Festivals 59ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: «Dogman»

4 Νοεμβρίου 2018 |

0

59ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: «Dogman»

Σκηνοθεσία : Ματέο Γκαρόνε

Με τους : Μαρτσέλο Φόντε, Εντοάρντο Πέσε, Νούντσια Σκιάνο

Διάρκεια : 103’ (Ιταλία, 2018)

Το Dogman του Ματέο Γκαρόνε (Ο Ταριχευτής, Gomorra) ξεχωρίζει κυρίως για την συγκλονιστική (δικαίως βραβευμένη στις φετινές Κάννες) ερμηνεία του Μαρτσέλο Φόντε (σπαραχτική φιγούρα-μπραβούρα, βγαλμένη λες κατευθείαν απ’ το νεορεαλιστικό σεντούκι). Με φόντο ένα καταθλιπτικό σκηνικό εξαθλίωσης και εγκατάλειψης στη νοτιοδυτική Ιταλία (που θυμίζει εκείνο της ρημαγμένης, μεταπολεμικής Νάπολης) κατά μήκος μιας μουντής ακτογραμμής, αναβιώνει την (βασισμένη σε αληθινή ιστορία) ειδεχθή κατάληξη της σχέσης ανάμεσα σ’ έναν μοραλιστικά αμφίσημο χαρακτήρα (Φόντε) – έναν τύπο με ψυχή μικρού παιδιού που περιποιείται σκύλους και συγχρόνως διακινεί μικροποσότητες κοκαϊνης, που δεν είναι αμέτοχος ευθυνών και αντιμετωπίζει τις συνέπειες των πράξεών του – και στον σαματατζή και βίαιο πρώην μποξέρ (Εντοάρντο Πέσε) που του ασκεί ανελέητο, ασφυκτικό bullying. Μια ιστορία Δαυίδ-Γολιάθ ή του πως ο φόβος και η παρατεταμένη ανοχή εκτρέφουν το τέρας του φασισμού και της τρομοκρατίας (που κρύβονται κυρίως στην καθημερινότητά μας).

Η λεπτομερής αξιοποίηση του σκηνικού και η επιδέξια φωτογραφία συμβάλλουν στην σκιαγράφηση του εσωτερικού του ήρωα και το καθιστούν φιλμ για τη μεγάλη οθόνη της σκοτεινής αίθουσας. Κάμποσες σκληρές σκηνές – δεν αποφεύγονται – και μια ατμόσφαιρα που παραπέμπει ενίοτε (τηρουμένων των αναλογιών) στο Dead Man’s Shoes του Shane Meadows. Ο σκηνοθέτης διαχειρίζεται το παράδοξο της σχέσης των δύο κεντρικών χαρακτήρων τοποθετώντας το στην κυρίαρχη ζώνη του γκρίζου, του ζόφου (τίποτε, άλλωστε, δεν είναι άσπρο ή μαύρο σ’ αυτή τη ζωή).

Η πλήρης απουσία μουσικής μαρτυρά την εμπιστοσύνη που έχει στα αφηγηματικά και εκφραστικά του μέσα. Σωστό ή λάθος, έτερον εκάτερον. Ξεφτισμένα, μελανά χρώματα στα οποία βασιλεύει το νέον (και σχεδόν ποτέ ο χλωμός, ασθενικός σαν τον πρωταγωνιστή, ήλιος), αχανές σινεμασκόπ που ενισχύει την εικόνα και αίσθηση ατελεύτητης ερημιάς και αποξένωσης, παραπήγματα και τσακισμένα κτίρια, όπως οι τσακισμένες φιγούρες που τα περιστοιχίζουν ή κατοικούν μέσα τους.

Το φιλμ του Γκαρόνε κινείται στις παρυφές του (σχεδόν αδιέξοδου κι εφιαλτικού) σκηνικού της ματαιωμένης ζωής των ηρώων του, όπου στόχος παραμένει απλώς η επιβίωση της επόμενης μέρας. Ο χαρακτήρας του Φόντε είναι δειλός, αδύναμος : κι όταν αποφασίζει να μην προδώσει, θα είναι για το λάθος άτομο. Στο τέλος ανακαλύπτει ότι ο δρόμος για να αποτινάξεις το κακό περνάει (σχεδόν πάντα) μέσα απ’ το τελευταίο, και το τίμημα (το προσωπικό κόστος) γι’ αυτό δεν είναι άλλο απ’ την οριστική απόρριψη και την ατέλειωτη μοναξιά. Σκηνοθετικά, ωστόσο, νιώθεις πως κάτι έλειψε (εν τέλει) τόσο σε επίπεδο δραματουργικής κορύφωσης, όσο και διαχείρισης του (απελπιστικού) διλήμματος του ήρωα. Παρόλα αυτά, το βλέπεις μονορούφι. Άχαστο!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑