Festivals 59ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: The Guilty (Den Skyldige)

6 Νοεμβρίου 2018 |

0

59ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: The Guilty (Den Skyldige)

Σκηνοθεσία : Γκούσταφ Μέλερ

Με τους : Γιάκομπ Σέντεργκρεν, Τζέσικα Ντίναγκε (φωνή), Γιόχαν Όλσεν (φωνή), Ομάρ Σαργκαβί (φωνή)

Διάρκεια : 85’

Είναι πολύ δύσκολο να μιλάς για ταινίες που ανανεώνουν συναρπαστικά τους δυνητικούς ορίζοντες της κινηματογραφικής γλώσσας (βάζοντας υψηλά στοιχήματα με τον εαυτό τους), όταν και η παραμικρή αναφορά στην ευρηματικότητα της αφήγησης και αναπαράστασης που επιχειρούν κινδυνεύει να καταλήξει σε spoiler. Το ντεμπούτο του Δανού Γκούσταβ Μέλερ είναι μια μελαγχολική, πεσιμιστική πραγματεία πάνω στο ψυχικό άχθος και τον μοραλισμό. Το επίσημο Δόγμα της χώρας του σκανδιναβού δημιουργού μπορεί να είναι ο Λουθηρανισμός, όμως το φιλμ του φαντάζει βαθύτατα… Καθολικό! Σαν να επιχειρούσε ο Κισλόφσκι να γυρίσει ένα (Nordic) αστυνομικό ψυχόδραμα δωματίου.

Στο επίκεντρο αυτού του εξαιρετικά δύσκολου εγχειρήματος δεσπόζει η φιγούρα ενός μάχιμου αστυνομικού σε προσωρινή δυσμένεια (νύξεις για ένορκη διοικητική εξέταση σε εξέλιξη που αφορά παράπτωμα στο οποίο έχει υποπέσει), ο οποίος βρίσκεται στην (άχαρη, ενοχλητική και δυσάρεστη) θέση να διεκπεραιώνει τηλεφωνικές βάρδιες δεχόμενος τις κλήσεις της Αμέσου Δράσεως. Την συμπεριφορά του γίνεται (ευθύς εξαρχής) αντιληπτό ότι προσδιορίζει (σε μεγάλο βαθμό) το συνειδησιακό άλγος της προσωπικής του κατάστασης : η δυσφορία για τον τρόπο που οι συνάδελφοι τριγύρω τον παρατηρούν (και τον σχολιάζουν αναμεταξύ τους), η (εμφανής) αποστροφή (και ανωτερότητα) με την οποία ο μέχρι πρότινος μπαρουτοκαπνισμένος μπάτσος αντιμετωπίζει (μόλις που καταδέχεται) τους δημόσιους υπαλληλίσκους-τηλεφωνητές με τους οποίους η μοίρα τον έριξε πλάι-πλάι, η αγανακτισμένη αντίδραση στην όχληση από δημοσιογράφους που βρίσκουν το νούμερο του κινητού του και τον πιέζουν για κάποια δήλωση στα Μέσα πριν την Ακρόαση της υπόθεσής του, ο εκνευρισμός και η απογοήτευση για το γεγονός της (προσωρινής;) εγκατάλειψης απ’ την σύντροφό του.

Συστήνοντας (άνευ φόβου ή δισταγμού) στον θεατή έναν δύσκολο, μη συμπαθή χαρακτήρα, το ελκυστικό πρωτόλειο του Μέλερ (συμ)παρασύρει και τους δυο (θεατή και πρωταγωνιστή) σε μια αγωνιώδη Αναζήτηση-Δοκιμασία που σύντομα γίνεται για τον ήρωα πολύ προσωπική υπόθεση, απ’ την επιτυχή έκβαση της οποίας λες και καθορίζεται (σε μεγάλο βαθμό) το εάν θα ξορκίσει τους δικούς του Δαίμονες και το (εν δυνάμει) Κολαστήριο στο οποίο έχει ριχθεί (το αποτράβηγμα και η απομόνωσή του στο δεύτερο μισό του φιλμ σε μια παγωμένη, σκοτεινή αίθουσα, αντιμέτωπος μέσω μιας τηλεφωνικής συσκευής με τις Φωνές του Δράματος και τις προσωπικές του Ερινύες, το συμβολίζουν υποδειγματικά), επιτυγχάνοντας την πολυπόθητη (τελική) Λύτρωση-Κάθαρση!

Το (προσωρινό) Καθαρτήριο-Αίθουσα Αναμονής (τουλάχιστον μέχρι την Ακρόαση της υπόθεσης) του ήρωα είναι ένα στενό διαχωριστικό γεμάτο καλώδια, οθόνες και τηλεφωνικές συσκευές (που κοσμείται από έναν ευδιάκριτο κόκκινο λαμπτήρα-σαν μίνι φάρο, που αναβοσβήνει σε κάθε εισερχόμενη κλήση). Ο τελευταίος επιχειρεί κάθε φορά (όχι πάντα ψύχραιμα και επιτυχημένα) να κατευνάσει ή να καθοδηγήσει τους ευρισκόμενους στην άλλη άκρη της γραμμής (το αγχολυτικό μπαλάκι σιλικόνης που παίζει στα δάχτυλά του, σαν αυτά που μοιράζουν στις πολυεθνικές, μαρτυρά την προσπάθεια που καταβάλλει).

Τα περισσότερα απ’ αυτά τα «έκτακτα περιστατικά» είναι της πλάκας : μαστουρωμένοι πιτσιρικάδες που παίρνουν την Άμεσο Δράση ζητώντας …ασθενοφόρο, αφελείς γιάπηδες που ψωνίζουν ιερόδουλες σε πάρκινγκ κοντά σε Red Lights District κι εκείνες τους ληστεύουν, σουρωμένες ντόπιες που γκρεμοτσακίζονται απ’ το ποδήλατό τους (στη Δανία βρίσκεσαι, μην το ξεχνάς) στη δημοσιά επιστρέφοντας απ’ την παμπ, διάφορα τέτοια. Και τυγχάνουν της (λιγότερο ή περισσότερο διακριτικής) δυσφορίας και περιφρόνησης του ήρωα.

Και τότε έρχεται το τηλεφώνημα που ανατρέπει τα πάντα : από μια μυστηριώδη και πανικοβλημένη γυναίκα, προφανές (απ’ τα συμφραζόμενα) θύμα απαγωγής. Λειτουργώντας (με τα ελάχιστα «εργαλεία» και στοιχεία που έχει στη διάθεσή του) ως υποδειγματικός ανακριτής, όντας καθηλωμένος σε μια καρέκλα, θέτει σε πυρετώδη εγρήγορση το ένστικτο του μπάτσου και αναγκάζεται να πείσει διάφορους άλλους (ανάμεσά τους και τον επί μακρόν συνεργάτη του, που ετοιμάζεται να καταθέσει την επομένη για λογαριασμό του στην Ακρόαση) να γίνουν τα μάτια και τα αυτιά του σε μια αναπάντεχα ειδεχθή, ανατριχιαστική και ανατρεπτική υπόθεση (που ίσως – από ένα σημείο και μετά – οι πολύ εξασκημένοι και υποψιασμένοι, οι οποίοι κολλάνε ένσημα στο είδος, αντιληφθούν να έρχεται), που ταυτοχρόνως σηματοδοτεί και την διείσδυση στα άδυτα του κεντρικού χαρακτήρα και την αποκάλυψη της προσωπικής του Κόλασης.

Ένα καθηλωτικό ψυχολογικό θρίλερ, που η δομή του (σαν το Locke του Steven Knight ή – ακόμη πλησιέστερα – το The Call του Brad Anderson) επιχειρεί να χτίσει δραματουργικό υπόβαθρο και ένταση με άξονα (φαινομενικά) αντι-κινηματογραφικά υλικά : έναν κεντρικό χαρακτήρα αδιάκοπα – επί 85’ λεπτά – στην Οθόνη (δίνοντάς σου την αίσθηση ενός uncut μονοπλάνου), καθηλωμένο πίσω από μια ηλεκτρονική συσκευή-μαρτύριο, να επιχειρεί να λύσει ένα μυστήριο με τον αφηγηματικό μηχανισμό να ρολάρει μέσα από τις εκφράσεις προσώπου και την κίνηση σώματος του τελευταίου, αλλά και μέσω του ηχοχρώματος (πολύ δύσκολο εγχείρημα) της Φωνής όλων των υπολοίπων χαρακτήρων που τον πλαισιώνουν. Η σκηνοθεσία επιτρέπει στον θεατή να αφουγκραστεί την απόγνωση του ήρωα μέσα από σφικτά κοντινά μερικών μόλις δευτερολέπτων, πριν ο ίδιος επιστρέψει και πάλι – ως καλοκουρδισμένο γρανάζι – στο καβούκι του μπάτσου. Η ψυχρή φωτογραφία σε μπλε και γκρίζο, ενισχύει τη μουδιασμένη ατμόσφαιρα που αναδεικνύει το φόντο.

Ο Μέλερ εκμαιεύει κίνηση απ’ το στατικό πλάνο, δημιουργεί σασπένς και συναίσθημα μέσω μη τυπικής δράσης και παρατηρεί-καταγράφει-απαθανατίζει τον ήρωά του με υπομονή και χειρουργική ακρίβεια, καθώς ο (εξαιρετικός πρωταγωνιστής) Γιάκομπ Σέντεργκρεν χρωματίζει τις πτυχές και κλιμακώνει τις εσωτερικές συγκρούσεις του χαρακτήρα που υποδύεται με αξιοζήλευτη προσήλωση. Το φιλμ του σκανδιναβού δημιουργού εκκινεί (λαμβάνει αφορμή) απ’ την αναζήτηση του Ενόχου ενός αστυνομικού γρίφου, για να καταλήξει στην αντιμετώπιση της προσωπικής Ενοχής του πρωταγωνιστή και τη διαχείριση της συνειδησιακής πάλης που αυτή επιφέρει. Αυτή η αντιπαράθεση του ήρωα με το βάρος της Αμαρτίας του, είναι και το Καθολικό υπόβαθρο του έργου. Κι η ευφυής προσέγγιση του Μέλερ βάζει για λίγη ώρα (όσο διαρκεί η ταινία) τον θεατή στη θέση του Θεού, ζητώντας του να αποφασίσει εκείνος εάν οι χειρισμοί ενός ανθρώπου που κουβαλά ήδη τον Σταυρό του προσωπικού του Γολγοθά αρκούν για να επιφέρουν την πολυπόθητη Εξιλέωση…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑