Festivals 59o Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Το πρόσωπο της Μέδουσας (Vortex)

4 Νοεμβρίου 2018 |

0

59o Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Το πρόσωπο της Μέδουσας (Vortex)

Σκηνοθεσία : Νίκος Κούνδουρος

Με τους : Φίλιππο Βλάχο, Χαρά Αγγελούση, Φάνη Χηνά, Αλέξη Μανθεάκη, George Willing

Διάρκεια : 80’

Έτος παραγωγής : 1967

Ομολογώ πως πρωταρχικός (παρεμπιπτόντως παραμένει και κυρίαρχος, τουλάχιστον για μένα) λόγος για να δεις το Πρόσωπο της Μέδουσας, είναι η ίδια! – δηλαδή κείνο το «εγκληματικής» σαγήνης θηλυκό (πιο αλαβάστρινα στιλπνό κι απ’ το αιγαιοπελαγίτικο λευκό) που ακούει στο όνομα Χαρά Αγγελούση (που οι ψαγμένοι και φανατικοί σινεφίλ θα θυμούνται ίσως απ’ το αποτυχημένο ριμέικ Δάφνης και Χλόη : οι μικροί ερασταί (1969) του Ορέστη Λάσκου, διασκευή στο δικό του ορίτζιναλ θρυλικό φιλμ του ’31, αλλά οι περισσότεροι – στα σίγουρα – απ’ το τηλεοπτικό Μινόρε της Αυγής).

Ο δεύτερος, ενδεχομένως, λόγος (κι αυτό προκύπτει δεδομένα τα τελευταία χρόνια, ξαναβλέποντάς το – άλλωστε το συγκεκριμένο είχε παραμείνει για δεκαετίες στην αφάνεια και εκτός κυκλώματος προβολής) είναι για να αντιληφθείς πως είτε συνειδητά, είτε από σπόντα (ακόμη ακόμη και ως συγκυριακό απότοκο της περιπέτειας των γυρισμάτων και της ολοκλήρωσής του) μάλλον αποτελεί τον προπομπό (αν όχι πρόγονο) του Greek Weird. Και μάλιστα weird όχι ότι κι ότι, αλλά του… απολιθωμένου είδους (καθώς αναρωτιέσαι – αποσβολωμένος – από ποιόν πλανήτη κατέβηκε)! Τόσο εκτυφλωτικά ψυχρό (μ’ αυτό το κλινικό ασπρόμαυρο), τόσο τετραγωνισμένο, αλφαδιασμένο, κυβισμένο, ευθυγραμμισμένο, τόσο προκλητικά συμβολικό.

Η ταινία γυρίστηκε σε δύο χώρους και δύο χρόνους : αρχικά καλοκαίρι του ’66 (λίγο πριν τη χούντα) στην Κρήτη και εν συνεχεία (με πρόσθετα γυρίσματα και διαρκείς αναθεωρήσεις σε σενάριο και μοντάζ) στο Λονδίνο του ’70. Μετά ήταν η σειρά της λογοκρισίας να την κάνει να δεινοπαθήσει (αρχικώς μόνο το Βερολίνο την δέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες – ήταν και υποψήφια μάλιστα για Χρυσή Άρκτο, και λογικά όσο προς τα πάνω – προς Σκανδιναβία πλευρά – πήγαινε, όλο και περισσότεροι θα ενθουσιάζονταν), εγείροντας διλήμματα πορνογραφικής φύσεως (παρόλο που, ξεκάθαρα, ο στόχος δεν είναι τέτοιος) – για τούτο ευθύνεται η υπερβολικά επίμονη (σε διάρκεια και τόλμη) για την εποχή της, ερωτική σεκάνς του φινάλε (με τη συμβολική απεικόνιση της Μέδουσας να «ρουφά» – δια της σεξουαλικής πράξεως – σαν δίνη το θύμα της).

Στην τελική της μορφή (και με τον τίτλο Vortex) προβλήθηκε το ’71 στην Γαλλική Ταινιοθήκη και το ’77 (εκτός συναγωνισμού) στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Αίσθηση προκαλεί η σύμπραξη του mainstream (και με πληθωρική τηλεοπτική παρουσία) Βαγγέλη Γκούφα στο σενάριο (που θα συνεργαζόταν, ωστόσο, εκ νέου με τον σκηνοθέτη στο Bordelo του ’85), όπως και η μινιμαλιστική μουσική επένδυση του Γιάννη Μαρκόπουλου (εκμεταλλευόμενη τα ηχητικά «ερεθίσματα» που αντανακλούν οι ελλειπτικές, γεωμετρικές συνθέσεις των κάδρων). Λίγο πριν το τέλος, την οθόνη καταλαμβάνει μια κάθετη λευκή λωρίδα σε μαύρο φόντο, λικνιζόμενη υπό τους μεταμοντέρνους ήχους του «Αποκαλυπτικού» ορατόριου «666» (σύνθεση Βαγγέλη Παπαθανασίου, στίχοι Κώστα Φέρη), εκτελεσμένου απ’ τους Aphrodites Child (πριν κυκλοφορήσει σε δίσκο).

Το (υποτιθέμενο) story του φιλμ μπορεί να εκληφθεί και ως περίπτωση «ανθρωποφαγίας» ή αλληλοσπαραγμού με επίκεντρο ένα κολασμένο θηλυκό που ως σύγχρονη Μέδουσα ή Ταραντούλα στραγγαλίζει δίχως αναστολές τα Αρσενικά. Ένα απ’ αυτά (Φίλιππος Βλάχος) την τσακώνει απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα στην αγκαλιά του νεαρού αδερφού του (George Willing) και αποτραβιέται διακριτικά, δίχως να τον αντιληφθούν. Το σκηνικό μεταφέρεται στο ειδυλλιακό ελληνικό καλοκαίρι : ο μικρότερος αδερφός εξαφανίζεται (υπόνοιες πως είναι νεκρός), η κοπέλα υποψιάζεται το φονικό αλλά σωπαίνει, ενώ το έτερο μέλος της συντροφιάς – ένας ομοφυλόφιλος (Αλέξης Μανθεάκης) που νιώθει έλξη για τον ήρωα – πιέζει για απαντήσεις, απειλώντας να καταφύγει στην Αστυνομία.

Στην παρέα προστίθεται και ένας αδιευκρίνιστος – αν και υποψιασμένος – περαστικός (Φάνης Χηνάς) όταν το κότερό του ξεμένει και ρυμουλκείται στο ερημικό νησί, που πέφτει κι αυτός στα δίχτυα της γυναίκας-αράχνης γυρεύοντας να επωφεληθεί. Ο κλοιός στενεύει, ο πυρετός της έντασης ανεβαίνει. Όταν η Αστυνομία βρίσκει το πτώμα, ο ήρωας καταλήγει να σκοτώσει (με το ίδιο όπλο, ένα τεράστιο ψαλίδι) την κοπέλα που τώρα κοιμάται στο προσαραγμένο σκάφος και στην αγκαλιά του «περαστικού» ξένου. Ένα γαϊτανάκι σκοτεινών, ανομολόγητων κινήτρων συνυφαίνεται γύρω από έναν ιστό ψεμάτων, φθόνου και ενοχών, με τους χαρακτήρες (όπως και τον θεατή) επίδοξα θύματα όχι μόνο της φαταλιστικής Μέδουσας, αλλά και του περίπλοκου (και άλυτου) παζλ που στήνει ο Νίκος Κούνδουρος.

Αποκαλύπτοντας ένα τμήμα του συνεργείου πίσω από την κάμερα (στο οποίο πρωτοστατεί σε cameo εμφάνιση ο αείμνηστος Παύλος Μάτεσις – αγνώριστος με τη γενειάδα – ως «on screen» σκηνοθέτης), ο Κούνδουρος τη μια αποδυναμώνει και την άλλη ενισχύει την ψευδαίσθηση όσων βλέπουμε. Απροειδοποίητα και με σύμμαχο το ισχυρό κοντράστ της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, μας παρασέρνει (απροετοίμαστους και εκστασιασμένους) σε ένα παιχνίδι σκοτεινών συμβολισμών.

Η πλοκή (αν υφίσταται), η υποτυπώδης (έμμεση) πρόζα και οι σύντομοι, αιχμηροί και απέριττοι (σχεδόν αφηρημένοι) διάλογοι υποτάσσονται στην υποβλητική εικονογράφηση που παραπέμπει σε θρυμματισμένο, κατακερματισμένο Όνειρο. Η σκηνοθεσία ενδιαφέρεται περισσότερο για τα Πρόσωπα (το ξεγύμνωμα, τις εκδορές τους) παρά για το σκηνικό : ανέκφραστες ανθρώπινες μάσκες πίσω απ’ τις οποίες ελλοχεύει ο Έρως και ο Θάνατος.

Η κάμερα παρακολουθεί, καταγράφει καρέ-καρέ την ψυχική αποσύνθεση, την ηθική κατάπτωση, την ταπείνωση, τη μεταπήδηση στο εντελώς αντίθετο άκρο (με το πέσιμο της μάσκας). Η παρουσία τους γίνεται αισθητή σε κάθε πλάνο, είτε πρόκειται για τις ερωτικές σκηνές (μέσω των οποίων μεταφερόμαστε σε ένα Λονδρέζικο διαμέρισμα), είτε για την κατασκευή ενός σκιάχτρου στην κορυφή του οποίου φιγουράρει ένα ανθρώπινο κρανίο (παγανιστικό σχόλιο ή πλάγια αναφορά στον Άμλετ;)

Το ειδυλλιακό φόντο απόλυτα ευθυγραμμισμένο με την μυστικοπαθή (όσο και μαγνητική) αύρα όσων (αδιευκρίνιστων) συμβαίνουν ανάμεσά τους. Πρόσωπα αποκομμένα, καταδικασμένα, ψυχικά ναυάγια στο πουθενά που τρέφονται απ’ τις σάρκες τους και βιώνουν την δική τους κλειστή «Περιπέτεια». Χωρίς να χαλαρώνει ούτε στιγμή την εσωτερική ένταση που τους διατρέχει, ο σκηνοθέτης ανασύρει στην επιφάνεια την μυστική ζωή που κοχλάζει κάτω απ’ την ψευδεπίγραφη αταραξία. Ανακατεύει τα πάντα -ότι και να πεις μέσα θα ‘σαι (από Μπέργκμαν και Αντονιόνι, μέχρι πρώιμο Πολάνσκι, Χοντορόφσκι και Αραμπάλ).

Η συχνή παρουσία της κλακέτας του σκριπτ (γράφοντας «Vortex» και τα νούμερα των λήψεων) που διακόπτει τη ροή, μας υπενθυμίζει ότι βρισκόμαστε σε ταινία μέσα σε άλλη ταινία, το ίδιο και το εμφατικά ανακόλουθο των ατάκτως και μη γραμμικώς επαναλαμβανόμενων λήψεων (στο τέλος χάνεις το μέτρημα – μικρού μήκους να το χε κάνει, καλύτερη τύχη του δίνεις. Νιώθεις πως πάει να βγάλει απ’ τη μύγα ξύγκι).

Καθίσταται εσκεμμένα δυσχερές να αποκωδικοποιήσεις εάν αυτό που παρακολουθείς είναι μέρος της αφήγησης ή της ταινίας που γυρίζεται (ή ένα και το αυτό). Πειραματικό σινεμά; Άκρως αντιεμπορικό και αυστηρά προσανατολισμένο και συντεταγμένο (ως προς την οργάνωση της εικόνας); Σίγουρα τολμηρό (και με προχωρημένη απεικόνιση της σεξουαλικότητας) για την εποχή του. Απουσία μυθοπλασίας ή απλώς επιμύθιου;

Εικονογραφημένο ψυχογράφημα ή ακατάτακτο παραλήρημα; Έλλειψη (ίσως και ανάσχεση) ανιχνεύσιμης, ευδιάκριτης πλοκής ή αφηγηματική καινοτομία; Ερμητική άσκηση ύφους που ακροβατεί (μέσα απ’ την αντιστικτική συρραφή των μερών του) στα όρια και εν τέλει εκτροχιάζεται; Ή ένα δημιουργικό αδιέξοδο, στο οποίο το αίσθημα πρόσληψης του θεατή μετεωρίζεται μεταξύ εικαστικής ευδαιμονίας και αγανάκτησης;

Η αίσθηση που δίνεται είναι πως τα πάντα τελικά γλιστρούν στο κενό (εκ της φύσεώς τους). Ως εκ τούτου, μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως το πείραμα απέτυχε, το πειραματόζωο απεβίωσε! Κι ότι η ταινία του Κούνδουρου είναι μια κακή ταινία (με ότι κι αν αυτό συνεπάγεται, όπως κι αν ερμηνεύεται). Είναι όμως μια ταινία που πρέπει να δεις (εξ ου και προηγήθηκαν τόσες όσες – ούτε καν τις μέτρησα – λέξεις για να σε πείσουν). Έστω μια φορά!

Τα πάντα εκκινούν απ’ την αρχαιοελληνική τραγωδία, αμφίβολο εν τούτοις εάν καταλήγουν σε Κάθαρση. Κατά ομολογία του ίδιου του σεναρίου, η Μοίρα εδώ λαμβάνει διαστάσεις όχι μεταφυσικές, αλλά …γεωμετρικές. Εγκλωβίζεται σε αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια (κάδρα ασύμμετρα, παράξενες γωνίες λήψης, πρόσωπα που κατοικούν συχνά στις παρυφές κι όχι στο κέντρο τους, κάμερα στο χέρι που τη μια τα προσεγγίζει και την άλλη απομακρύνεται – κάποιες φορές απλώς τα ακολουθεί).

Η απρόσιτη Μέδουσα εξουδετερώνει την προσχηματική αντίσταση των αρσενικών κληρονόμων του αρχαίου μύθου που αγωνίζονται για την εύνοιά της (σχεδόν τους παραλύει) με ένα κοίταγμα, την ίδια ώρα που με κρυφή χαρά μελετά την ομορφιά της μπροστά στον καθρέφτη. Ανίκανοι να φύγουν, οι τελευταίοι μένουν και (αυτο)καταστρέφονται, όπως τα μυθολογικά τους πρότυπα. Η σύγχρονη (και ουσιωδώς υπαινικτική) διάσταση του μύθου πυκνώνει, οι εικόνες καταλύουν μέσω της διαρκούς παρουσίας (και επίμονης χρήσης) του Φωτός τα πρόσωπα, τις πράξεις και την σημασία τους. Ένα όμως παραμένει βέβαιο, ακλόνητο και αξόρκιστο : το αλησμόνητο, διαπεραστικό βλέμμα του απίθανου πλάσματος που ακούει στο όνομα Χαρά Αγγελούση και ο τρόπος με τον οποίο κάθε κύτταρό της αιχμαλωτίζει το φακό!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑