Festivals 59ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: «Μετέωρο και Σκιά»

3 Νοεμβρίου 2018 |

0

59ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: «Μετέωρο και Σκιά»

Σκηνοθεσία : Τάκης Σπετσιώτης

Με τους : Τάκη Μόσχο, Νίκο Αλεξίου, Αριστοτέλη Αποσκίτη, Μιχαήλ Μαρμαρινό, Γιάννη Ζαβραδινό, Γιώργο Κέντρο, Γιάννη Παλαμιώτη, Εσθήρ Φράνκο, Άννα Κουρή

Διάρκεια : 97’

Έτος παραγωγής : 1985

 «Και οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι, κι ήταν άσπρο το κρεβάτι…»

Fountains of desire… Naked Youth… Racing headlong towards the unknown… Rose-petals scattered along the paths of Love… Love always bathed in the dew of our Tears… We’re voyagers on the run, or perhaps simply men caught in the supreme venture That is Love and Death!

Λιόγερμα ήταν, ώρα που πάει να βασιλέψει ο ήλιος και που μια πικρία τυλίγει την καρδιά όποιου θα επιθυμούσε να μην χάνονταν τόσο νωρίς η δόξα του καλοκαιρινού ήλιου. Τέτοια ψυχή με μίσος βλέπει τους ίσκιους της εσπέρας, όσο κι αν έρχονται φορές-φορές φιλικά και καλόβολα…

Στο Μετέωρο και Σκιά (έργο μοναδικό στο είδος του, που – αξιωματικά – καταλαμβάνει περίοπτη θέση στην ελληνική φιλμογραφία), ο Τάκης Σπετσιώτης ανασυνθέτει – μέσω του queer, ελλειπτικού biopic του «καταραμένου» (κόκκινο πανί του καιρού του) νεοσυμβολιστή, νεορομαντικού ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη – την Ελλάδα από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι την Κατοχή. Η γραμμικά αποσπασματική αφήγηση χωρίζεται σε κεφάλαια-βινιέτες με τίτλους αντρικά ονόματα που επηρέασαν τον Λαπαθιώτη σε διάφορες φάσεις της ζωής του (Κλέων Παράσχος, Παύλος Σουών, Μάριος, Νίκος και Τίμος, Μήτσος Παπανικολάου, Τάκης) – επιλογή που ατύπως υιοθέτησε (με τη μορφή ακολουθίας από γνωριμίες με άνδρες) αργότερα και ο Γιάννης Σμαραγδής στον δικό του Καβάφη – και παρακολουθεί το αστικό, κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον του ήρωα, επιχειρώντας παράλληλα να εμβαθύνει ιστορικά (όσο μπορεί) και στην υποκουλτούρα της μεσοπολεμικής ομοφυλοφιλικής κοινότητας.

Το όλο concept μαρτυρά έναν δημιουργό που αγαπά (σχεδόν αφοπλιστικά), κατέχει βαθιά και σέβεται το αντικείμενο (το σινεμά) και το θέμα (τον Λαπαθιώτη). Που – όπως εύστοχα επισημαίνει ο κριτικός και λογοτέχνης Τάσος Γουδέλης – «τηρεί (χαρισματικά) σωστές αποστάσεις από ένα εύφλεκτο υλικό, εξαιρετικά επιρρεπές (σε χέρια λιγότερο υποψιασμένα) στον κίνδυνο της δημαγωγίας και του εντυπωσιασμού. Που καταγράφει εικόνες και λέξεις με σοφές αναπνοές, αποτυπώνοντας στο πανί (με ξεκάθαρους τόνους) μια σύνθετη και αμφίσημη περσόνα που μάχονταν αδυσώπητα την δική της, ιδιόρρυθμη ταυτότητα». Μια περσόνα, η οποία «…προχωρούσε ανοιχτά και μαζί ανάλαφρα στον ηδονισμό» (όπως παρατηρεί και ο ίδιος ο σκηνοθέτης).

Η αισθητική προσέγγιση, το ύφος και το στυλιζάρισμα εσκεμμένα λιτά, αφαιρετικά και απλά (παρά την προσεκτική έμφαση στην εικαστική λεπτομέρεια, τα αντικείμενα και τους φωτισμούς). Συνθέσεις κάδρων μετωπικές (μέχρι και κυκλικά τράβελινγκ που τονίζουν την εσωτερική αποστασιοποίηση από τα περιρρέοντα, δίνοντας έμφαση στον ψυχολογικό χρονισμό των προσώπων), εξαίσια ατμοσφαιρικές (συμβάλλουν αποφασιστικά τα παστέλ χρώματα της φωτογραφίας του Φίλιππου Κουτσαφτή, τα μοναδικά σκηνικά και κοστούμια της Ντόρας Λελούδα και το εντυπωσιακό – για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής – μακιγιάζ της Στέλλας Βότσου), που λειτουργούν όχι μόνο ως νοσταλγική αναπαράσταση αλλά και ως στοχαστική αφορμή για τους χαρακτήρες και την εποχή τους. Η ερμηνεία του Τάκη Μόσχου στον κεντρικό ρόλο είναι ζηλευτή και θαυμαστή (ομοίως και η συγκλονιστική μεταμόρφωσή του στο πέρασμα του χρόνου – που αποκαλύπτει την καταρράκωση και το εσωτερικό του μαράζωμα), εξ ου και διθυραμβικά βραβευμένη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης εκείνης της χρονιάς. Η σκηνοθεσία του Σπετσιώτη οδηγεί τον θεατή στα έγκατα του Λαπαθιώτη μέσα από μια διαδρομή που παραπέμπει σε αργόσυρτη, σχεδόν υπνωτική λιτανεία.

Ο διαλεκτικός συσχετισμός Λόγου (ποιητικός και αποκαλυπτικός) και Χώρου (ανοικτός και κλειστός), παράγει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αποτέλεσμα : τα εσωτερικά αντιπροσωπεύουν τις αστικές καταβολές και την καταξίωση, τα εξωτερικά τη λατρεία της φύσης και της νυχτερινής ζωής των περιθωριακών. Οι ιδιότητες του ναρκομανούς, του ομοφυλόφιλου και του κομμουνιστή απομονώνουν τον Ποιητή απ’ τον συντηρητικό του περίγυρο και τον ωθούν προς τεχνητούς παραδείσους (τον κόσμο των ουσιών) και μια σχεδόν μόνιμη εγκατάσταση στις παρυφές του κοινωνικού ιστού. Ο συνδυασμός προσωπικών ευαισθησιών, πολιτικών επιλογών και κοινωνικών καταστάσεων τον οδηγεί σε πλήρη εγκατάλειψη, παρακμή και στον ηθελημένο θάνατο (την αυτοχειρία). Αυτοκτονεί, καθώς δεν είναι πλέον σε θέση να μετατρέψει την αισθητική σε δράση και την αρχοντιά του πνεύματος σε ισοδύναμο τροφής. «Μόνο η φύση ξέρει αληθινά να παρηγορεί και για τις πιο μεγάλες της σκληρότητες…», παρατηρεί ο φίλος του Μήτσος Παπανικολάου (Γιάννης Παλαμιώτης), ονειρευόμενος την …Απόδρασή τους στο μεγάλο κτήμα της Πάτρας, έναν παράδεισο που ποτέ δεν κατάφεραν να κατακτήσουν (καθώς εκεί περνούσε τα τελευταία του χρόνια ο πατέρας του ήρωα).

Υπάρχουν ποιητές που γράφουν ποιήματα και ποιητές που αντιλαμβάνονται την ίδια τους την ύπαρξη ως ποίημα. Ο Λαπαθιώτης επιχείρησε ριζοσπαστικά να ορίσει τον δημόσιο βίο του ως τέχνη, συχνά με αντιφατικό τρόπο (εκείνο το νιτσεϊκό «αισθητικώς ζην»). Η μορφή του, φωτεινό μετέωρο, κυριαρχούσε στους γύρω του. Αυτή την πτυχή αποπειράται να αγγίξει το Μετέωρο και Σκιά, χρησιμοποιώντας χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από το βίο ετούτου του Αθηναίου Ντόριαν Γκρέι, καθώς ο τελευταίος «…προσπαθεί να παραμείνει ποιητής μέσα σ’ έναν κόσμο που σκοτώνει αδιάκοπα τους ποιητές» (όπως παρατηρεί ο αείμνηστος Βασίλης Ραφαηλίδης). Ενδεικτικό το απόσπασμα που διαβάζει ο Λαπαθιώτης-Μόσχος στον Κλέωνα (Νίκο Αλεξίου) : «Κουρασμένος από τας τετριμμένας εντυπώσεις της ζωής, ποθεί κάτι ανέκφραστο και αφάνταστο…

Ένα ιδανικό αόριστο, απόμακρο, γλυκύτατο. Λατρεύει με όλη τη δύναμη της ψυχής του τον νεαρό λόρδο Άλφρεδ Ντάγκλας. Ο Αλφρέδος είναι γι αυτόν ο γλυκύτερος πόνος. Και η γλυκυτέρα παρηγοριά του. Σε παροξυσμό λατρείας, της λατρείας του Μεγάλου προς το Ωραίον, φεύγει μαζί με τον αγαπημένο του μακριά από τα διεφθαρμένα βλέμματα. Σε μιαν ερημική έπαυλη – και εκεί ψάλλει τους μεθυστικούς του πόθους. Αλλά η κοινωνία μαίνεται. Η κοινωνία δεν αγαπά καθετί υπέροχον, επειδή της αποδεικνύει την σμικρότητά της. Ο Ουάιλδ έζησεν πολύ υψηλά. Και πρέπει να τιμωρηθεί δια την τόλμην του. Κάτωχρος, σιδηροδέσμιος, υψηλός εις την κατάπτωσίν του, οδηγείται ως την ειρκτήν» (κι ο άνεμος που έξω λυσσομανά, ανοιγοκλείνει τα παραθυρόφυλλα του δωματίου του Ποιητή, κρημνίζοντας – μια σκηνή που επαναλαμβάνεται στο φινάλε με τον θάνατό του – την φωτογραφία του ντοριανικού πορτραίτου). «Σάρκα… Σάρκα… Πάνε Μόνοι… Πάνε Μόνοι…!» (τους φωνάζουν στους μοναχικούς περιπάτους του Ζαππείου).

Το σενάριο (βασισμένο σε μαρτυρίες-ντοκουμέντα), παρά την αποσπασματικότητά του, σκιαγραφεί ολοκάθαρα τον Ποιητή, δίχως χρεία περαιτέρω εξηγήσεων. Κι όπως το ίδιο αποφεύγει τις πικάντικες, πιπεράτες λεπτομέρειες του ιδιωτικού του βίου, έτσι και η σκηνοθεσία αποτινάσσει τα κλισέ και τις αυτοπαγιδεύσεις της κλασικής βιογραφίας. «Προσεγγίζει με σεβασμό το μετέωρο (τον φλεγόμενο, διάττοντα αστέρα) που υπήρξε ο Λαπαθιώτης και κλαίει με αξιοπρέπεια για τη σκιά που κατάντησε στο τέλος της ζωής του», όπως σημειώνει – και πάλι – στην αλησμόνητη κριτική του για το φιλμ ο Ραφαηλίδης. Ένας άνθρωπος δεν λέγεται ποιητής επειδή έχει μόνον την ευκολία να γράφει στίχους. Η εσωτερική του ποιότητα και ωριμότητα καθορίζουν την ιδιότητα αυτή. Όταν ένας άνθρωπος είναι βαθύτατα συντονισμένος, και ικανός να αφομοιώνει τους μυστικούς παλμούς του κόσμου γύρω του, τότε είναι ήδη γεννημένος ποιητής.

Ο Λαπαθιώτης είναι ένα Αισθητικό Μετέωρο που ενώ τριγύρω ξεσπά το κακό του Ευρωπαϊκού Πολέμου (Α’ Παγκόσμιος) και η εσωτερική μας διχόνοια (βασιλικοί-βενιζελικοί), την πένα του βασανίζει το δίλημμα «…κίτρινη ή μονάχη η φλόγα του κεριού μου»! Μοναχογιός στρατηγού (που διετέλεσε υπουργός, αλλά και φυλακίστηκε ως στασιαστής) με εξασφαλισμένο το χαρτζιλίκι. Δεν εργάστηκε ποτέ. Η στρατιωτική του θητεία, μαρτύριο : ότι πιο δυσάρεστο επιφυλάσσει ο στρατός σε ανθρώπους που δεν τον συμπαθούν.

Δεκαπέντε μήνες επιστράτευση. Ατελείωτη. «Φταίει το ποίημά σου υπέρ των Συμμάχων. Ας μη το δημοσίευες αν δεν ήθελες μπελάδες», του λέει η μητέρα του. Απορρίπτεται η αίτησή του για κατάταξη στον ουλαμό εφέδρων αξιωματικών. Τα σχόλια για την απάτριδα στάση του, τον αφήνουν αδιάφορο. Όσο είναι συνεπής με τη συνείδησή του και τις προσωπικές του αρχές, δεν δίνει δεκάρα για τους άλλους. Από μέρους του, άλλωστε, δεν υπάρχει κανένα μίσος εναντίον των εχθρών της πατρίδος. Ούτε καμία εκκρεμής διαφορά. Κι αν ακόμη υπήρχε, δεν θα λογάριαζε ποτέ να τη λύσει με τα όπλα.

Αν συμβαίνει κάποτε η Ζωή να ενστερνίζεται την Τέχνη και να βαδίζει πάνω στις χιμαιρικές της υποδείξεις, αυτό είναι ένα τυχαίο γεγονός. Η Τέχνη δεν έχει άμεσους κοινωνικούς σκοπούς και κοινωνικά αποτελέσματα, λέει αυτός που ενώ υμνεί τον Καντ και τον Νίτσε, μισεί ταυτόχρονα άσπονδα τον πρωσσισμό. Ο Νίτσε και ο Καντ αφορούν την Νόηση, επομένως την Τέχνη. Έξω από τους κύκλους της καθαρής ιδεολογίας δεν υπάρχουν.

Τι σχέση έχει ο Ζαρατούστρα, ο Υπεράνθρωπος, ο φωτεινά ατομιστής, με τον πρωσσικό μιλιταρισμό; Και με τις πρακτικές, ταπεινές του επιδιώξεις; Γι’ αυτό κι αδιαφορεί για τις παραινέσεις του φίλου του Σουών (Αριστοτέλης Αποσκίτης) επί των πολιτικών του θέσεων, προτιμώντας (εν μέσω βαρκάδας) να του υπενθυμίσει κείνο το (σκαρφαλωμένο στο Βράχο της Ακροπόλεως) καταρρακτώδες φεγγάρι, που ποτίζει με το γάλα της Λήθης και της Σιωπής όλες τις ανησυχίες και τα ανύπαρκτα προβλήματα των Ανθρώπων…

Από τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις του ΚΚΕ («Πρόσφυγες, ως πότε θα είστε δούλοι των βενιζελοδημοκρατικών που σας ταϊζουν αντί για ψωμί …σκουπόσπορo; (σ.σ. τροφή για τα ζώα)») στους υπαίθριους, αυτοσχέδιους τεκέδες και τους ήχους απ’ το μπαγλαμαδάκι («μανάκι μου, μανάκι μου… πονεί το κεφαλάκι μου»), μοιράζοντας χαράματα μέχρι και την τελευταία του δεκάρα στους κλοσάρ που παραμονεύουν κατά μήκος των γραμμών του ηλεκτρικού. «Ελπίζω να ανηθικοποίησα αρκετά αυτή την πόλη…», αναφωνεί ο ίδιος.

Ζητεί από τον προκαθήμενο της Εκκλησίας να τον διαγράψει από τις δέλτους της και τυπικά, αφού στην ουσία με τη ζωή του και το έργο του έχει ήδη αποσχισθεί. Να εργάζεσαι σαν τον χειρότερο εργάτη, να αξιώνουν να είσαι πάντα ευπαρουσίαστος, και να περνάς μισό μήνα με ένα δεκάρικο – κι αυτό δανεικό. Κι ύστερα, λέει, να μην είσαι μπολσεβίκος! «Είναι το τελευταίο ατού αυτής της ταλαιπωρημένης ανθρωπότητας», γράφει για τον κομμουνισμό. «Εάν αποτύχει και σ’ αυτό, δεν της μένει παρά να επιστρέψει στο σκοτάδι και την αποκτήνωση».

Ο Λαπαθιώτης αρχίζει να βγαίνει αργά, όλο και πιο αργά – θα φτάσει να κυκλοφορεί μόνο νύχτα («Βράδυ ξυπνούσε για πρωί…»). Τόσο που οι οικείοι του να τον αποκαλούν «Νυχτερίδα». Ο αέρας της νύχτας ήτανε το στοιχείο του. Στο δε σκοτάδι της ήξερε να βλέπει θαυμάσια. Νυχτερινές περιπλανήσεις στα παγκάκια του απαγορευμένου πάθους, εκεί όπου οι ανομολόγητοι πόθοι των αρρένων της «καλής αθηναϊκής κοινωνίας» ενδύονται τα δικά τους προσωνύμια (Μαρκησία, Αδελφή του Ελέους, Μίστερ Καψ) και οι ενθουσιώδεις, λάγνες περιγραφές (συνοδεία καννάβεως και πρώιμων καλιαρντών) για ηδονικά συναπαντήματα (χειμερινά ειδύλλια με έφηβους απόλλωνες-υπαλλήλους παντοπωλείων ή ονειρικά δείπνα με αλαβάστρινους λοχίες στα Φάληρα) δίνουν και παίρνουν!

«Με περιέφερε μέσα στο Πάρκο του Ζαππείου, απ’ τα μεσάνυχτα ως τα ξημερώματα, σαν να ήθελε να μου δείξει έναν ζωολογικό κήπο που τον συντηρούσε ο ίδιος», περιγράφει ο ποιητής Νίκος Αλίνης (Γιάννης Ζαβραδινός) που τον συναναστρέφεται (καίτοι με αποστροφή) για να αντλήσει υλικό για μυθιστόρημα. Το πρώτο βιβλίο για τους …νυχτερινούς τύπους του Ζαππείου, γίνεται ανάρπαστο. «Ναι, είναι εξωτικό το θέμα!», παραδέχεται ο Λαπαθιώτης. Εξαιρετική εντύπωση του προκαλεί, ωστόσο, η περιφρόνηση του αφηγητή προς τους τύπους αυτούς της παράνομης ηδονής. Μοιάζει κι αυτός να βλέπει τα πράγματα με την χοντροκέφαλη, στενή αντίληψη της κοινωνίας. Την ψευτο-ηθική.

Τρέμει στην ιδέα πως ο φίλος του, ο νυχτόβιος Ποιητής, είναι ένας εξ αυτών. Και προσπαθώντας να τον δικαιολογήσει, ισχυρίζεται πως αυτός δεν είναι ο έκφυλος νυχτερινός ηδονιστής παρά μια περίεργα ευαίσθητη ψυχή, που αποζητάει την παρεξήγηση και καλύπτει τα πάντα μες στην αοριστία, θεωρώντας επιπροσθέτως ακαλαίσθητο τον συγχρωτισμό του Λαπαθιώτη με ανθρώπους τέτοιου είδους. «Φαντάσου, φίλε μου, όλους αυτούς τους φτωχούς και τους άσημους που ζουν για το Πάθος. Σκέφτομαι δεν θα ‘πρεπε να χουν δικαίωμα στην Αγάπη και την Ηδονή, επειδή είναι… Ακαλαίσθητοι!», του απαντά ο Ποιητής. Το πάθος, άλλωστε, είναι η μεγαλύτερη έκφανση της ζωής. Το να επιχειρεί κανείς να το πνίξει, είναι σαν να πνίγει την ίδια τη ζωή! Στην πιο εκφραστική της εκδήλωση…

«Βαραίνουμε, σαπίζουμε! Οι άνθρωποι δεν πρέπει να γερνούν…», ομολογεί ο ήρωας στον εαυτό του («Κι εγώ που ονειρευόμουν να πάρω στην αγκαλιά το παιδάκι του, τώρα νταντεύω τις γάτες του», εξομολογείται με παράπονο – στον αντίποδα – η μητέρα του. Ο χαμός της, μετά από λίγο, θα τον συντρίψει). Ένα τεράστιο έργο σκορπισμένο σε περιοδικά από έναν άνθρωπο που δεν έχει την παραμικρή φιλοδοξία να το δει συγκεντρωμένο και τυπωμένο κάπου! Που δεν επιζητεί την παραμικρή δημοσιότητα για τους στίχους του, αντιθέτως την λαχταρά απεγνωσμένα για τον ίδιο! Ποιητικοί εκκεντρισμοί και παραξενιές, σε μια εποχή που μοιάζει να μην έχει πια ποιητές (ίσως ούτε καν αξίες). Με την ίδια περιφρόνηση που εκείνος αντιμετωπίζει την μοντέρνα ποίηση, αντιμετωπίζουν κι οι εκφραστές της τελευταίας την ποίηση της λογικής, του ρυθμού και της ρίμας. Εκείνος, που εμπνεύστηκε μόνο απ’ το Δράμα του Θανάτου, γράφει στις 16 Μαρτίου του ’42 : «εκτιμώ, βέβαια, χωρίς να είμαι αχάριστος, τα όσα ευμενέστατα μου εδαψίλευσεν η άχαρη ζωή μας. Αλλά μου είναι όλα ανεπιστρεπτί αφανισμένα. Και είμαι τόσο κουρασμένος…»

«Κι αν η Αγάπη σου, που δεν μπορεί παρά να συγκριθεί με τη δική μου, εξορκίζει για μια στιγμή τον Δαίμονα, αυτός ξαναγυρίζει μόλις σιωπήσεις, και μου ψιθυρίζει πολύ γλυκά στο αυτί το ανάλγητο εκείνο …«Never More»! Και τι να κάνω, τότε; Τι να κάνω; Σε ευχαριστώ για το γλυκό σου μάλωμα και σε φιλώ!», γράφει παραμονές της.. Αναχώρησής του, στον φίλο του Τάκη (Γιώργος Κέντρος). Η διάθεση του Θανάτου όμως δεν αναχαιτίζεται ούτε δια του απλοϊκού μέσου της αναζωπύρωσης των Αναμνήσεων. Η διάλυση της σχέσης με τον Παπανικολάου – φήμες τον θέλουν να πουλάει πράγματα του Λαπαθιώτη χωρίς να του επιστρέφει δραχμή, κρατώντας τα λεφτά για την πρέζα – τον κλονίζει ανεπανόρθωτα. Σκληρή η περιγραφή της κατάληξης του τελευταίου από αυτόπτες μάρτυρες – χειμώνα του ’41. Άλλοι, πάλι, ισχυρίζονται ότι η ρήξη επήλθε επειδή ο Παπανικολάου έγραφε επαινετικά για την μοντέρνα ποίηση, κι αυτό ενοχλούσε τον Λαπαθιώτη.

Ωστόσο, η ευαισθησία θα τον συνοδεύει μέχρι το τέλος της ζωής του, όταν παρά την πείνα που μαστίζει την κατοχική Ελλάδα και την εξαθλίωση που ο ίδιος βιώνει καθημερινά, εξακολουθεί να φροντίζει τα αδέσποτα γατιά του. Το ψωμί που αγοράζει χωρίς δελτίο (πουλώντας τα αγαπημένα του βιβλία) και το συσσίτιό του τα σκορπίζει σ’ αυτά – το ’44 δεν πρέπει να τον βρει ζωντανό. Είναι το τέρμα του Δρόμου για Κείνον! «Σκοτώνει» μέχρι και τα κοσμήματα της μακαρίτισσας για λίγη πρέζα («από τον Πειραιά έρχομαι με τα πόδια, για να μη του λείψουν τα …καλλυντικά του», λέει το βαποράκι που του την φέρνει), ενώ λίγο πριν το Τέλος εκχωρεί το οπλοστάσιο του πατέρα του «…για τον ΕΛΑΣ, για τη Λευτεριά!» (κρατώντας το τελευταίο βόλι για τον Εαυτό του). Γι’ αυτό λοιπόν, όταν θα δείτε το μπαστούνι και το γάντι στο χέρι του πρωταγωνιστή στο ξεκίνημα του φιλμ, μην αγνοήσετε ούτε στιγμή το… στιλέτο που κρύβεται αποκάτω!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑