοντάς τα μέσα στον ασβέστη για να τα ανασύρει άθικτα με την Απελευθέρωση (το ΄46).

Γύρω απ’ το ορίτζιναλ φιλμάκι του ’42, ο Μακαβέγιεφ δημιουργεί μια πολυεπίπεδη φιλμοκατασκευή που περιλαμβάνει επίκαιρα και ντοκουμέντα απ’ το Βελιγράδι της περιόδου του Πολέμου, συνεντεύξεις στο σήμερα με τον ίδιο τον Άλεξιτς και τα υπόλοιπα επιζώντα μέλη του καστ και του τεχνικού συνεργείου, μουσικά ιντερμέδια, καινούργιους διάτιτλους (σαν τους τίτλους-λεζάντες των βωβών ταινιών) και νέα, επιχρωματισμένα κομμάτια απ’ το αυθεντικό φιλμ  (ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν τα βαμμένα χείλη και το κατακόκκινο αίμα στην παλάμη της ηρωίδας ή ένα γυναικείο φόρεμα που άξαφνα αναδύεται στα χρώματα της γιουγκοσλαβικής σημαίας). To τελικό αποτέλεσμα προκύπτει ασυνήθιστο, ελκυστικό και ενδιαφέρον, καθώς η αλληλουχία των σεκάνς-ακολουθιών ενός τόσο ετερόκλητου υλικού διασταυρώνεται στην οθόνη προσφέροντας μια συγκεχυμένη (ενίοτε), ανορθόδοξη αλλά και – σε στιγμές – διαφωτιστική ματιά σε μια σειρά από ζητήματα: απ’ την ανάπλαση-αναπαράσταση της καθημερινής ζωής στην Γιουγκοσλαβική (και Σερβική) πρωτεύουσα τις μέρες του Άξονα μέχρι την ίδια τη φύση και ουσία της διαδικασίας του film-making. Με την ανάμιξη όλων των παραπάνω στην αυθεντική φιλμοκατασκευή του ’42 o Μακαβέγιεφ μπολιάζει ένα απλό μελοδραματικό σενάριο με αληθινή ιστορική βαρύτητα, προσφέροντας μια περιεκτική αίσθηση-γεύση του αληθινού τρόμου των (σκοτεινών, ζοφερών) ημερών που μνημονεύει-αναπλάθει (αλλά και των ελάχιστων, φωτεινών τους εξαιρέσεων) και όσων (τυχερών) γλύτωσαν από δαύτες.

Οι συντελεστές του φιλμ σουλατσάρουν στη στέγη ενός κτιρίου (με το σύγχρονο Βελιγράδι να απλώνεται στα πόδια τους) και ανακαλούν μνήμες απ’ την εποχή (και τη δοκιμασία) των γυρισμάτων.  Ο διευθυντής φωτογραφίας Μίσκοβιτς ενθυμείται : «όλοι παρίσταναν στα γυρίσματα τον Ρόναλντ Κόλμαν και την Γκρέτα Γκάρμπο. Τους είπα πως το σινεμά δε χρειάζεται ρεπλίκες ούτε…συντρόφους, αλλά σκλάβους! Δεν είχα χρόνο να παίξω χαρτιά, να χορέψω, να κοιμηθώ με τη γυναίκα μου, να κάνω παιδιά, κι αυτό εξαιτίας του κινηματογράφου!  Γεγονός παραμένει πως το σύγχρονο σινεμά μας – όχι μόνο το δικό μας αλλά και της Βουλγαρίας – ξεπήδησε απ’ τις τρύπες του δικού μου ζωναριού. Η συμβολή μου υπήρξε γόνιμη, αν μη τι άλλο».

Άλλα μέλη του καστ αφήνουν (σαφέστατη) νύξη για το αμφιλεγόμενο της ηθικής ενός καλλιτέχνη (του Άλεξιτς) που ενώ (προπολεμικά) μοίραζε τα (μαζικά) έσοδα απ’ τα ακροβατικά νούμερα-επιδείξεις του ως αλληλέγγυος στα μέλη διαφόρων τσίρκων, σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη, σε κοινωφελή ιδρύματα κλπ – εν συνεχεία ταξίδεψε σε όλη τη Γιουγκοσλαβία (και τη Βουλγαρία) προβάλλοντας την «Απροστάτευτη Αθωότητα» και τσεπώνοντας ανυπολόγιστα κέρδη, ενώ όλοι όσοι συμμετείχαν και συνέβαλλαν στην δημιουργία-ολοκλήρωση του φιλμ έμειναν παντελώς απλήρωτοι και αδέκαροι.

Το επιμνημόσυνο τσιμπούσι των επιζώντων πάνω απ’ τον τάφο ενός εκλιπόντος μέλους του καστ και η ανάμνηση του πόσο πείνασε ο τελευταίος στην διάρκεια της κατοχής, συνδυάζεται με παρεμβολές ναζιστικών επίκαιρων στα οποία οι στρατιώτες λαμβάνουν μια πρωινή δόση μουρουνέλαιου από συκώτι βακαλάου! Άπαντες θυμούνται το πώς χρηματοδοτήθηκε το φιλμ (πουλώντας σε όλο το Βελιγράδι …εσπαντρίγιες), ενώ στα γυρίσματα κατόρθωσαν να μην πεθάνουν της πείνας χάρη σε κάποιον τύπο που τους προμήθευε καλαμποκόψωμο. Σκηνές τρύγου (χαρωπές αγρότισσες με παραδοσιακές στολές) στο Σμεντέρεβο εναλλάσσονται με πολυπληθή πλάνα μιας πολιτικής κηδείας που αναδεικνύουν την σχετική αστάθεια και ενδογενή έριδα της συγκεκριμένης περιόδου, ενώ στα κάδρα παρεισφρέει και το κοντράστ των γερμανικών στρατιωτικών συσσιτίων με εικόνες των εξαθλιωμένων, υποσιτισμένων Σέρβων.

Στο τέλος, ο Μακαβέγιεφ μας αποκαλύπτει και το background των συντελεστών του αυθεντικού φιλμ του ‘42 : η πρωταγωνίστρια Μιλοσάβλιεβιτς ανήκε στο δυναμικό του agitprop (τμήματος προπαγάνδας) της Τρίτης Στρατιάς. Ο συμπαραγωγός Ζίβκοβιτς υπηρέτησε στην 6η Μεραρχία της (κροατικής) Λίκα, ο Μίσκοβιτς υπήρξε καμεραμάν του Απελευθερωτικού Στρατού, η Γιοβάνοβιτς (που υποδύεται την «κακιά» μητριά της ηρωίδας) πέρασε έναν χρόνο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Μπάνικα (συνοικία-περιοχή του Βελιγραδίου). Μετά την Απελευθέρωση, κανείς δεν πίστευε πως το συγκεκριμένο φιλμ είχε γυριστεί κάτω απ’ τη μύτη (και δίχως την επίσημη έγκριση) των γερμανικών δυνάμεων κατοχής (για παράδειγμα, ποιος δεν αντιλαμβάνεται την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να απελευθερωθεί απ’ τις ασφυκτικές κλειδωνιές των επιδείξεών του ως συμβολική απεικόνιση του αγώνα του σέρβικου λαού να αποτινάξει τα δεσμά της ναζιστικής κατοχής;).

 H μονταρισμένη έκβαση αυτού του φιλόδοξου και ανατρεπτικού κολάζ καταλήγει πολυσχιδής και ευφάνταστη: το (πρωταρχικό) φιλμ του Άλεξιτς (κατορθώνει να) αναδύεται ως γνήσιο προϊόν των κοινωνικών περιστάσεων και συνθηκών του καιρού του. Όταν η ορφανή Νάντα (Άνα Μιλοσάβλιεβιτς) – ηρωίδα του έργου και προσωποποίηση της «απροστάτευτης αθωότητας» (που μάλλον συμβολίζει και την ίδια την Σερβία, ενώ ο δυνάστης της την μπότα του βάναυσου, γερμανού εισβολέα) – κοιτάζει με απόγνωση έξω απ’ το παράθυρο, ο Μακαβέγιεφ «διακόπτει» τη σκηνή με πλάνα αρχείου απ’ το Βελιγράδι του Πολέμου (σκηνές ανθρωπιστικής δυστυχίας από τα συντρίμμια και χαλάσματα μιας φλεγόμενης, βομβαρδισμένης πόλης) κι έτσι η προσωπική της τραγωδία μοιάζει να ταυτίζεται με την συγκυρία της Ιστορίας. Ομοίως όταν ο μοχθηρός, επίδοξος μνηστήρας – ο εύπορος και ισχυρός κος Πέτροβιτς (Μπράτολιουμπ Γκλιγκόριεβιτς) – επιχειρεί να βιάσει την ηρωίδα, ο Μακαβέγιεφ παρεμβάλλει μια σεκάνς με ναζιστικά επίκαιρα που απεικονίζουν την προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στο Ανατολικό Μέτωπο, απ’ την οποία προκύπτει άλλη μια αντιστοίχηση της κατάστασης της Νάντα με εκείνη της κατεχόμενης Γιουγκοσλαβίας.

Επιπροσθέτως (και στη βάση της ίδιας μεθοδολογίας), οι σχολιασμοί των επιζώντων σε ότι αφορά τις συνθήκες των γυρισμάτων και την ολοκλήρωση του φιλμ υπό ναζιστικό καθεστώς, είναι εξίσου αποκαλυπτικές. Μαθαίνουμε, για παράδειγμα, πως στα δικά τους μάτια η παραγωγή της πρώτης ομιλούσας, σερβο-κροάτικης ταινίας στις μέρες της γερμανικής κατοχής συνιστούσε πράξη αντίστασης, λειτουργώντας ως επιβεβαίωση της ατομικής υπόστασης και της συλλογικής-εθνικής τους ταυτότητας: όταν προβλήθηκε, το Innocence Unprotected έκοψε απείρως περισσότερα εισιτήρια και έτυχε ασύγκριτα θερμότερης υποδοχής -το παρατεταμένο χειροκρότημα και οι ενθουσιώδεις ιαχές του πλήθους θύμιζαν διαδήλωση – απ’ ότι το εντυπωσιακό Die goldene Stadt (Η χρυσή πόλις, 1942) του τρομερού παιδιού του προπαγανδιστικού Χόλυγουντ του Χίτλερ Φάιτ Χάρλαν, που παιζόταν σε παρακείμενη αίθουσα.

Μαθαίνουμε επίσης, πως το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων έγινε σε ώρες απαγόρευσης κυκλοφορίας και πως – προκειμένου να εξασφαλιστεί το απαιτούμενο στοκ (μέτρα) σε φιλμ – ο παραγωγός της ταινίας δωροδόκησε έναν Γερμανό τεχνικό με ζαμπόν, λουκάνικα και άλλες προμήθειες (από τη μαύρη αγορά). Σ’ όλη τη διάρκεια του έργου, γίνονται σαφείς νύξεις περί της δεδομένης (ως έναν βαθμό) υπέρβασης ή θυσίας (ενίοτε και με αρνητική έννοια) που απαιτεί η διαδικασία της φιλμοκατασκευής (και πως η τελευταία την ενσωματώνει), ενώ ο ίδιος ο Μακαβέγιεφ μας αποκαλύπτει και μια άλλη – λιγότερο ευχάριστη ή βολική – αλήθεια: πως τέχνη και καλλιτέχνες κουβαλούν συνήθως ένα δικό τους, ιδιότυπο (και για πολλούς ανεξήγητο) μοραλισμό κι ένα φρόνημα που, όσο κι αν πολλές φορές μοιάζει βουβό στα κελεύσματα ή τις επιταγές της ιστορικής-πραγματικής συγκυρίας, παραμένει άλλο τόσο ανοιχτό απέναντι στις αντιφάσεις της ίδιας της ζωής. Αργυρή Άρκτος και Βραβείο FIPRESCI στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest